Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

«ΑΝΕΛΗΦΘΗΣ ΕΝ ΔΟΞΗ, ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ»

«ΑΝΕΛΗΦΘΗΣ ΕΝ ΔΟΞΗ, ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ»


     Αφού, μετά την πάμφωτη Ανάστασή Σου, παρέμεινες στη γη με τη θεανδρική Σου υπόσταση, Χριστέ μου, εμφανιζόμενος για σαράντα μέρες στους αγίους Αποστόλους Σου, παρηγορώντας τους για το χωρισμό Σου, γλυκύτατε Ιησού, και «μιλώντας μαζί τους σχετικά με τη βασιλεία του Θεού», «ἀνελήφθης ἐν δόξῃ» (βλ. Πράξ. Απ. 1, 3· Ματθ. 28, 16–20· Μάρκ. 16, 19· Λουκ. 24, 50–53).

     Ω, Ιησού Χριστέ μου! Τι έργο επιτέλεσες στη γη! «Τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις» (Κοντάκιο της Αναλήψεως)! Αλλά, αν και επέστρεψες θεανδρικώς προς τον «ἀρχίφωτον Πατέρα» Σου (βλ. Α΄ Ωδή, Β΄ Κανών της Αναλήψεως και Εξαποστειλάριο του Γ΄ Ήχου), όμως δεν χωρίστηκες από τους αγαπητούς Σου. Μένεις αδιάστατος, ενωμένος, αχώριστος και διαβεβαιώνεις τους πιστούς δούλους Σου: «Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν» (Κοντάκιο της Αναλήψεως), έχοντας αυτοί την άμαχη προστασία Σου.


     Ω, πόσο ο καθένας, που διάκειται ερωτικά προς την αγαθότητά Σου, θα ήθελε να ήταν μαζί με την Παναγία Μητέρα Σου και τους αγίους Μαθητές Σου για να Σε δει, γλυκύτατε Κύριε, να υψώνεσαι στον ουρανό μέσα στη φωτεινή νεφέλη! Αλλά και να δει και τους δύο Αγγέλους Σου να λέγουν: «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι σταθήκατε και κοιτάτε προς τον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς που μόλις αναλήφθηκε από ανάμεσά σας στον ουρανό, έτσι θα έρθει πάλι, με τον ίδιο τρόπο που Τον είδατε να πηγαίνει εκεί» (βλ. Πράξ. Απ. 1, 11).

     Ω, Ιησού μου! Τι να Σου ανταποδώσουμε για τις άπειρες ευεργεσίες Σου, που επεκτείνονται στην ατέρμονη αιωνιότητα, εμείς σαν «κληρονόμοι του Θεού, ιδιαίτερα δε σαν συγκληρονόμοι Σου, του Χριστού» (πρβλ. Ρωμ. 8, 17); Ποια επάξια ωδή να Σου προσφέρει η, τόσο αγαπημένη από τη θεϊκή Σου αγαθότητα, ανθρώπινη φύση, ώστε να την καταστήσεις μέτοχο της ουσιώδους θείας Σου ενέργειας, ώστε να τη θεώσεις αναβιβάζοντάς την στο θρόνο τον Πατρικό Σου;


     Θεέ μου και Κύριέ μου! Διάνοιξε τα μάτια της ψυχής μας να δούμε τις ομορφιές μας, τη δόξα μας, το φως που μας χάρισες, ακατάληπτε στον έρωτά Σου για τα γήινα πλάσματά Σου, για να κλαίμε από ευχαριστία κι ευγνωμοσύνη, πλένοντας νοητά τ’ άχραντα πόδια Σου με τα θερμά δάκρυα της αγάπης σ’ όλο μας το βίο!

     Πώς να Σε υμνήσω; Πώς να Σε λατρέψω; Με ποιους λόγους να ευχαριστήσω την ευσπλαχνία Σου; Που φώτισες όλα τα σύμπαντα με τη Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψή Σου; Που επανέφερες κι εμένα, τον περιπλανώμενο και δυσειδή (=τον άσχημο) από την αμαρτία άνθρωπο, προς το πρωτόκτιστο κάλλος μου και με κατέστησες θεό με την άκτιστη Χάρη Σου; Δέξαι, γι’ αυτό, τις πηγές των ευχαριστιακών μου δακρύων, γλυκύτατε και φιλανθρωπότατε Ιησού μου!...

«ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ»


[(1) «Νικοδήμου Ερημίτου»
(ή Ιερομονάχου Αθανασίου Ιβηρίτου
[1885–1973]):
Επιμέλεια–Μετάφραση–Σχόλια:
Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης
(1916–2006),
Α΄ Τόμος, §53, σελ. 93–94,
Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ»,
Αθήναι, 1991.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή φωτογραφιών,
έρευνα θέματος,
διόρθωση, υπομνηματισμός
και πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου