Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

«ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ»!

«ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ»!


     Είναι κάποιες ψυχές που τις λέμε «φωτισμένες». Στους περισσότερους λίγο–πολύ είναι γνωστές αυτές οι υπάρξεις. Πνευματικά είναι αποίμαντες, παρασαλευμένες και αστήρικτες ψυχές που είναι βουτηγμένες μέσα στην αθεράπευτη «θρησκευτική φαντασία», η οποία –να το πούμε κι αυτό, όχι όμως ως προεξόφληση των πραγμάτων– δε θέλει και πολύ να εξελιχτεί σε σοβαρή και αμετάκλητη πλάνη. Το όλο κόλλημα με τα όνειρα και με τα οράματα που έχουν, την αισθητή ευπάθεια στα διάφορα «σημάδια» και τους χρησμούς που χαρακτηρίζει αυτούς τους ανθρώπους, κάποιες φορές παρουσιάζουν μια πλευρά απίστευτα, μα απίστευτα κωμική. Άλλο πράγμα!

     Μόλις χθες θυμήθηκα ένα περιστατικό με μια τέτοια «γερόντισσα» ψυχή. «Γερόντισσα», πραγματική! Καρατίων αγίας υποκριτικής! Ήταν και είναι μια γυναίκα της ευφάνταστης θρησκομανίας που, σε όποιον ή όποια πήγαινε να της φέρει καμιά αντίρρηση ή αντίδραση πάνω στη συζήτηση, αυτή, δε ξέρω πώς, προλάβαινε κι έλεγε συχνά–πυκνά αλλά και τελείως γραφικά ένα αλησμόνητο λόγο: «Κάνε υπακοή!». «Υπακοή, κουμπάρα!», «Υπακοή, αδελφή μου!», «Υπακοή, παιδί μου!». Η μόνη φυσικά που ποτέ δεν έκαμνε «υπακοή» σε κανέναν άνθρωπο επί της γης ήταν η ίδια· ενώ όλος ο υπόλοιπος κόσμος, με τη μορφή είτε της σιωπηλής ανέχειας είτε της ανέκφραστης υποχωρητικότητας, της υποτασσόταν κυριολεκτικά. Και είναι τελείως βέβαιο ότι, ο καημένος ο σύζυγός της μαζί με το –κυριολεκτικά και όχι συκοφαντικά– μαμόθρεφτο την κόρη της, το μόνο που δεν της έκαναν καθημερινά, ήταν στρωτές και εδαφιαίες μετάνοιες στη σαλοαγιοσύνη της.

     Τέλοσπάντων, για να μη τα πολυλογώ, κάποτε με είδε κι εμένα στ’ όνειρό της. Ήμουν λαϊκός τότε, κατά τα έτη 1989–1990. Κι έτρεξε να μου το πει. Ή μάλλον, με φώναξε στο σπίτι της να μου το αποκαλύψει. Με μια επιτηδευμένη εμπιστευτικότητα, λες κι ήταν αυτό μυστικό του σύμπαντος. Πήγα ανόρεχτα και βαρύθυμα. Η συνάντησή μας, όλες τις φορές, δε γινότανε να διαρκέσει πάνω από δέκα λεπτά, διότι η βαρεμάρα που μου προκαλούσε μου έτρωγε τα σωθικά. «Έχω κάτι να σου πω!», μου είπε με νόημα. «Ωχ!», έκανα μέσα μου δίχως φωνή και νόημα. Τα πλάνα σε κοντινό που ακολούθησαν στις επόμενες στιγμές ήταν όλο φάση. Φάση που δεν περιγράφεται και δεν αντέχεται!

     Τα μάτια της μισόκλεισαν ηδονικά και μια απέραντη αίσθηση υποβλητικού μεγαλείου από το «κληρονομικό» της «χάρισμα» γέμισε το ασκόνιστο και παστρικό (επειδή απάτητο) δωμάτιο. Την έβλεπα στα ίσα κατάματα και ταυτόχρονα σφιγγόμουν να μη ξεραθώ μπροστά της στα γέλια. Γελάω κι εύκολα σε τέτοιες περιπτώσεις κι ένα «Geliostop» των 1000mg το θέλω στα σίγουρα. Το πρόσωπό της με πήγε κατευθείαν στην πασίγνωστη σκηνή από την ταινία με τη Βλαχοπούλου, στην οποία έκαμνε το μέντιουμ βαστώντας ανοιχτό το καπάκι της σουπιέρας μέχρι να μπει το κατοστάρικο για να φύγει το «σύννεφο».

     Ίδια φάτσα, ίδια γκριμάτσα και σ’ αυτήν.
     Και, τι μου είπε;
     –Σε βλέπω…
     –Αλήθεια;
     –Ναι, σε βλέπω!...
     –Για λέγε!... Πώς με βλέπεις;…
     –Μου έδωσε ο Θεός την πληροφορία!...
     –Είμαι σίγουρος! Κάτι «μεγάλο» θα είδες! Δε μπορεί!...
     –Σε βλέπω μέσα σε σύννεφο!...

[Εδώ περάσαμε στα «Geliostop» των 2000mg. Το κρατημένο γέλιο ακουγόταν μέσα μου, αλλά φυσικά όχι σ’ αυτήν. Μαρτύριο πραγματικό!...]

     –Έρχεσαι, φεύγεις!... Έρχεσαι, φεύγεις!...
     –Σοβαρά; Και, πού πάω;
     –Δεν ξέρω, εσύ θα μου πεις!
     –Τι να πω; Αφού δεν πάω πουθενά. Εδώ είμαι.
     –Ένα σύννεφο σε κρύβει!…
     –Ε, διώξτο κι εσύ να δούμε λίγο συνέχεια!…
     –Δε μπορώ να σε δω καλά...
     –Μήπως δεν με βλέπεις καθόλου καλά;
     –Κάτι θα γίνεις εσύ! Κάτι «μεγάλο» θα γίνεις!

[Έπεσε σιωπή, για να μη πέσει με πάταγο το χαχανητό.]

     –Λοιπόν;...
     –Τι λοιπόν;...
     –Τι θα γίνεις στη ζωή σου; Πες μου!...

[Ο χρησμός που στο τέλος κατάντησε απορία!]

     Να σας πω, την κοίταξα πραγματικά με αγάπη: Ήταν ευτυχισμένη στην πλάνη της και πλανεμένη στην ευτυχία της.
     Έπρεπε όμως κι εγώ να δώσω απάντηση.
     Τη σκαρφίστηκα σε δευτερόλεπτα.
     Και της τό ’ριξα με άνεση και χωρίς περιστροφές:
     –Θα γίνω Ιεραπόστολος. Ιεραπόστολος στην Αφρική. Αυτό θα γίνω. Δε τό ’χω πει πουθενά σε κανέναν αυτό. Κι εσύ το βρήκες!

     Τα πρώην μισόκλειστα μάτια του μυστηρίου και του μεγάλου της «χαρίσματος» άνοιξαν διάπλατα από τον αιφνιδιασμό. Δεν περίμενε μια τέτοια εξήγηση. Έχω –ευτυχώς– να τη δω χρόνια. Αλωνίζει με χάρη εκείνον τον κόσμο που της κάνει «υπακοή» και ελπίζω να μη θυμάται καν αυτό που αυθόρμητα της είπα ότι θα γίνω και –ευτυχώς– που δεν έγινα ποτέ: «Ιεραπόστολος»! ...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου