Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΘΛΙΨΕΙΣ

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΘΛΙΨΕΙΣ


       1. Ένας άλλος τρόπος που μ’ αυτόν προσπαθεί ο διάβολος να ενεργεί εις βάρος του ανθρώπου είναι οι διάφοροι πειρασμοί. Αν επιτραπεί από τον Θεό στο διάβολο να προκαλέσει στον άνθρωπο πειρασμούς, τότε ο διάβολος βρίσκει την ευκαιρία να εκδηλώσει και, αν είναι δυνατόν, να ικανοποιήσει τις άγριες και μισάνθρωπες διαθέσεις του. Ταυτόχρονα δε, ελπίζει ότι το πλήθος των δοκιμασιών και θλίψεων που θα επακολουθήσουν την παράβαση του θείου θελήματος, προς την οποία τον σπρώχνει βίαια, θα κάμψουν το ηθικό του και θα μειώσουν ή θα εκμηδενίσουν την πίστη του στον Θεό, γιατί πάντα η θλίψη δημιουργεί ατονία στην ψυχή και την παραλύει, έστω και για λίγο. Υπό το κράτος αυτής της καταστάσεως και υπό το συνεχές σφυροκόπημα των υποβολών του πονηρού, παρερμηνεύει ο άνθρωπος το νόημα των πειρασμών και δοκιμασιών του. Έτσι, η δριμύτητα του πόνου που προκαλούν οι θλίψεις και οι πειρασμοί, αν ο άνθρωπος πιστέψει στις υποβολές του πονηρού, χάνουν τον παιδευτικό χαρακτήρα που ο Θεός θέλει να έχουν γι’ αυτόν. Με αφορμή δε αυτές τις δοκιμασίες, μπορεί ο άνθρωπος να ξεπέσει ακόμη και στην απιστία και στην αθεΐα. Όταν η ψυχή ατονίσει, τότε πια την πολιορκεί πλήθος λογισμών ολιγοπιστίας ή απιστίας έναντι του Θεού. Το πέτυχε αυτό ο πονηρός; Υποχώρησε ο άνθρωπος στην έφοδο των λογισμών; Τι άλλο καλύτερο θα ήθελε ο εχθρός του;

       2. Και, αναρωτιέται κανένας· γιατί να παίρνει τέτοια εξουσία ο σατανάς; Δεν βλέπει ο Θεός όλα όσα τεκταίνεται ο διάβολος εις βάρος του ανθρώπου; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο σατανάς δεν μπορεί να ξεφύγει το μάτι του Θεού που τα βλέπει όλα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Θεός ξέρει τι σκέπτεται και βλέπει τι ενεργεί και με ποια διάθεση, ο σατανάς. Και τίποτε δεν γίνεται χωρίς την έγκριση του Θεού. Και οι ίδιοι οι δαίμονες δεν μπορούν να υπηρετήσουν τον ίδιο τον αρχηγό τους χωρίς την ανοχή του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πώς με την αναγκαία φιλάνθρωπη πρόνοιά Του, τη γεμάτη στοργή και καλοσύνη για τον άνθρωπο, να επιβάλλει κολασμούς διαφόρους δια μέσου και των υπηρετών του σατανά, χωρίς βέβαια αυτοί να θέλουν ή να ξέρουν πως κατά βάθος του Θεού το σχέδιο εξυπηρετούν. Αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του Ιώβ, τον οποίο, ήταν αδύνατο να πλησιάσει ο διάβολος χωρίς την έγκριση του Θεού και πάντα μέσα στα όρια που του προσδιοριζόταν.


       3. Όταν ο άνθρωπος, είτε θεληματικά είτε επειδή παρασύρθηκε από τις υποβολές του πονηρού και των οργάνων του, αλλά με τη συγκατάθεση τελικά της θελήσεώς του, παραδοθεί στις ηδονές των αισθήσεων, δέχεται ταυτόχρονα και το σπέρμα της κακίας που φυτρώνει μέσα του. Ο Θεός εκμεταλλεύεται την κακή διάθεση του διαβόλου για τον άνθρωπο. Του επιτρέπει να προκαλέσει θλίψεις και δυσκολίες στον άνθρωπο. Η ακούσια αυτή οδύνη, αποτελεί το όργανο του Θεού που μ’ αυτό αποτρέπει ο Θεός τη δηλητηριώδη επίδραση της ηδονής, που είναι το σπέρμα της αμαρτίας μέσα στον πνευματικό οργανισμό του ανθρώπου και απομακρύνει το νου του από τη θεία αγάπη. Έτσι, γίνεται ο πειρασμός και η δυσκολία «αφορμή περιστασιακή για να ξαναγυρίσει ο άνθρωπος στην αρετή» εκείνων που ξεγλίστρησαν από το δρόμο του Θεού (άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής).

       4. Η ψυχή, δηλητηριασμένη από την ηδονή, αποκαθαίρεται από τον ρύπο και τις ζημιογόνες επιπτώσεις της με τον πόνο. Η απόσπαση της ψυχής από την εμπαθή σχέση και «φιλία» προς τα υλικά γίνεται με τη βοήθεια της οδύνης, εφόσον το συνειδητοποιήσει αυτό η ψυχή και υπό τους όρους που ήδη αναφέρθηκαν. Επειδή αυτή η συνειδητοποίηση δεν είναι πάντα εύκολη για την ψυχή και μάλιστα η ανάληψη των εκούσιων πόνων και της ασκήσεως, επιτρέπει ο Θεός και τους ακούσιους πειρασμούς και δυσκολίες, τόσο διά μέσου θλιβερών καθ’ εαυτά γεγονότων όσο και πειρασμών εκ μέρους του δαίμονος ή των ανθρώπων.


       5. Οι ακούσιοι πειρασμοί και κάθε αντίστοιχη δοκιμασία, λέει ο άγιος Μάξιμος, ξεριζώνουν «παντελώς το σπέρμα της κακίας και εκείνη την ηδονή που σύλησε τη θεία αγάπη από το νου» του ανθρώπου και καθαρίζουν από την ψυχή εκείνου που δοκιμάζεται και υφίσταται τους πειρασμούς. Ο πόνος εισχωρεί βαθειά μες στην ψυχή και ό,τι δεν μπορούσε μόνη της η ψυχή να πετύχει, το πετυχαίνει αυτός. Ξεριζώνει την ηδονή που παριστάνεται σαν συλητής και κλέφτης, που αφαιρεί τη θεϊκή αγάπη από το νου, του οποίου όμως αποτελεί το φυσικό περιεχόμενο, ό,τι ουσιαστικά τον γεμίζει και τον καθιστά άξιο της ιδιότητός του. Αυτό παρατηρεί και ομολογεί και ο προφήτης Ησαΐας, λέγοντας: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου» (Ησ. κστ΄ 16). Κάτω από την πίεση του πόνου, ο νους έρχεται σε συναίσθηση της καταστάσεώς του· βλέπει πως πήρε τον όχι σωστό δρόμο, οπότε θυμάται Αυτόν που αποτελεί το κέντρο της υπάρξεώς του, τον Θεό.

       6. Επειδή ο άνθρωπος δεν θέλει να βιάσει τον εαυτό του πολλές φορές και, από ραθυμία και αμέλεια, δεν προχωρεί αποφασιστικά σε μετάνοια και «βίου ἐπανόρθωσιν», χρησιμοποιεί ο Θεός τον πόνο και τον πειρασμό για να τον ταρακουνήσει λίγο και να τον συνεφέρει. Όσοι αποδέχονται το φάρμακο αυτό με την καρδιά τους, θεραπεύονται. Όσοι δεν το αποδέχονται εκούσια, αν ο Θεός διακρίνει στο βάθος τους καλή διάθεση, διάθεση που είναι αιχμαλωτισμένη από κάποια πάθη και αδυναμίες, εξαναγκάζονται κατά κάποιο τρόπο θεϊκό και απερινόητο σε θεραπεία, χωρίς να βιάζεται η ελευθερία τους (Πέτρος ο Δαμασκηνός).


       7. Ο άνθρωπος, εύκολα εξολισθαίνει και ξεγλιστράει στη ματαιότητα (ἐμματαιάζει). Και το ίδιο εύκολα φιλοσοφεί και μιλάει για διάφορα πράγματα και ιδίως για πνευματικά ζητήματα εντελώς θεωρητικά, μένοντας στην επιφάνεια και κυρίως μην προχωρώντας στην πράξη και εφαρμογή. Ο Θεός, όμως, δεν τα θέλει αυτά. Θέλει αντίθετα αντί να ασχολούμαστε με κούφια λόγια και θεωρίες, να μάθουμε πάνω στην πράξη και πάνω στη σκληρή πραγματικότητα, με καρτερία, υπομονή, ταπείνωση και υπακοή, κάθε τι που αφορά τη σωτηρία μας. Δεν υπάρχει καλύτερο σχολείο από αυτό. Και ο πόνος και ο πειρασμός και οι δυσκολίες, θα μας μάθουν πολύ περισσότερα πράγματα από αναρίθμητα σχολεία και βιβλία. Η με όλη την ύπαρξη μάθηση, είναι η αληθινή μάθηση. Και όταν αυτή προηγηθεί, τότε και τα βιβλία και οι συζητήσεις κ.λπ. θα πιάνουν τόπο. Αυτό το ξέρει καλά η αγάπη του Θεού και γι’ αυτό θέλει να φοιτούν σ’ αυτή τη σχολή οι ψυχές που επιθυμούν πραγματικά να «μορφωθῇ Χριστὸς ἐν αὐταῖς» (πρβλ. Γαλ. δ΄ 19).

       8. Οι ακούσιοι πειρασμοί και οι θλίψεις, επιτρέπονται από την αγάπη του Θεού και για περισσότερο στηριγμό στην πίστη, ώστε να έχουμε «βεβαιότερη την ελπίδα στα υπεσχημένα αγαθά». Και από αυτά τα αγαθά θέλει ο εχθρός να μας απομακρύνει, αλλά, και από τον Ίδιο τον Θεό που τα χορηγεί. Αν τα αγαθά που μας υπόσχεται ο Κύριος δεν ήταν μέγιστα και απερινόητα, δεν θα μας πολεμούσαν με τόση μανία οι δαίμονες. Και νομίζουν αυτοί πως, με τη λυσσαλέα πολεμική τους, θα μας φέρουν σε απόγνωση, ώστε να μην τα ελπίζουμε. Επιτρέποντας, όμως, τον πειρασμό ο Κύριος μάς αναγκάζει να καταφύγουμε περισσότερο κοντά Του και να αγωνιζόμαστε να αναζωπυρώνουμε την πίστη και την ελπίδα μας σ’ Αυτόν (Ιωάννης Καρπάθιος).


       9. Η θεία παντοδυναμία θριαμβεύει διά μέσου της ανθρώπινης αδυναμίας των αγίων, αποδεικνύοντας κατώτερή της την αλαζονική και φαινομενική δύναμη του διαβόλου και των οργάνων του. Επομένως, αν όλοι οι άγιοι δέχτηκαν τη θεία παιδαγωγία του πόνου και το όνειδος της κατά το ανθρώπινο αδυναμίας, πόσο μάλλον έχουμε χρέος εμείς, όταν παιδευόμαστε και δοκιμάζουμε θλίψεις και πειρασμούς, που οπωσδήποτε είναι μικρότεροι από εκείνους που δοκίμασαν οι άγιοι, να ευχαριστούμε τον Θεό για όλα αυτά που αποτελούν ουσιαστικά πολύ μεγάλες ευεργεσίες του Θεού; Μην ξεχνούμε πως ο Θεός, όποιον τον αγαπάει, τον παιδαγωγεί και χρησιμοποιεί, όχι σπάνια, και αυστηρά παιδαγωγικά μέσα («μαστιγοῖ», τον «μαστιγώνει», λέει η Αγία Γραφή: Εβρ. ιβ΄ 6) ως γνήσια δικό Του παιδί, άξιο του παιδαγωγικού και στοργικού Του ενδιαφέροντος.

       10. Βλέποντας, όμως, πάντα ρεαλιστικά τους πειρασμούς και τις θλίψεις και, πέρα από τα οδυνηρά συναισθήματα που μας προκαλούν, διαπιστώνουμε πως, παρόλα αυτά, πίσω τους κρύβεται μία απέραντη και ανέκφραστη και απερίγραπτη θεϊκή στοργή, που, μόνο το καλό μας θέλει. Και ακριβώς επειδή για τη θεία στοργή πρόκειται και για τη θεραπεία των αγαπημένων στον Κύριο ψυχών, δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα δραστικά φάρμακα που χρησιμοποιεί. Αν οι άνθρωποι γιατροί προσπαθούν να βρουν τα κατάλληλα για τον καθένα μέσα θεραπείας και φάρμακα, πολύ περισσότερο είναι σε θέση να το κάνει αυτό ο Θεός και βέβαια τέλεια και απολύτως σωστά και αποτελεσματικά. Εκτός, όμως, από την ευγνώμονα διάθεση, που μ’ αυτήν πρέπει να γίνονται οι δυσκολίες μας δεκτές, πρέπει να τις δεχόμαστε και με εσωτερική χαρά και ευφροσύνη, γιατί κάτω από τα οποιαδήποτε εξωτερικά δεινά υποφώσκει και διαφαίνεται η γλυκειά ελπίδα του ουρανού και της μακαριότητάς του.


       11. Οι δοκιμασίες για τους πιστούς αποτελούν επίσης κρίση του Θεού. Αν και νεκρωμένοι ως ένα βαθμό, ενώ είναι ακόμα ζωντανοί βιολογικά, για την αμαρτία και ζώντας τη μυστική ζωή του Θεού, όμως δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο που πρέπει. Είναι γι αυτό αναγκαίες οι δοκιμασίες και γι αυτούς συνεχώς. Ο Θεός ως δίκαιος αρχίζει πρώτα από τους δικούς Του την κρίση Του, όπως μας βεβαιώνει η θεία Γραφή: «Καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρῖμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 17). (Τώρα είναι ο καιρός για να αρχίσει η κρίση από το σπίτι του Θεού πρώτα, λέει ο απόστολος Πέτρος). Γι αυτό οι πραγματικά πιστοί δέχονται με χαρά όλα τα είδη των πειρασμών και των θλίψεων. Ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνουν κατά βάθος οι εξωτερικές αλλά και οι εσωτερικές δοκιμασίες.

       12. Ο βαθύτερος σκοπός των πειρασμών και ο λόγος για τον οποίο τους επιτρέπει ο Θεός, είναι η πνευματική ωφέλεια αυτών που τους υφίστανται. Και η ωφέλεια που θα προκύψει από αυτούς, επιβάλλει, όχι να λυπάται κανένας, έστω κι αν πονεί σωματικά και θλίβεται ψυχικά, αλλά να χαίρεται. Όταν κανένας με τον τρόπο αυτόν αντιμετωπίζει τους πειρασμούς, οδηγείται στην εσωτερική τελειότητα και προς την ολοκλήρωση του έργου του εσωτερικού του αγιασμού. Οι πειραζόμενοι, δεν μένουν στο δύσκολο ασφαλώς και στενόχωρο παρόν, αλλά αποβλέπουν με ελπίδα και βεβαιότητα στο μέλλον όπου πλούσια θα θερίσουν την Χάριν του Θεού και κάθε ευλογία και τελικά τη μακαριότητα. Γι’ αυτό και χαίρονται προκαταβολικά «χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένη» (Α΄ Πέτρ. α΄ 8).


ΓΕΡΟΝΤΑΣ 
ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ 
(1927–2009)





[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
«Ηδονή–Οδύνη (Ο διπλός καρπός της αισθήσεως)»,
βιβλ. α΄, μέρος 2ο, κεφ. 6ο, §IV, σελ. 149–151·
μέρος 3ο, κεφ. 3ο, σελ. 195–202,
εκδόσεις «Ακρίτας», Αθήνα, Νοέμβριος 19943.]






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου