Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ


Α΄. Το Πνευματικό Παλληκάρι στη μεγάλη θλιβερή φυγή

     Ο ευλογημένος άνθρωπος του Θεού «Χατζεφεντής»*, ο άγιος Αρσένιος από τα Φάρασα της Καππαδοκίας (1840–10/11/1924), εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, από χρόνια μπροστά, πως θα έφευγαν για την Ελλάδα και έλεγε στους Φαρασιώτες να μη ξανοίγονται, αλλά να κάνουν οικονομίες για τον δρόμο. Ένα χρόνο πριν την ανταλλαγή, πήγε μια γυναίκα και του είπε: «Νά ’χω την ευχή σου, Χατζεφεντή, άκουσα ότι φέτος θα μας σηκώσουν...». Ο Πατήρ Αρσένιος τής είπε: «Ησύχασε και κάνε ακόμη τις δουλειές σου, διότι θέλουμε άλλον έναν χρόνο».
     Όταν πέρασε κι εκείνος ο χρόνος, έφθασε και το θλιβερό μήνυμα, να ετοιμασθούν γρήγορα για δρόμο. Ήταν, φυσικά, πολύ πικρό το ξεσπίτωμα· αλλά ο καλός Πατέρας κι αυτό το είχε γλυκάνει με το ότι θα επέστρεφαν πάλι στη Μητέρα Ελλάδα. Όλοι οι Φαρασιώτες άρχισαν αμέσως τις ετοιμασίες τους, όπως και ο Πατήρ έκανε τις δικές του: βάπτισε πρώτα όλα τα αβάπτιστα παιδιά, καθώς και ένα παιδί του Προέδρου των Φαράσων (του Πρόδρομου Εζνεπίδη, του πατέρα του αγίου Παϊσίου), οπότε συνέβη και το εξής:
     Οι γονείς του παιδιού (ο Πρόδρομος και η Ευλαμπία Εζνεπίδη) ήθελαν να δώσουν το όνομα του παππού: Χρήστος. Ο Πατήρ Αρσένιος όμως δεν δέχθηκε, διότι ήθελε κι αυτός να δώσει το δικό του όνομα και είπε στους γονείς: «Εσείς καλά θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού· εγώ, δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;». Οπότε, γυρίζει στη νουνά και λέγει: «Αρσένιο, να το πεις!». Το παιδί αυτό (ο άγιος Παΐσιος) πράγματι από μικρός ήθελε να γίνει καλόγηρος, όπως και έγινε· ή η ευχή του ενήργησε ή το είδε με το προορατικό του χάρισμα· και τα δύο αυτά, φανερώνουν άγιο άνθρωπο.
     Μετά λοιπόν από το βάπτισμα των παιδιών, έσκαβε επί μια βδομάδα κι έκρυβε τα ιερά Σκεύη, για να μη μολυνθούν από τους Τούρκους. Άλλα εντός της εκκλησίας των οσιομαρτύρων Βαραχησίου και Ιωνά και άλλα στο κοιμητήρι. Ήταν φυσικά αδύνατον να μεταφερθούν, διότι στα ζώα είχαν φορτωμένα παιδάκια ή τους πολύ γέρους και τρόφιμα με πράγματα πρώτης ανάγκης για τη μακρινή πορεία.
     Όπως ο στοργικός Πατέρας φρόντισε να τακτοποιήσει τα παιδιά του, έτσι και τα φιλότιμα παιδιά του φρόντισαν να τον ανακουφίσουν λίγο, έστω και σωματικά, στη θλιβερή εκείνη φυγή τους. Γι’ αυτό ετοίμασαν ένα φρόνιμο ζώο, για να μη κουρασθεί, αλλά αυτός με κανέναν τρόπο δεν δέχθηκε. Τότε το Συμβούλιο αναγκάστηκε να ορίσει τρία ευλαβέστατα γερά παιδιά για να τον ακολουθούν, αν και ο Πατήρ Αρσένιος δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινες προστασίες διότι ήταν Πνευματικό Παλληκάρι ο ίδιος και διέθετε θείες δυνάμεις, όπως θα φανεί και στη συνέχεια.
     Η φυγή έγινε στις 14 Αυγούστου 1924, διότι οι Τούρκοι είχαν έρθει νωρίτερα και τους ξεσπίτωσαν. Της Παναγίας γιόρτασαν στο πρώτο χωριό που στάθμευσαν, στις Αγχιαβούδες. Από τις Αγχιαβούδες ο Πατήρ γύρισε πάλι πίσω στα Φάρασα, 60 χιλιόμετρα ποδαρόδρομο (30 και 30 χλμ), για να βγάλει και το ιερό Λείψανο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από την αγία Τράπεζα του ναού στα Φάρασα που είχε λησμονήσει, χωρίς να πάρει κανέναν από τη συνοδεία του για να μη τους κουράσει, και επέστρεψε στο ποίμνιό του, που τον περίμενε με αγωνία.
     Στις Αγχιαβούδες η Τουρκική αρχή, για την προστασία του, έδωσε και έναν χωροφύλακα για να τον προφυλάξει και να τον παραδώσει στη Νίγδη ζωντανό. Ενώ λοιπόν βάδιζαν, συνάντησαν έναν καβαλάρη Τούρκο, πολύ αγριεμένο, ο οποίος λέγει στον χωροφύλακα: «Τι τον θέλεις αυτόν (τον Πατέρα Αρσένιο) και δεν τον ρίχνεις κάπου να τελειώνεις;». Ένα από τα τρία παιδιά φοβήθηκε μη κάνουν κακό στον Πατέρα και του είπε να πει στους Τούρκους πως είναι επίσημο πρόσωπο και να προσέξουν. Ο Πατήρ τού απάντησε: «Λέγονται τέτοια πράγματα; Άντε, προχωρείτε!»· και συνέχισαν το δρόμο τους. Ο Τούρκος δεν πρόλαβε να προχωρήσει ούτε είκοσι μέτρα κι έπεσε κάτω από το άλογό του. Όταν το είδε αυτό ο χωροφύλακας, είπε στον Πατέρα Αρσένιο: «Εσύ είσαι άγιος!». Από εκείνη τη στιγμή τού φερόταν με μεγάλη ευγένεια. Είπε, μετά, στα παιδιά ο Χατζεφεντής: «ακόμη δεν του έδωσα κατάρα κι αυτός έπεσε από το άλογό του!».
     Οι Φαρασιώτες βλέποντας τον Πατέρα Αρσένιο μετά από ποδαρόδρομη ταλαιπωρία 5 περίπου ημερών, να θέλει να συνεχίσει το «τυπικό» του και να περπατάει, παρ’ όλο που ήταν 83 ετών, τον έβαλαν με τη βία πάνω στο κάρο για να έχουν έτσι την ευλογία μαζί τους.


Β΄. Η κοίμηση του Αγίου Αρσενίου·
του στοργικού Πατέρα
     
     Πλησίασαν οι μέρες και ο άγιος Αρσένιος έπρεπε φυσικά να φύγει στον Ουρανό και να βοηθάει πια από εκεί περισσότερο τα παιδιά του, εφόσον είχε παρρησία στον Θεό. Όπως και ο ίδιος το προείπε, έζησε συνολικά σαράντα μέρες στην Ελλάδα· από αυτές, δύο βδομάδες στο Κάστρο της Κέρκυρας, όπου και λειτούργησε δύο φορές εκεί, στον ιερό ναό του αγίου Γεωργίου. Άλλη μια βδομάδα έζησε στο νοσοκομείο, όπου τον επισκέφθηκαν με αγωνία οι Φαρασιώτες. Μια μέρα που τον είχε επισκεφθεί πάλι ο Πρόεδρος των Φαράσων και ψάλτης του, ο Πρόδρομος Εζνεπίδης (ο πατέρας του αγίου Παϊσίου), του ζήτησε και τα ρούχα του για να του τα πλύνει. Ο Πατήρ τού απάντησε:
     –Τι, «να τα πλύνεις»;! Όχι αύριο, μεθαύριο, στο χώμα θα μπούνε!
     Ο Πρόδρομος δεν είχε καταλάβει καλά και ξανά του λέγει:
     –Δός μου τα, να τα πλύνω, μια που τώρα είσαι άρρωστος και γέρος. 
     Ο Πατήρ απάντησε:
     –Επειδή είμαι γέρος, δεν είμαι και καλόγηρος;
     Εκείνη τη μέρα είδε ο Πρόδρομος μια ψείρα να περπατάει πάνω του και του την πήρε με τρόπο, επειδή ήταν παρόντες κι άλλοι, να τη σκοτώσει. Ο Χατζεφεντής φώναξε δυνατά: «Μη!... Μη τη σκοτώσεις, την καημένη!...». Και την πήρε αμέσως από το χέρι του, την έχωσε μέσα στα ρούχα του και του είπε: «Άφησέ την κι αυτήν να φάει λίγη σάρκα, μια που τώρα βρήκε ευκαιρία να με πλησιάσει. Τι; Μόνο τα σκουλήκια θα τη φάνε όλη την σάρκα;». Έριξε μια ματιά γύρω σε όλους τους επισκέπτες και είπε: «Τη ψυχή!... Τη ψυχή να φροντίζετε περισσότερο και όχι την σάρκα, που θα πάει στο χώμα και θα τη φάνε τα σκουλήκια!...». Αυτό, πια, ήταν και το τελευταίο του κήρυγμα με το βαθύτερο νόημα της ζωής.
     Όταν έφυγαν μετά όλοι οι άλλοι κι έμεινε μόνο ο Πρόδρομος, ο Πατήρ τού είπε: «Έλα να αποχαιρετιστούμε, Πρόδρομε, γιατί μεθαύριο φεύγω για την άλλη ζωή. Ήρθε η Παναγία, χθες το μεσημέρι, και μου το είπε· και με γύρισε και στο Άγιον Όρος και είδα τα Μοναστήρια, που τόσο πολύ επιθυμούσα να δω, αλλά δεν είχα αξιωθεί. Τι, να σου διηγηθώ, Πρόδρομε! Τι, πολλά Μοναστήρια που έχει το Άγιον Όρος! Τι, μεγάλους ναούς! Τι, μεγαλοπρέπεια!...».
     Όταν λοιπόν είχαν περάσει οι «δικές του» οι δύο μέρες και ήρθε το «μεθαύριο» που θά ’φευγε ο αληθινός δούλος του Θεού, Πατήρ Αρσένιος, αφού προηγουμένως κοινώνησε, έφυγε για την αληθινή ζωή κοντά στον Χριστό. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν κανένας Φαρασιώτης δίπλα του. Δεν ήθελε να μείνει κανείς κοντά του, για να μη τον περισπούν στην αέναη προσευχή του.
     Αυτός ήταν ο όσιος Πατήρ Αρσένιος! 
     Μόνος, μικρός, με μόνη του Θεού την προστασία! 
     Μόνος, μεγάλος, δοσμένος μόνο στον Θεό και την εικόνα Του! 
     Μόνος, στο τέλος της ζωής του, με τον Θεό μόνο!
     Όταν ο ευλαβής ψάλτης του τον επισκέφθηκε πάλι, πήρε αυτή την φορά την ευλογία του Πατρός Αρσενίου, το Λείψανό του. Τον βρήκε να κρατάει σφιχτά με το δεξί του χέρι στον κόρφο του το πολύτιμο πνευματικό του κομπόδεμα, το ιερό Λείψανο του Ιερού Χρυσοστόμου.
     Ο ακτήμων Πατήρ Αρσένιος δεν είχε υλική περιουσία να αφήσει. Μόνο μερικά τριμμένα βιβλία. Όταν έμαθαν μετά οι Φαρασιώτες ότι κοιμήθηκε, ήταν απαρηγόρητοι, αν και ο Χατζεφεντής τούς είχε προετοιμάσει. Συγκεντρώθηκαν πολλοί και του έκαναν μεγαλοπρεπέστατη κηδεία. Ετάφη στο κοιμητήρι της Κέρκυρας μαζί με τους ιερωμένους νεκρούς. Τα παιδιά του, έβαλαν επάνω στον τάφο του μια μαρμάρινη πλάκα με το όνομά του γραμμένο. Ο Πατήρ Αρσένιος κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1924 (με το νέο ημερολόγιο), σε ηλικία 83 ετών. Ο όσιος Πατήρ Αρσένιος, το αστέρι της Ανατολής, βασίλεψε πια στην Ελλάδα και της άφησε το ιερό του λείψανο.
     Για να έχει κανείς και μια εξωτερική εικόνα του οσίου Πατρός Αρσενίου, θεώρησα χρέος να δώσω και τα χαρακτηριστικά του. Ο Πατήρ ήταν υψηλός: 1,80 ύψος· γεροδεμένος και σκελετωμένος από την πολλή του άσκηση. Ήταν πολύ δασύς και έκλινε προς το ξανθός (όταν ήταν πολύ νέος). Είχε γενειάδα μεγάλη και μακριά, φρύδια δασιά και εξογκωμένα και μέτωπο γυαλιστερό. Τα μάτια του ήταν γαλάζια και μεγάλα· και το πρόσωπό του ήταν μακρύ. Τα μάγουλά του ήταν βαθουλωμένα και τα κάλυπταν τα πυκνά του γένια. Δύο κόκαλα γυαλιστερά έβλεπε κανείς να φαίνονται κάτω από τα μάτια του· «χρώμα κυδωνιού φτιασμένου», μου έλεγαν. Από μικρός που ήταν, μεγαλόφερνε πάντα και στη συνέχεια όλοι «γέρο» τον θεωρούσαν.


Γ΄. Ηλιόλουστη εκταφή και μάχη τη νύχτα

     Αποφάσισα να πάω μόνος μου στην Κέρκυρα, για να κάνω την εκταφή και ανακομιδή του. Δεν γνωρίζω, όμως, εάν η ευλάβειά μου ήταν περισσότερη ή η αναίδειά μου. Φθάνω, λοιπόν, στην Κέρκυρα τον Οκτώβριο του 1958· και εκεί συνέχεια βροχές. Ο ιερεύς του κοιμητηρίου μού είπε, ή να πάω ξανά άλλη εποχή ή να παραμείνω μέχρι να σταματήσουν οι βροχές. Του είπα: «Θα έρθω αύριο το πρωί στο κοιμητήρι και ο Πατήρ θα βοηθήσει!». Την επομένη το πρωί ξεκίνησα με κατακλυσμό, αλλά μόλις έφθασα στο κοιμητήρι, έπαψε αμέσως η δυνατή εκείνη βροχή και βγήκε και ο ήλιος! Έγινε με καλοσύνη η εκταφή του, διάβασε και το τρισάγιο ο ιερεύς και, φεύγοντας με τα Λείψανα, άρχισε πάλι η δυνατή βροχή να συνεχίζει! Ο ιερεύς τότε μου είπε: «Ο Πατήρ, έκανε το θαύμα του!».
     Έφθασα μετά στο ξενοδοχείο. Τοποθέτησα τα Λείψανα στο μαξιλάρι μου και άνοιξα το καπάκι της βαλίτσας, όπου τα είχα μέσα, για να τα βλέπω και γονατιστός προσευχόμουν. Όταν είχε νυχτώσει πια, άναψα το φως για να τα βλέπω και στη συνέχεια της νυκτός και να προσεύχομαι...
     Στις 9 με 10 το βράδυ, ενώ προσευχόμουν γονατιστός, άκουσα μια φωνή άγρια να με απειλεί και να μου λέγει: «Τι λείψανα είναι αυτά;!». Και μια δύναμη ένοιωσα να ορμάει επάνω μου, χωρίς να βλέπω ολόκληρο το σώμα· δυο χέρια μαύρα και άγρια να με σφίγγουν γερά, για να με πνίξουν. Εκείνη τη στιγμή που κινδύνεψα, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, φώναξα δυνατά: «Άγιε Αρσένιε, βοήθησέ με!». Αμέσως, τότε, ένοιωσα μια άλλη δύναμη, δύναμη ενός αθλητού, να αρπάζει εκείνα τα φοβερά χέρια και να τα πετάει πέρα και να με ελευθερώνει. Η καρδιά μου, πια, χτυπούσε γλυκά και συνέχισα την προσευχή μου με περισσότερη ευλάβεια προς τον όσιο Πατέρα Αρσένιο και την επομένη έφυγα για την Κόνιτσα με τα Λείψανά του.
     Η Χάρη του Θεού δεν είναι στέρνα που τελειώνει το νερό της και μετά στερεύει, αλλά ανεξάντλητη πηγή. Ο όσιος Αρσένιος είναι φυσικό, νομίζω, να βοηθάει περισσότερο τώρα, απ’ ό,τι βοηθούσε όταν ζούσε στη γη, διότι τώρα πια βρίσκεται κοντά στον Ουράνιο Πατέρα και, σαν παιδί Του, με παρρησία που είχε αποκτήσει από πριν, μπορεί να πάρει άφθονη Χάρη και να καταφθάνει αμέσως στους πονεμένους ανθρώπους για να τους βοηθάει, δίνοντας την ανάλογη θεραπεία.
     Στον εξαϋλωμένο άνθρωπο του Θεού, τον Πατέρα Αρσένιο, λειτουργούσαν οι πνευματικοί νόμοι· ενώ ζούσε μυστικά και έφευγε τις δόξες του κόσμου, τον πρόδιδε η Χάρη του Θεού. Τώρα, πια, ο Χατζεφεντής δεν τρέχει με τα πόδια και δεν λαχανιάζει για να προλαβαίνει τους αρρώστους, να τους διαβάζει την ανάλογη ευχή και να τους θεραπεύει, αλλά πετάει άνετα σαν άγγελος από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη και μπορεί να προλαβαίνει όλους τους πιστούς που τον επικαλούνται με ευλάβεια.
     Ο Χατζεφεντής, ο άγιος Αρσένιος, κήρυττε την Ορθοδοξία ορθά με τον ορθόδοξο βίο του. Έλειωνε στην άσκηση τη σάρκα του από τη θερμή του αγάπη προς τον Θεό και αλλοίωνε τις ψυχές με τη θεία του Χάρη. Πίστευε πολύ και θεράπευε πολλούς, πιστούς και απίστους. Λίγα λόγια, πολλά θαύματα. Ζούσε πολλά και έκρυβε πολλά. Μέσα στο σκληρό του φλοιό έκρυβε τον πνευματικό του γλυκό καρπό. Πολύ αυστηρός Πατέρας με τον εαυτό του, αλλά και πολύ στοργικός Πατέρας στα παιδιά του. Δεν τα χτυπούσε με το νόμο, αλλά με το φιλότιμο, με το νόημα του νόμου. Ως λειτουργός του Υψίστου δεν πατούσε στη γη· και ως συλλειτουργός άστραφτε στον κόσμο. Τον δόξασε ο Θεός, γιατί συνέχεια με την αγία του ζωή δοξαζόταν το όνομα του Θεού, εις τον Οποίον ανήκει πάσα δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου 
(1924–1994):
«Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης»,
σελ.: (Α) 65–69· (Β) 72–76· 
(Γ) 7–9 και 113–116.
Έκδοση Ησυχαστηρίου 
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», 
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 198911.
–Επεξηγηματικό σχόλιο 
για το *«Χατζεφεντής»:
«Μέχρι το τριακοστό έτος 
της ηλικίας του περίπου (το 1870),
ο άγιος Αρσένιος δίδασκε σαν Διάκος. 
Μετά, χειροτονήθηκε
στην Καισάρεια Πρεσβύτερος,
με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου 
και την ευλογία ως Πνευματικός. 
Από την Καισάρεια συνέχεια, 
μετά τη χειροτονία του,
πήγε πρώτα προσκύνημα 
στους Αγίους Τόπους 
και μετά επέστρεψε στα Φάρασα. 
Οι Φαρασιώτες από τότε 
τον έλεγαν “Χατζεφεντή”» 
(όπ. π., σελ. 36).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]




Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Βίον ἔνθεον, καλῶς ἀνύσας,
σκεῦος τίμιον τοῦ Παρακλήτου,
ἀνεδείχθης θεοφόρε Ἀρσένιε,
καὶ τῶν θαυμάτων τὴν χάριν δεξάμενος,
πᾶσι παρέχεις ταχεῖαν βοήθειαν,
Πάτερ Ὅσιε, 
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος α΄. 
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῶ Σταυρῷ.
Καππαδοκίας τὸ νεόφυτον ἄνθος,
καὶ ἀρετῶν τὸ πολυτίμητον σκεῦος,
ὁ ἱερὸς Ἀρσένιος ὑμνείσθω μοι·
οὗτος γὰρ ὡς ἄγγελος,
ἐν σαρκὶ βιοτεύσας,
σύσκηνος ἐγένετο, 
τῶν Ἁγίων ἁπάντων,
μεθ’ ὧν πρεσβεύει 
πάντοτε Χριστῷ,
ἡμῖν διδόναι,
πταισμάτων συγχώρησιν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός,
διὰ πολιτείας, καὶ ἀσκήσεως ἱερᾶς·
χαίροις μοναζόντων, καὶ ἱερέων κλέος,
Καππαδοκίας δόξα, Πάτερ Ἀρσένιε.






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου