Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ: «ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ!»

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ:
«ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ!»


     Η ιερά Καλύβη που για 63 ολόκληρα χρόνια (1923–1986) ασκήθηκε ο σύγχρονος αδάμαντας της νοεράς προσευχής και της καρτερικής ησυχίας, ο Γέροντας Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης (1897–1986), τιμάται επ’ ονόματι της Συνάξεως όλων των Αγίων θαυματουργών και ιαματικών Αναργύρων Ιατρών. Σ’ αυτήν την χαριτόβρυτη εικόνα της Καλύβης, ο Γέροντας Θεοφύλακτος έβαλε την καθιερωμένη μετάνοια στην αρχή της μοναχικής του αφιερώσεως και υπετάγη υπό τον γνωστό λόγιο και ευρυμαθή Γέροντα Αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρη (1858–1943).


     Έκτοτε, η επαφή του Γέροντος Θεοφυλάκτου με το ιερό σμήνος των Αγίων Αναργύρων, ήταν καθημερινή και αδιάπτωτη μέχρι το τέλος της ζωής του. Το πόσο μεγάλος ήταν ο σύνδεσμός του με τους αγαπημένους του Αγίους, το φανερώνουν τα πολλά θαυμαστά περιστατικά που ο ίδιος εμπιστευόταν και αποκάλυπτε στους πλησίον του Πατέρες, αλλά και από τις εκδηλώσεις θαυμασμού που του διέφευγαν αυθόρμητα. Αποσιωπούσε πολλά, λόγω ταπεινοφροσύνης. Και αρκετά πάλι, παρόλο που τα ομολογούσε, δεν γίνονταν αντιληπτά από τους Πατέρες.


     Όταν μιλούσε για τους Αγίους Αναργύρους, μειδίαζε κεχαριτωμένα και έλαμπε το πρόσωπό του. Και αυτό, αν μη τι άλλο, πρόδιδε την μεγάλη και βαθιά αγάπη του γι’ αυτούς. Αποκαλούσε πάντα τους Αγίους Αναργύρους «τα Χρυσά μου τα Παλληκάρια!»· τον δε προεξάρχοντα αυτών, Άγιο Παντελεήμονα, «το Χρυσό μου το Παλληκάρι!».
     Ο παπα–Αβράμιος, της συνοδίας των γειτονικών «Αβραμαίων», διηγείται τα εξής:
     «Όταν φιλοξενούνταν ο Παππούς προς το τέλος της ζωής του στην Καλύβη μας, στην Θεία Λειτουργία τού δίναμε να ψάλλει το απολυτίκιο των Αγίων Αναργύρων. Άρχιζε με την βαριά του φωνή να ψέλνει: “Τὴν εἰκοσάριθμον ἔνθεον φάλαγγα…” κλπ. Κι όταν έφτανε στο τέλος του απολυτικίου, έλεγε πολύ χαρακτηριστικά: “Τα Χρυσά μου τα Παλληκάρια!...”».


     Οι θαυματουργικές ιάσεις που δέχθηκε από τους Αγίους, του χάρισαν ισοβίως μια απόλυτη εμπιστοσύνη και μια κεχαριτωμένη, μια αδιατάρακτη φιλία μαζί τους. Αυτό, είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρεί δεδομένο ότι θα λυθεί αυτό που ο ίδιος ζητούσε προσωπικά από τους Αγίους Αναργύρους, είτε για τον εαυτό του είτε για τους άλλους. Διαφορετικά, «ἐσκλήρυνε τοῦ αἰτεῖσθαι» (δηλαδή αναλάμβανε με μαρτυρικό κόπο εκτενείς, μεγάλες και καρτερικές προσευχές), μέχρι να λάβει το αίτημα που ζητούσε διά της μακράς και εμπόνου προσευχής. Και αυτό, όχι μόνον σε θέματα υγείας σωματικής ή πνευματικής, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, ήταν πάντα έτοιμος να καταφύγει στους Αγίους του.


     Στην Καλύβη των Αγίων Αναργύρων, εκτός της εφέστιας, της μεγάλης και κυριώνυμης εικόνας των είκοσι Αγίων Αναργύρων, η οποία βρίσκεται στο τέμπλο (είναι η εικόνα της πρώτης υπότιτλης φωτογραφίας που ήδη βλέπετε επάνω, με την οποία έχει φωτογραφηθεί ο μακαριστός Γέροντας Θεοφύλακτος), υπάρχει και μία άλλη θαυματουργή μικρή εικόνα, των τριών «προκρίτων» των Αγίων Αναργύρων: Παντελεήμονος (στην μέση), Κοσμά και Δαμιανού (αριστερά και δεξιά), επενδυμένη με ασημένιο κάλυμμα (η πιο πάνω εικόνα). Ως συνήθως, από την εικόνα αυτή ο Γέροντας Θεοφύλακτος με τρεις τρόπους δέχονταν πληροφορία για κάτι «επικείμενο», δυσάρεστο ή ευχάριστο: είτε με τριγμό είτε με άρρητη ευωδία είτε με κίνηση της κανδήλας τους. Και αυτά τα σημεία συμβαίνουν ακόμη και σήμερα!


     Πολλές φορές μιλούσε μόνος του. Και όταν πολύ εύλογα τον ρωτούσαν οι Πατέρες «με ποιόν μιλάει», απαντούσε με φυσικότητα και με παιδική αθωότητα: «Δεν βλέπετε τα Χρυσά μου τα Παλληκάρια;»! Πόσες προσευχές και αιτήματα, πόσα δάκρυα και αναστεναγμούς, δεν δέχονταν καθημερινά οι Άγιοι Ανάργυροι από τον Γέροντα Θεοφύλακτο! Έμενε ώρες πολλές στο στασίδι του, μέσα στον Ναό των Αγίων Αναργύρων και, ατενίζοντας την αγία εικόνα τους, συνομιλούσε μαζί τους. Το «τί» τελεσιουργούνταν μέσα στην καρδιά αυτού του «αγιαναργυρόφιλου» οσίου Γέροντος, μόνον ο Θεός και αυτός το γνωρίζουν. Ο καρδιοστάλακτος σεβασμός του προς τους Αγίους, δεν περιγράφεται! Όταν έλεγε το απολυτίκιό τους, στεκόταν σε ευλαβική στάση και ήταν ολόκληρος γεμάτος δέος και χαρά για «τα Χρυσά του Παλληκάρια»! Μάλιστα, αρκετές φορές, άκουγε ουράνιες και γλυκύτατες ψαλμωδίες που προέρχονταν μέσα από τον σεπτό Ναό τους, και οι οποίες προφανώς δεν είχαν καμμία σχέση με τις συνήθεις επίγειες ψαλμωδίες που άκουγε και γνώριζε, ούτε ακόμη και από τους πιο καλλίφωνους αγιορείτες ψάλτες! Ήταν σίγουρος και παμβέβαιος ότι οι Άγιοι Ανάργυροι ήταν αυτοί που έψαλλαν...


«Εμείς σε θεραπεύουμε, αν το θέλεις·
αλλ’ αυτό εσένα δεν σε συμφέρει!...»


     Αυτό που βασικά χαρακτήριζε τον άγιο Γέροντα Θεοφύλακτο τον Νεοσκητιώτη, ήταν η πολλή του υπομονή. Γιατί, εκτός από τις ποικίλες περιπέτειες του μοναχικού του βίου, σήκωνε και τον σταυρό μιας ισόβιας ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε μόνιμα. Πολλές φορές, ο πόνος δυνάμωνε πολύ. Απ’ ό,τι έλεγε ο ίδιος ο Γέροντας, πήγαινε συχνά στους φίλους και συμπαραστάτες του Αγίους Αναργύρους και, ενώπιόν τους, τους «παραπονιόταν» γιατί δεν τον θεραπεύουν. Μετά, τους έβλεπε στον ύπνο του να του λένε:
     Εμείς, Γέροντα, σε θεραπεύουμε, εάν το θέλεις!
     Αλλά αυτό εσένα δεν σε συμφέρει!...
     Αυτή η πολύ ιδιαίτερη και εξατομικευμένη «πληροφορία» που έπαιρνε, τον ανέπαυε και τον παρηγορούσε γι’ αρκετό καιρό. Και μετά πάλι συνέχιζε κανονικά ο προσωπικός του σταυρός, με όλο το 
«βάρος» του αλλά και την ευλογία του.


     Ο πόλεμος τον οποίον είχε σχεδόν μόνιμα ο ευλαβέστατος και πολυσέβαστος αυτός μεγάλος αγιορείτης αγωνιστής, ήταν ένα είδος λύπης, κάτι περίπου σαν μελαγχολία, η οποία συχνά τον τυραννούσε, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του προσφιλούς του Γέροντος, του πατρός Ιωακείμ Σπετσιέρη. Στις δύσκολες στιγμές, όταν πιεζόταν από το αφόρητο βάρος αυτού του πολέμου, καθώς έχανε σαν άνθρωπος κι αυτός το θάρρος του, εισερχόταν μέσα στην μικρή του Εκκλησία και έλεγε το «παράπονό» του προς τους προστάτες του Αγίους Αναργύρους, οι οποίοι, με κάποια δική τους πνευματική θεωρία, τον παρηγορούσαν και τον ενίσχυαν ανάλογα.


     Διηγείται ο Γέροντας Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης:
     «Κάποτε που ήμουν πολύ 
πνιγμένος απ’ αυτόν τον πόλεμο, πήγα να κοιμηθώ σχεδόν απελπισμένος. Και στον ύπνο μου, βλέπω ότι πήγαινα προς το Κυριακό της Νέας Σκήτης. Όταν βρέθηκα σε κάποιο στενό σημείο του δρόμου, με τείχη δεξιά και αριστερά, αισθάνθηκα πολύ φόβο και βλέπω ξαφνικά μπροστά μου έναν τεράστιο σκύλο σε μέγεθος υπερφυσικό, σαν λιοντάρι, με άγριο βλέμμα και με άγρια διάθεση εναντίον μου. Τότε, τα έχασα κυριολεκτικά! Και άρχισα να παρακαλώ τους Αγίους Αναργύρους μου, για να με σώσουν. Δεν πρόλαβα σχεδόν να παρακαλέσω και, στην στιγμή, παρουσιάστηκαν “Δύο Παλληκάρια” (=οι Άγιοι Ανάργυροι· Κοσμάς και Δαμιανός), που ήταν όλο φως και δόξα. Άρπαξαν αυτό το θηρίο, τό ’δεσαν με μια χοντρή αλυσίδα και μου είπανε: “Βλέπεις, πώς τον δέσαμε και δεν μπορεί τώρα να σε βλάψει; Μη φοβάσαι, λοιπόν! Αλλά, γύρισε πίσω στην Καλύβη σου και ησύχαζε!”. Ταυτόχρονα, μού ’δωσαν κι ένα όμορφο κάτασπρο ψωμάκι κι αμέσως ξύπνησα κι ήμουν όλος χαρά!...«


     »Άλλοτε, πάλι, είχα τον ίδιο πόλεμο και την ίδια απόγνωση που με μάστιζε φοβερά. Γνώριζα, βέβαια, ότι αυτό είναι “πόλεμος” αλλά δεν μπορούσα να απαλλαγώ. Λόγω της απειρίας μου, δεν πολέμησα ευθύς εξ αρχής αυτό το πάθος όταν μου πρωτοεμφανίστηκε και, έτσι, μου έγινε μόνιμος σταυρός. Αφού κάθισα να ξεκουραστώ, βλέπω μια ομάδα ανθρώπων, διαφορετικής ηλικίας ο καθένας τους, να ανεβαίνει από τον δρόμο του Κυριακού της Σκήτης προς τα πάνω, όπου ήταν η δική μου Καλύβη, συνομιλώντας μεταξύ τους. Εγώ, πρόσεχα ποιοί ήταν και πού πήγαιναν....«
     »Όταν πέρασαν το σταυροδρόμι και πλησίασαν την δική μου εξώπορτα, σταμάτησαν για λίγο και τους ακούω να λένε ευκρινώς:
     –Δεν περνάμε και από το δικό μας το σπίτι;
«
      
»Πράγματι, άνοιξαν την πόρτα μου και μπήκαν μέσα, ψάλλοντας το δικό τους απολυτίκιο:Τὴν εἰκοσάριθμον, ἔνθεον φάλαγγα, τὴν ἐξαστράπτουσαν Χάριν οὐράνιον, τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν, τὸ στῖφος ἀνευφημοῦμεν…”.«
     »Έβλεπα να προπορεύεται απ’ όλους ο Άγιος Παντελεήμων· νεαρός, ξανθός, μεγαλοπρεπής, με παράσημο ιατρικής στο στήθος, και ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι Άγιοι Ανάργυροι ψάλλοντας μελωδικότατα όλο τους το τροπάριο. Ανέβηκαν την σκάλα της Καλύβης στον επάνω όροφο που είναι η Εκκλησία τους, μπήκαν μέσα, στάθηκαν με την σειρά στους δύο χορούς, κι άρχισαν να ψάλλουν διάφορα τροπάρια από την Ακολουθία τους. Όταν τελείωσαν την ψαλμωδία, γύρισαν πίσω κι έφυγαν προς το επάνω μέρος της Σκήτης (σημ.: όπου υπάρχει και μία δεύτερη ακόμη Καλύβη στο όνομά τους), και αφού μου άφησαν την ευλογία τους και πολλή παρηγοριά, για μέρες ήμουν γεμάτος χαρά και πνευματική ευτυχία…».




[(1) Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης·
το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος»,
κεφ. 3ο, σελ. 75–80, 81–83, 89–93,
έκδοσις Ιεράς Καλύβης
«Σύναξις Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος 20071.
(2) Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού (1920–2009):
«Οσίων Μορφών Αναμνήσεις»,
κεφ. 25ο, σελ. 147158,
 «Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 4»,
έκδοσις Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου,
Άγιον Όρος 19951.]






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου