Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ


     Μπορεί να μην έκανα το παραμικρό βήμα για να εγκαταλείψω την εκκλησία μου –τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία– αν ήμουν βέβαιος ότι, παρά την τερατώδη εκτροπή της, θα μπορούσα τουλάχιστον να καταφύγω αποκλειστικά στην πνευματική ζωή που μου προσέφερε το τάγμα μου και το μοναστήρι μου, αφήνοντας στην ιεραρχία την ευθύνη της αίρεσης και την υποχρέωση να την αναγνωρίσουν και να την διορθώσουν εκείνοι. Σε μια θρησκεία όμως, στην οποία η απλή ιδιοτροπία ενός πάπα, που θεωρείται αλάθητος, μπορεί να εισαγάγει τόσα νέα δόγματα, διατάγματα και λανθασμένες διδασκαλίες, όσα εκείνος θέλει σχετικά με την πίστη, τη λατρεία και τα μυστήρια, θα παρέμεναν άραγε ασφαλή τα συμφέροντα της ψυχής μου και η ακεραιότητα της πνευματικής μου ζωής;


     «Αποτελεί μεγάλο πειρασμό», έγραφε ο άγιος Βικέντιος από το Λειρίνο, ήδη από τον 5ο αι., «αν αυτός, τον οποίο εσύ θεωρείς σαν προφήτη, ερμηνευτή των προφητών, δάσκαλο και στήριγμα της αλήθειας, και τον οποίο ακολουθείς με το μεγαλύτερο σεβασμό και με πολλή αγάπη, ξαφνικά ν αρχίσει να εισαγάγει υπογείως επικίνδυνες πλάνες, τις οποίες δεν θα μπορείς να ανακαλύψεις εύκολα, θαμπωμένος από την προκατάληψη της προγενέστερης διδασκαλίας και από την τυφλή υπακοή σου».


     Επιπλέον, ήταν εύκολο για μένα να διαπιστώσω ότι, πράγματι, και η ίδια η πνευματική ζωή του Ρωμαιοκαθολικισμού εμφανίζει βαριά και εμφανή δείγματα επίδρασης από τη θεολογική εκτροπή της. Δόγματα όπως το καθαρτήριο πυρ, πρακτικές όπως η μετάδοση στη Θεία Κοινωνία ενός μόνο στοιχείου, υπερβολές όπως η λατρεία προς την Παρθένο, αποτελούν σαφέστατα συμπτώματα θεολογικού εκφυλισμού, εμφανή στα μάτια εκείνων που θέλουν να τα κοιτούν χωρίς μεροληψία.

     Πείσθηκα λοιπόν ότι, ακόμη και η πνευματική ζωή στη Ρωμαϊκή εκκλησία, θα μπορούσε να αποβεί πολύ επικίνδυνη. Γιατί «στην Εκκλησία του Θεού αποτελεί μεγάλο πειρασμό για τους πιστούς η πλάνη εκείνων που τους οδηγούν στην πίστη. Και είναι μεγαλύτερος και σοβαρότερος ο πειρασμός, όταν οι πλανώντες βρίσκονται σε πολύ υψηλές θέσεις» (Άγ. Κυπριανός, Epist. LVIII ad Caecilium Fratrum). Όποιος εμπιστεύεται τη ψυχή του σε μια εκκλησία που διευθύνεται και κυβερνάται από ετερόδοξους, διατρέχει τον κίνδυνο να συμβεί σ αυτόν ό,τι συνέβη και στους πιστούς που βρίσκονταν υπό την ποιμαντική εξουσία του Ωριγένη, για τον οποίο λένε οι Πατέρες: «Πράγματι, όχι τυχαίος, αλλά πολύ μεγάλος πειρασμός υπήρξε η κακή επίδραση του δασκάλου αυτού στους πιστούς που η Εκκλησία τού είχε εμπιστευθεί, οι οποίοι ούτε υποπτεύονταν, ούτε ένοιωθαν ότι κινδυνεύουν απ αυτόν και οδηγήθηκαν έτσι λίγο-λίγο και ασυναίσθητα από την παλαιά θρησκεία σ έναν ασεβή νεωτερισμό» (Άγ. Βικέντιος από το Λειρίνο, Commonitorium, XVII, 15).


     Δεν ήθελα, πια, να μένω στους κόλπους ενός ψευδούς Χριστιανισμού, ο οποίος εκμεταλλευόταν το Ευαγγέλιο για να υπηρετεί τους ιμπεριαλιστικούς σκοπούς του καισαροπαπισμού. Δεν ήθελα να είμαι από εκείνους, οι οποίοι «δεν μπορούν να έχουν τον αληθινό Θεό ως Πατέρα, εφόσον περιφρόνησαν την αληθινή Εκκλησία ως Μητέρα» (Άγ. Κυπριανός, De Unitate Ecclesiae, VI). Γιατί, όπως λέει πάλι ο Άγιος Κυπριανός, όσοι παρεκτράπηκαν από την αληθινή διδασκαλία και την πρώτη εκκλησιαστική πίστη, «δεν έχουν το Νόμο του Θεού, δεν έχουν την πίστη του Πατρός και του Υιού, δεν έχουν τη ζωή και τη σωτηρία» (αυτόθι).


     Είχα την πεποίθηση ότι, τίποτα άλλο δεν μου έμενε πια, παρά να πάρω την τελική απόφαση και να κάνω το οριστικό βήμα, δίνοντας τέλος στη δεινή μου θέση μέσα στους κόλπους του Παπισμού· θέση, η οποία είχε ήδη κλονιστεί από κάθε άποψη. Αναμφίβολα η Χάρη του Κυρίου με συγκράτησε εκείνες τις μέρες της τόσο σοβαρής απόφασής μου, ώστε να διερωτώμαι ακόμη και σήμερα με απορία, πώς μπόρεσα ν αντισταθώ σε τόσες ικεσίες και σε τόσα δάκρυα των αγαπητών αδελφών της μονής μου και στις τόσες επιπλήξεις και απειλές των ανωτέρων. Με αποκάλεσαν «αγνώμονα» και «αποστάτη» της εκκλησίας των προγόνων μου και της θρησκευτικής παράδοσης της πατρίδας μου. Στους λίγους ανθρώπους που ήθελαν ακόμη να μ ακούν, αρκούμουν στο να απαντώ με τα λόγια του Αγίου Ιερωνύμου, στα οποία, τόση δύναμη και παρηγοριά έβρισκα ανά πάσα στιγμή, τότε: «Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ακούμε τις πλάνες των προγόνων και των οικείων μας, αλλά το κύρος των Γραφών και τις εντολές του Θεού» (In Ierem. 1, 12).


     Διαπίστωνα ότι ήμουν ακριβώς ο μόνος που δεν είχε προδώσει ακόμα την αληθινή και παλαιά ισπανική παράδοση, δεδομένου ότι η εκκλησία της πατρίδας μου ήταν πράγματι Ορθόδοξη κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες μετά τη σύστασή της και όχι παπική και υπόδουλη στο Βατικανό, όπως είναι σήμερα (έτος εκδόσεως του παρόντος λόγου: 1954).

     Αποχώρησα, τέλος, από το μοναστήρι και λίγο αργότερα διακήρυττα δημόσια την απόφασή μου να εγκαταλείψω τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Ορισμένοι άλλοι μοναχοί και ιερείς, είχαν δείξει μέχρι τότε τη διάθεση να με ακολουθήσουν, αλλά την τελευταία στιγμή κανένας τους δεν φάνηκε πρόθυμος να θυσιάσει τόσο ριζικά τη θέση του μέσα στην εκκλησία, την τιμή του και την καλή γνώμη της κοινωνίας.

     Είχα την καλή ιδέα, πριν αναχωρήσω από το μοναστήρι, να ζητήσω από τους ανωτέρους μου να επιβεβαιώσουν ότι η έξοδός μου έγινε με την ελεύθερη προσωπική μου βούληση και ότι, κατά τη διάρκεια της μοναχικής μου ζωής, δεν είχα δώσει την παραμικρή αφορμή για παρατήρηση. Το έγγραφο αυτό μου δόθηκε και υπήρξε η «αξιοθρήνητη λεπτομέρεια» που εμπόδισε μεταγενέστερα τους παπικούς Ελληνόρρυθμους (=Ουνίτες) στην Ελλάδα να κατασκευάσουν κάποια συκοφαντία σχετικά με τα αίτια της «αποστασίας» μου.


     Με τον τρόπο αυτό εγκατέλειψα την εκκλησία της Ρώμης, ο αρχηγός της οποίας, λησμονώντας ότι η βασιλεία του Υιού του Θεού δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου» (Ιωάν. 18, 36) και ότι «εκείνος που κλήθηκε στο επισκοπικό αξίωμα, δεν κλήθηκε για να περιβληθεί ανθρώπινη εξουσία, αλλά για να υπηρετήσει ολόκληρη την Εκκλησία» (Ωριγένης, Ομιλία 6η, Εις Ησαΐαν, 1), μιμήθηκε εκείνον, ο οποίος «μέσα στην υπερηφάνειά του, επιθυμώντας να είναι σαν τον Θεό, έχασε την αληθινή ευτυχία για να κερδίσει μια ψεύτικη δόξα (Epist. S. Gregor. Magn., lib. V, ep. XVIII. Ed. Bened, 1705)· εκείνος, ο οποίος, κάθισε στο ναό του Θεού, για να τον νομίζουν ως θεό (Β΄ Θεσσ. 2, 4), λέγοντας: “Θ ανεβώ μέχρι τους ουρανούς και θα υψώσω το θρόνο μου πάνω από τους αστέρες του Θεού· θα καθίσω πάνω στο όρος όπου κάθονται οι θεοί και θα μοιάσω τον Ύψιστο” (Ησ. 14, 13–14)». Δίκαια, ο Βερνάρδος της Claraval μια από τις μεγαλύτερες μυστικές μορφές της Δύσης– έγραφε στον πάπα Ευγένιο: «Κανένα δηλητήριο δεν είναι μεγαλύτερο για σένα, κανένα ξίφος πιο επικίνδυνο, από το πάθος της κυριαρχίας». Οδηγούμενοι από αυτό το αχαλίνωτο πάθος, οι πάπες, υποχρέωσαν την εκκλησία τους «να πορνεύει με τις δυνάμεις του κόσμου, κάνοντάς τη λεία των εμπόρων» (Αποκ. 18, 3). Με τον τρόπο αυτό παρέβησαν τις εντολές του Θεού, «διδάσκοντας σοφίες και διδαχές ανθρώπων» (Ματθ. 15, 3–9) και «υποσκάπτοντας την αλήθεια, για να οικοδομήσουν πάνω σ αυτή τις πλάνες τους» (Τερτυλλιανός, De Praesscriptionibus Haereticorum, 42)· έγιναν οι ίδιοι «ψεύτες» (Παρ. 30, 6) και «οπαδοί του πατέρα των ψευτών και του ψεύδους» (Ιωάν. 8, 44). Και αυτό, όπως συμβαίνει και στις αιρέσεις όλων των εποχών, «γιατί εισήγαγαν ανθρώπινες δεισιδαιμονίες στο θείο δόγμα, γιατί παραβίασαν τις εντολές των αρχαίων περιφρονώντας τις διδασκαλίες των Πατέρων, ακυρώνοντας τη σοφία των προγόνων, εφελκόμενοι από το αχαλίνωτο πάθος μιας ασεβούς και μάταιης καινοτομίας και γιατί δεν ήθελαν να συγκρατηθούν μέσα στα όρια της ιερής και άφθαρτης αρχαιότητας» (Άγ. Βικέντιος από το Λειρίνο, Commonitorium, IV, 7). Ιδού, πού κατέληξε ο πάπας «με το να περιφρονήσει την απλότητα της χριστιανικής θρησκείας και με το να ισχυριστεί ότι γνωρίζει περισσότερα από κάθε άλλον, αψηφώντας τις παραδόσεις της Εκκλησίας και τις διδασκαλίες των παλαιών» (αυτόθι, XVII, 14).

     Απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο από αυτό που έκανα, υπακούοντας στη φωνή της συνείδησής μου, η οποία επαναλάμβανε την εντολή του Ίδιου του Θεού προς τον εκλεκτό λαό: «Φύγε, ο λαός Μου, από αυτή (τη μάνδρα), για να μη συγκοινωνήσετε με τις αμαρτίες της και για να μη λάβετε πείρα από τις πληγές της» (Αποκ. 18, 4).


     Κατ’ αυτό το διάστημα, ανεξάρτητα απ όλα τα προαναφερθέντα γεγονότα, ήλθα για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με την Ορθοδοξία. Πριν προχωρήσω στην απαρίθμηση των γεγονότων, οφείλω να σημειώσω ότι η ιδέα μου για την Εκκλησία αυτή είχε αρχίσει να σχηματίζεται από τις αρχές ήδη της οδύσσειάς μου.

     Αφ’ ενός ορισμένες συζητήσεις που, για πολύ καιρό, είχα κάνει επί εκκλησιαστικών θεμάτων με μια πανεπιστημιακή ομάδα Ορθοδόξων Πολωνών, ο οποίοι πέρασαν από την πατρίδα μου, αφ’ ετέρου οι σημειώσεις που λάμβανα από το Οικουμενικό Συμβούλιο σχετικά με την ύπαρξη και δράση των Ορθοδόξων της Δύσης, είχαν ειλικρινά κινήσει το ενδιαφέρον μου.

     Επιπλέον, τελευταία άρχισα να λαμβάνω διάφορες εκδόσεις Ρώσων και Ελλήνων του Λονδίνου και του Βερολίνου, καθώς και μερικά σπουδαία συγγράμματα που εκδίδονταν από τον αρχιμανδρίτη Νικόλαο Κατσαβενάκη στην Νεάπολη, τα οποία είχαν κερδίσει τη συμπάθειά μου.


     Όλ’ αυτά συνέτειναν φυσικά λίγο-λίγο στην ολική εξάλειψη των προκαταλήψεών μου, που υποθάλπει ως προς την Ορθοδοξία ο Ρωμαιοκαθολικισμός, του οποίου τα επίσημα κείμενα διδασκαλίας προς τη μαθητιώσα νεολαία διδάσκουν ότι «το χάσμα της Ανατολής, το λεγόμενο “Ορθοδοξία”, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σύνολο χωρίς ζωή, εντελώς μουμιοποιημένο και αποξηραμένο· μερικές τοπικές εκκλησίες, χωρίς κανένα από τα χαρακτηριστικά και διακριτικά γνωρίσματα της αληθινής του Χριστού Εκκλησίας» (Απολογητική του π. Juan Ruano Ramos, Barcelona 1948). Δηλαδή, «ένα αξιοθρήνητο σχίσμα, το οποίο ως πατέρα είχε τον διάβολο και ως μητέρα την υπερηφάνεια του Πατριάρχη Φωτίου» (820–893· αυτόθι, μέρος β΄).

     Όταν, με προσωπική μου πρωτοβουλία, άρχισα τις σχέσεις μου δι’ αλληλογραφίας με σεβαστό μέλος της ορθόδοξης ιεραρχίας της Δύσης, χάρη στη δική μου κρίση, που οφειλόταν σ αυτές τις γενικές πληροφορίες, ήμουν ήδη σχεδόν εξ ολοκλήρου ικανός να λάβω αντικειμενική γνώση των όσων αυτός ο επίσκοπος θα μου ανέφερε ως προς την Ορθόδοξη διδασκαλία. Μ άλλα λόγια, ήμουν σε θέση να εξετάζω απροκατάληπτα τα σχετικά με τη σύσταση και τη θεολογική κατάσταση των αποστολικών εκκλησιών.

     Κατά τη διάρκεια των σχέσεων αυτών, δεν άργησα να διακρίνω τον υπάρχοντα παραλληλισμό μεταξύ της αρνητικής μου θέσης απέναντι στον παπισμό και της εκκλησιολογικής διδασκαλίας της Ορθοδοξίας. Ενώ εγώ καταπολεμούσα «ό,τι δεν έπρεπε να υπάρχει», η Ορθοδοξία αντίθετα προσέφερε «ό,τι οφείλει να υπάρχει».


     Ανέφερα τον παραλληλισμό αυτό στον σεβαστό εκείνον ιεράρχη, λόγω των αμοιβαίων σχέσεών μας, και συμφώνησε μαζί μου στο σημείο αυτό, αν και με κάποια επιφύλαξη, επηρεασμένος από το γεγονός της παραμονής μου μεταξύ των προτεσταντών.

     Οφείλω εδώ να παρατηρήσω ότι οι αντιπρόσωποι της Ορθοδοξίας στη Δύση δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τον προσηλυτισμό, καθώς είναι αντίθετος με την αντίληψή τους περί της εκκλησιαστικής καταστάσεως στην Ευρώπη και με το στενά ποιμαντικό μόχθο τους, μεταξύ των Ελλήνων και των Ρώσων, των οποίων η πνευματική φροντίδα τούς έχει ανατεθεί.


     Όταν η αλληλογραφία μας είχε πια προχωρήσει πολύ και μέσω αυτής είχαν επεκταθεί ήδη οι σχέσεις μου μέχρι και σ αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τότε μόνο αποφασίστηκε να μου συστήσουν τη μελέτη του περίφημου έργου του Σεργίου Boulgakoff (1871–1944) «Η Ορθοδοξία» (εκδ. Παρίσι 1933) και την, όχι λιγότερο βαθιά εργασία, του μητροπολίτου Βερολίνου Σεραφείμ (1904–1950) με τον ίδιο τίτλο (εκδ. Παρίσι 1952). Από την αρχή της ανάγνωσης αυτών των έργων αισθάνθηκα τον εαυτό μου να συνταυτίζεται με το πνεύμα των συγγραφέων τους. Δεν συνάντησα καμιά παράγραφο που να μην μπορέσω να την παραδεχθώ και να την εγκολπωθώ ενσυνείδητα.

     Τόσο σ αυτά τα έργα όσο και σε πολλά άλλα, που άρχισα να λαμβάνω από την Ελλάδα συνοδευόμενα από ενθαρρυντικές επιστολές, με εξέπληττε η ευαγγελική καθαρότητα της Ορθοδοξίας, της οποίας οι πιστοί είναι, αναμφίβολα, οι μοναδικοί σήμερα χριστιανοί του κόσμου που πιστεύουν σε ό,τι και εκείνοι των Κατακομβών· οι μοναδικοί και αληθινά πιστοί, οι οποίοι δικαιούνται να επαναλαμβάνουν με εύλογη υπερηφάνεια την πατερική φράση: «Πιστεύουμε σε ό,τι παραλάβαμε από τους Αποστόλους και σε ό,τι οι Απόστολοι από τον Χριστό και σε ό,τι ο Χριστός από τον Θεό Πατέρα»· ή επίσης και αυτούς τους λόγους του Τερτυλλιανού (154–240): «Μόνο εμείς είμαστε σε κοινωνία με τις αποστολικές Εκκλησίες, γιατί η διδασκαλία μας είναι η μόνη η οποία δεν διαφέρει από τη δική τους διδασκαλία. Αυτή είναι η μαρτυρία της αλήθειας μας».


     Την περίοδο αυτή έγραψα την «Έννοια της Εκκλησίας κατά τους Πατέρες της Δύσης» και ακόμη το «Ο Θεός μας, ο Θεός σας και ο Θεός» (εκδ. Buenos Aires 1951), του οποίου την έκδοση στη Νότιο Αμερική αναγκάστηκα αργότερα να διακόψω, για να μην προσφέρω ένα όπλο, τόσο εύκολο όσο και επικίνδυνο, στην προτεσταντική προπαγάνδα.

     Με συμβούλευσαν, τότε, από την ορθόδοξη πλευρά να αφήσω κατά μέρος την απλώς και μόνο αρνητική μου στάση απέναντι στον Παπισμό –στάση στην οποία είχα προσκολληθεί–, και να επιδοθώ σε μια εργασία επικέντρωσης και αυτοεξέτασης για την ανεύρεση του θετικού και συγκεκριμένου προσωπικού μου «Πιστεύω», με το οποίο θα μπορούσαν να εξετάσουν την ακριβή θεολογική μου θέση και να μετρήσουν τις αποστάσεις που θα μπορούσε αυτή να έχει από τον Αγγλικανισμό αφ’ ενός και από την Ορθοδοξία αφ’ ετέρου.


     Ο κόπος αυτός δεν ήταν ούτε εύκολος ούτε σύντομος, εφόσον με υποχρέωνε σε μια έρευνα, αφού επρόκειτο για μια Πίστη στην οποία αναμφίβολα δεν ήμουν ακόμη θεολογικά καταρτισμένος. Γιατί δεν επρόκειτο να εξαλείψω απλώς τα δόγματα του παπικού πρωτείου και των προνομίων του και να μείνω πιστός στην υπόλοιπη Ρωμαιοκαθολική διδασκαλία, αλλά έπρεπε να κάνω μια βαθιά εργασία ανάλυσης και διευκρίνησης μεταξύ θεμελιωδών αληθειών του Χριστιανισμού και των παπικών δογματικών ορίων κάθε τάξεως και κάθε είδους, πάνω στα οποία εδραιώθηκαν κατά τη διάρκεια των αιώνων τα πολιτικοεκκλησιαστικά συμφέροντα του Βατικανού για την πραγματοποίηση των ιμπεριαλιστικών του σκοπών πάνω στην Εκκλησία· κι αυτό επειδή δεν ήθελα να περιπέσω στο ίδιο λάθος με τους Παλαιοκαθολικούς, οι οποίοι, σκανδαλισμένοι από τη διακήρυξη του δόγματος του αλάθητου κατά τη Σύνοδο του Βατικανού, εγκατέλειψαν τον πάπα, έμειναν όμως με την ίδια, Ρωμαϊκή θεολογία, τη συνυφασμένη με τόσα άλλα νόθα δόγματα, προλήψεις και δεισιδαιμονίες.

     Μπροστά στην τεράστια δυσκολία της εργασίας αυτής, προτίμησα να εκφράσω τη στάση μου με, όσο το δυνατόν, γενικότερες και θετικότερες λέξεις. Εκφράστηκα λοιπόν ως εξής: «Πιστεύω σε ό,τι περιέχουν τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και σε κάθε διδασκαλία που πηγάζει άμεσα από το περιεχόμενό τους, σύμφωνα με την ερμηνεία της κατά παράδοση εκκλησιαστικής διδασκαλίας, δηλαδή των Οικουμενικών Συνόδων και της ομόφωνης συγκατάθεσης των Αγίων Πατέρων».

     Από τη στιγμή εκείνη, άρχισα να αισθάνομαι ότι η συμπάθεια των Προτεσταντών στο πρόσωπό μου ελαττωνόταν ραγδαία, με εξαίρεση τη μερίδα των Αγγλικανών, των οποίων η κατανόηση και η ηθική ενθάρρυνση με ακολουθούσε καθ’ όλη τη δυσχερή αυτή περίοδο. Και μόνο τότε οι Ορθόδοξοι, αν και με πολύ αργούς ακόμη ρυθμούς, άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον, να εγκαταλείπουν την προκατάληψη απέναντί μου και να με θεωρούν σαν έναν «ενδεχόμενο και ενδιαφέροντα κατηχούμενο».


     Τα λόγια ενός Ορθόδοξου Πολωνού επιστήμονα (τον οποίο, οι Ουνίτες, αφού πρώτα πληροφορήθηκαν για την επιρροή και τα πλούτη του, του πρότειναν πάση θυσία να μεταστραφεί προς τον Παπισμό) μ έπεισαν για την Πίστη της Ορθοδοξίας στις ουσιώδεις αλήθειες του πρώτου Χριστιανισμού.

     Ο φίλος μου, τους έλεγε το εξής:
     «Ισχυρίζεστε ότι οφείλω να αρνηθώ την Ορθόδοξη Πίστη μου, για να γίνω τέλειος χριστιανός. Καλώς! Η Ορθόδοξη Πίστη μου αποτελείται από τα παρακάτω στοιχεία: Ιησούς Χριστός, Ευαγγέλιο, Σύνοδοι και άγιοι Πατέρες. Ποιο ή ποια από αυτά τα στοιχεία πρέπει να αρνηθώ για να γίνω, όπως λέτε εσείς, “τέλειος χριστιανός”;». Και, όταν αλλάζοντας την πολιτική τους, του πρότειναν να μην αρνηθεί κανένα από αυτά, αλλά τουλάχιστον ν αναγνωρίσει τον πάπα ως αλάθητο αρχηγό της Εκκλησίας, αποκρίθηκε απλά: «Ν αναγνωρίσω τον πάπα;! Μα, αυτό θα ήταν σαν να τα αρνιόμουν όλα!».

     Κατάλαβα λοιπόν ότι, πράγματι, κάθε χριστιανός έχει τη δυνατότητα να θυσιάζει ένα μέρος από το σύνολο της διδασκαλίας του, για να φθάσει σε μια πληρέστερη καθαρότητα πίστης, μ εξαίρεση τον Ορθόδοξο Χριστιανό, καθώς μόνο αυτός παραμένει σταθερά στην ουσία του Χριστιανισμού, η οποία αποτελεί την αποκαλυφθείσα Αλήθεια, την αιώνια και αμετάβλητη.


     Ένας ρωμαιοκαθολικός, για παράδειγμα, μπορεί να αρνηθεί τον πάπα, όπως έκανα εγώ, ή να αναιρέσει την περί καθαρτηρίου διδασκαλία ή να φέρει αντιρρήσεις στους όρους της εν Τριδέντω Συνόδου (1545–1563), χωρίς όμως γι’ αυτό να πάψει να είναι χριστιανός. Μ αυτό τον ίδιο τρόπο ένας προτεστάντης μπορεί να αρνηθεί τις διδασκαλίες των μεγάλων Μεταρρυθμιστών σχετικά με τη θεία Χάρη και τον «προορισμό» και να παραμένει ωστόσο το ίδιο χριστιανός.

     Μόνο ο Ορθόδοξος είναι εκείνος που δεν διαθέτει στην πίστη του άλλα στοιχεία, εκτός από τις ουσιώδεις και βασικές αλήθειες του Χριστιανισμού, οι οποίες αποκαλύφθηκαν άμεσα από τον Θεό διά του Ιησού Χριστού. Η Ορθοδοξία είναι η μόνη Εκκλησία, που ποτέ δεν δέχθηκε να προτείνει στους πιστούς της τίποτα άλλο, εκτός από εκείνο το οποίο «πάντοτε, παντού και από τους πάντες» θεωρήθηκε ως η από Θεού αποκαλυφθείσα διδασκαλία. Γι’ αυτό, το να ασπαστεί κανείς την Ορθοδοξία, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο εναγκαλισμός της Πίστης του Ευαγγελίου στην πρωταρχική της διαύγεια, ενώ αντίθετα αν την αρνηθεί και αποστατήσει από αυτήν, είναι σαν να αρνείται και να αποστατεί από τον Χριστιανισμό εξ ολοκλήρου.


     Η Ορθοδοξία είναι η μοναδική εκείνη Εκκλησία, η οποία, ως πιστός θεματοφύλακας της ευαγγελικής πίστεως, «ουδέποτε άλλαξε κάτι σε αυτήν ούτε και αφαίρεσε» (Αγ. Βικέντιος από το Λειρίνο, Commonitorioum, 23, 16)· «δεν απέκοψε τα ουσιώδη, ούτε συσσώρευσε τα επουσιώδη, ούτε έχασε κάτι δικό της ούτε άρπαξε κάτι ξένο, πάντοτε συνετή και πιστή σε όσα κληρονόμησε» (αυτόθι), γιατί γνωρίζει ότι στην Πίστη που της δόθηκε άπαξ και εξ αρχής (Ιούδ. 3), δεν επιτρέπεται ούτε η ελάχιστη αλλαγή, ούτε καν από «άγγελο εξ ουρανού» (Γαλ. 1, 8)· πόσο μάλλον από έναν γήινο άνθρωπο, ψεύτη και αμαρτωλό (όπως εν προκειμένω είναι ο πάπας)!

     Η Ορθοδοξία είναι η αληθινή Νύμφη του Χριστού, που «δεν έχει σπίλο, ρυτίδα ή κάτι από αυτά, αλλά είναι αγία και άμωμη» (Εφεσ. 5, 27· Ωριγένους, Εις Έξοδον, Ομιλ. 9η). Αυτή είναι η Αγία Εκκλησία του Χριστού, η μοναδική Του (Άσμα 6, 9), «η αληθινά Καθολική Εκκλησία του Θεού, η οποία μάχεται εναντίον όλων των αιρέσεων. Να μάχεται, μπορεί. Να ηττάται όμως, ποτέ. Μολονότι όλες οι αιρέσεις και τα σχίσματα από αυτήν ξεπήδησαν (κατά παραχώρηση Θεού), ως άχρηστα κλήματα, κομμένα από το καθαυτό Αμπέλι, αυτή όμως παραμένει σταθερή στη ρίζα της, στην ένωσή της με τον Θεό» (Αγ. Αυγουστίνου, Sem. De Symbol Catech., 40, 635). Όποιος την ακολουθεί, τον Θεό ακολουθεί· όποιος ακούει τη φωνή της, του Κυρίου τη φωνή ακούει (βλ. Λουκ. 10, 16)· και όποιος την παρακούει, γίνεται εθνικός (Ματθ. 18, 17), δηλαδή ειδωλολάτρης.


     Πεπεισμένος μετά απ όλα αυτά, δεν αισθανόμουν πλέον τον εαυτό μου τόσο έρημο και τόσο μόνο απέναντι στον παντοδύναμο Ρωμαιοκαθολικισμό αφ’ ενός, και στην όλο και περισσότερο εμφανή ψυχρότητα των Προτεσταντών απέναντί μου αφ’ ετέρου. Συναισθανόμουν ότι υπήρχαν στην Ανατολή και διασκορπισμένοι σ ολόκληρο τον κόσμο, εκατομμύρια αδελφοί μου χριστιανοί, εκείνοι που αποτελούσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία, με τους οποίους βρισκόμουν ήδη σε κοινωνία Πίστης και Διδασκαλίας.

     Την παπική συκοφαντία για τη θεολογική μουμιοποίηση της Ορθοδοξίας ούτε καν την συνυπολόγισα, δεδομένου ότι είχα κατανοήσει πια ότι, αυτή η επίμονη σταθερότητα της Ορθοδοξίας στην Αλήθεια που είχε κληρονομήσει, δεν αποτελούσε μια στάση ακίνητη, απαθή και λιθοποιημένη, αλλά ήταν ομολογία μιας Πίστης με διαρκή ροή, όπως το ρεύμα ενός καταρράκτη, το οποίο φαίνεται πάντοτε το ίδιο, ενώ τα νερά του είναι διαρκώς διαφορετικά και εναλλάσσονται κάθε στιγμή, παράγοντας νέους ήχους και αρμονίες.


     Επίσης, οι Ορθόδοξοι άρχιζαν σιγά-σιγά να με θεωρούν δικό τους. «Το να συζητούμε μ αυτόν τον Ισπανό για την αλήθεια της Ορθοδοξίας, δεν αποτελεί προσηλυτισμό», έγραφε τότε ένας αρχιμανδρίτης, «αλλά η συζήτηση μαζί του για μία διδασκαλία και για ένα Πνεύμα, τα οποία είναι τόσο δικά μας, όσο και δικά του· με τη διαφορά ότι εμείς απλώς τα κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, ενώ εκείνος πέτυχε να τα ξεθάψει από το βάρος δεκαπέντε αιώνων από την ιστορία της εκκλησίας της Δύσης».

     Ήταν λοιπόν σαφέστατο ότι η φυσική πορεία των «ψυχικών μου ανησυχιών», όπως έλεγε και ο πνευματικός μου, με είχε οδηγήσει ασυναίσθητα στους κόλπους της ίδιας της Μητέρας Εκκλησίας, της Ορθοδοξίας. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της τελευταίας εκείνης περιόδου, ήμουν ήδη, χωρίς να το αντιληφθώ, Ορθόδοξος. Και, όπως οι Μαθητές στο δρόμο προς Εμμαούς (Λουκ. 24, 13–35), έτσι κι εγώ βάδιζα δίπλα στη Θεία Αλήθεια, χωρίς να Την αναγνωρίζω μέχρι να φθάσω στο τέρμα της πνευματικής μου οδοιπορίας.


     Όταν έφθασα στην πλήρη πεποίθηση όλων αυτών των πραγμάτων, κατάλαβα ότι δεν μου έμενε πλέον τίποτα άλλο, παρά να ενεργήσω με συνέπεια. Έγραψα λοιπόν μια μακρά έκθεση όλης της περίπτωσής μου και της εξέλιξής της προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως και στον μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών μέσω της διεύθυνσης της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επίσης, με παρόμοιο τρόπο εξέθεσα σαφώς την απόφασή μου στις ιεραρχίες και σε άλλα μέλη των διαφόρων Εκκλησιών με τις οποίες είχα αναπτύξει σχέσεις.

     Και, αισθανόμενος ότι κατέχω εκείνον τον «Πολύτιμο Μαργαρίτη», για τον οποίον αξίζει κανείς να θυσιάσει όσα έχει (πρβλ. Ματθ. 13, 44–46), εγκατέλειψα την πατρίδα μου και πήγα στη Γαλλία, όπου ήλθα σε πλήρη επαφή με τους Ορθόδοξους αδελφούς μου, που μόλις είχα γνωρίσει. Προτίμησα όμως ν αφήσω να περάσει ορισμένος ακόμη χρόνος προτού γίνω κανονικό μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με σκοπό τη μεγαλύτερη ωρίμανση της τόσο σημαντικής μου απόφασης.


     Τέλος, έκανα το οριστικό βήμα ζητώντας επίσημα την είσοδό μου στην αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Όλοι ομόφρονα αποφασίσαμε να λάβει χώρα αυτό το γεγονός στην Ελλάδα, την κατ’ εξοχήν χώρα της Ορθοδοξίας, όπου εξάλλου έπρεπε να μεταβώ, προκειμένου ν ακολουθήσω θεολογικές σπουδές. Φθάνοντας στην Αθήνα, παρουσιάστηκα στον μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος μου επιφύλαξε την πιο πατρική υποδοχή και του οποίου η αγάπη, η στοργή και το ενδιαφέρον διατηρούνται αδιάκοπα μέχρι σήμερα (σημ.: ελέχθη εκδοτικά αυτό το έτος 1954) και με συνοδεύουν σε κάθε βήμα της νέας μου εκκλησιαστικής ζωής. Το ίδιο θα μπορούσα να πω και για τον τότε πανοσιολογιότατο πρωτοσύγκελο, σήμερα με τη θεία Χάρη Επίσκοπο Ρωγών, αληθινό πατέρα, του οποίου το ενδιαφέρον προς εμένα ήταν πάνω από κάθε προσδοκία μου. Περιττό να αναφέρω ότι μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον στοργικής αγάπης, η αγία Σύνοδος δεν άργησε ν αποφασίσει την οριστική μου είσοδο στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τη διάρκεια της συγκινητικότατης για μένα Ακολουθίας του Χρίσματος, με τη χορήγηση του οποίου έγινα πλέον μέλος της πραγματικής Αμπέλου, τιμήθηκα με το όνομα του Αποστόλου των Εθνών (Παύλος) και, στη συνέχεια, έγινα δεκτός στην Ιερά Μονή Πεντέλης ως μοναχός. Λίγους μήνες αργότερα, χειροτονήθηκα εις διάκονον «δι’ επιθέσεως των χειρών» του Επισκόπου Ρωγών.

     Αν αφαιρέσει κανείς τις αδιάκοπες ενοχλήσεις που προέρχονταν από τα μέλη του σκοτεινού τάγματος των εν Ελλάδι ρωμαιοκαθολικών Ελληνόρυθμων (=Ουνιτών), των οποίων η φαντασία δεν εξαντλείται ποτέ στην κατασκευή παντός είδους συκοφαντιών, αισθάνομαι τον εαυτό μου ευτυχή, καθώς περιβάλλεται από την αγάπη, τη συμπάθεια και την κατανόηση της αγιότατης Ελλαδικής Εκκλησίας, της σεβαστής Ιεραρχίας, των διάφορων θρησκευτικών οργανώσεων και, γενικά, όλων εκείνων που μέχρι τώρα με τίμησαν με την πνευματική τους γνωριμία.


     Απ όλους αυτούς τους, κατά την πίστη, πατέρες και αδελφούς μου, καθώς και από εκείνα τα πρόσωπα που, μέσω των εγγράφων μου πληροφορήθηκαν ευμενώς την υπόθεση και τη συνολική οδύσσειά μου, ζητώ τη συνδρομή των προσευχών τους, για να δεχθώ την άνωθεν Χάρη, ώστε να παραμείνω άξιος και συνεπής απέναντι στην τόσο εξαίρετη ευεργεσία του Παναγάθου Θεού…


Επίσκοπος Ναζιανζού
ΠΑΥΛΟΣ ΝΤΕ ΜΠΑΓΙΕΣΤΕΡ
(1927–1984)






ΜΙΚΡΗ ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ
Ο αείμνηστος Επίσκοπος Ναζιανζού
Παύλος (κατά κόσμον Φραγκίσκος) Ντε Μπαγιεστέρ,
από τη Βαρκελώνη της Ισπανίας,
 την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 1984,
βγαίνοντας μετά τη Θεία Λειτουργία,
έξω από τον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας
της πόλης του Μεξικού,
δέχθηκε δολοφονική επίθεση.
Σοβαρά τραυματισμένος,
μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο,
όπου παρέμεινε μέχρι 
την Τρίτη 31η Ιανουαρίου,
οπότε και υπέκυψε στα τραύματά του.
Η μνήμη του ας είναι αιώνια
και η πατρική του ευχή να σκεπάζει όλους!



[Επισκόπου Ναζιανζού
Παύλου Ντε Μπαγιεστέρ:
«Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία»,
κεφ. 7ο, σελ. 86–87, 90–96
κεφ. 9ο, σελ. 101–113,
Έκδοσις Ιεράς Μονής Μαχαιρά,
Κύπρος, Ιούλιος 20092.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου