Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

ΔΑΝΕΙΚΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

ΔΑΝΕΙΚΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ


     Σε μια πολιτεία υπήρχε μια γυναίκα χριστιανή, που ήταν παντρεμένη μ’ έναν ειδωλολάτρη. Και, παρά τη φτώχεια τους, είχαν πενήντα νομίσματα μεγάλα, τα λεγόμενα «μιλιαρήσια».
     Μια μέρα, λέει ο άντρας στη γυναίκα του:
     –Λέω να τα δανείσουμε, γυναίκα, τούτα τα μιλιαρήσια, και κάπως ν’ ανακουφιστούμε· γιατί έτσι, τρώγοντάς τα ένα-ένα, θα τα ξοδέψουμε όλα. 
     Εκείνη τον άκουσε, αλλά είχε κάτι διαφορετικό να του προτείνει:
     –Εγώ λέω, καλύτερα να τα δώσουμε δανεικά στον Θεό των χριστιανών.
     –Και, πού είναι ο Θεός των χριστιανών; ρωτάει ο άντρας της.
     Του απαντά η γυναίκα του:
     –Θα σου Τον δείξω εγώ. Κ’ έτσι, δανείζοντάς τα σ’ Εκείνον, όχι μονάχα τόκο θα σου δώσει, αλλά θα διπλασιάσει και τα κεφάλαιά σου!
     –Πάμε, της λέει ο σύζυγός της, να μου Τον δείξεις και να Του τα δανείσουμε.
     Παίρνει, λοιπόν, τον άντρα της και τον πάει στην εκκλησία· εκεί, του δείχνει τους φτωχούς ζητιάνους και του λέει:
     –Εάν δώσεις τα χρήματά σου σ’ αυτούς, ο Θεός των χριστιανών θα σου δώσει όλα όσα σου είπα.
     Ο σύζυγος έδωκε με χαρά τα πενήντα μιλιαρήσια στους φτωχούς κ’ έφυγαν κ’ οι δυο τους για το σπίτι τους. Πέρασαν τρεις μήνες και, καθώς στενεύτηκαν κάπως με τα έξοδα, λέει ο άντρας στη γυναίκα του:
     –Τώρα που στενευτήκαμε, γυναίκα, και δεν τα βγάζουμε πέρα, δεν νομίζεις πως ο Θεός των χριστιανών θα ήταν χρήσιμο να μας δώσει κάτι από ’κείνα τα μιλιαρήσια;
     Η γυναίκα του, του αποκρίνεται, λέγοντας:
     –Πήγαινε πάλι εκεί όπου τα έδωκες, και θα σου τα δώσει με προθυμία.


      Εκείνος, έφυγε γρήγορα και πήγε στην εκκλησία· στάθηκε στο σημείο εκείνο που έδωκε στους φτωχούς τα μιλιαρήσια, μα δεν είδε κανέναν από ’κείνους που θα ζητούσε τα χρωστούμενα, παρά μονάχα φτωχούς. Και, καθώς σκεφτότανε μέσα του σε ποιον άραγε να μιλήσει και από ποιον να ζητήσει τα χρήματα, βλέπει μπροστά του ένα νόμισμα μιλιαρήσιο, πεσμένο καταγής. Το πήρε και πήγε στο σπίτι του.
     Και λέει στη γυναίκα του:
     –Πήγα, όπως μου είπες στην εκκλησία των χριστιανών, μα εκεί -πίστεψέ με, γυναίκα!- δεν είδα κανέναν απ’ αυτούς που είπες, ούτε και μου έδωσε κανείς τίποτε. Ωστόσο, εκεί ακριβώς όπου είχα δώσει τα πενήντα μιλιαρήσια στους φτωχούς, βρισκόταν καταγής ετούτο το μιλιαρήσιο.
     Του λέει τότε η γυναίκα του:
     –Ο Θεός των χριστιανών σου το έστειλε αυτό, κατά τρόπον αόρατο, όπως αοράτως διοικεί και κυβερνά τον κόσμο ολόκληρο. Πήγαινε, λοιπόν, ν’ αγοράσεις πράγματα να φάμε σήμερα και, μετά, πάλι Εκείνος θα φροντίσει.


     Τότε ο σύζυγος πηγαίνει στην αγορά κι αγοράζει ψωμί, κρασί κ’ ένα ψάρι· κ’ επιστρέφοντας τα δίνει στη γυναίκα του. Εκείνη, πήρε το ψάρι κι άρχισε να το καθαρίζει. Και, μόλις τό ’σκισε στη μέση, βλέπει μέσα στα σπλάχνα του κάτι σαν πολύτιμο λίθο, που την έκανε να μείνει με το στόμ’ ανοιχτό! Δεν ήξερε καλά-καλά τι είναι, αλλά το έβαλε στην άκρη και το φύλαξε.
     Ύστερα, όταν ήρθε ο άντρας της, παίρνει τον πολύτιμο λίθο και του τον δίνει σ’ αυτόν, λέγοντας:
     –Κοίταξε, τι βρήκα μέσα στην κοιλιά του ψαριού! 


     Κ’ εκείνος, βλέποντας τον πολύτιμο λίθο, εθαύμασε την ομορφιά του, έστω και χωρίς να ξέρει τι ήταν και τι άξιζε! Παίρνει, λοιπόν, την πολύτιμη πέτρα και πάει σ’ έναν τραπεζίτη -που ήταν έτοιμος να κλείσει το μαγαζί του, γιατ’ είχε ήδη βραδυάσει- και του λέει:
     –Τι θά ’δινες για ν’ αγοράσεις αυτήν την πέτρα;
     Και ο χρηματιστής τού απαντάει με την ερώτηση:
     –Εσύ, τι θά ’θελες;
     –Ό,τι θέλεις δώσε, του απαντά.
     Του λέει ο χρηματιστής:
     –Θα σου δώσω πέντε μιλιαρήσια.
     Εκείνος, νόμισε πως τον κοροϊδεύει και του λέει:
     –Και δίνεις τόσα πολλά για τούτη την πέτρα;
     Μα και ο χρηματιστής νόμισε πως ήξερε την αξία του και ότι τον ειρωνευότανε, οπότε του λέει:
     –Πάρε τότε δέκα μιλιαρήσια.
     Αλλά εκείνος πάλι νόμισε πως τον κορόϊδευε και σιωπούσε.
     Ο χρηματιστής διπλασίασε το ποσό, λέγοντας:
     –Πάρε είκοσι μιλιαρήσια.
     Μα εκείνος σιωπούσε πάλι και δεν αποκρινότανε.
     Κι όταν ο χρηματιστής, ανεβάζοντας την τιμή, έφτασε να δίνει τριάντα και σαράντα και πενήντα μιλιαρήσια, κι ορκιζότανε πως θα τά ’δινε αυτά στην πραγματικότητα, ο πωλητής σκέφτηκε πώς, αν δεν ήταν η πέτρ’ αυτή τόσο πολύτιμη, ο χρηματιστής δεν θά ’δινε πενήντα μιλιαρήσια· τότε, λοιπόν, άρχισε να παζαρεύει την πέτρα πιο σκληρά. Σιγά-σιγά, ο χρηματιστής, ανεβάζοντας κι άλλο την τιμή, έφτασε στα τριακόσια μιλιαρήσια! Τότε του έδωκε την πολύτιμη πέτρα, πήρε τα χρήματα και πάει χαρούμενος πίσω στη γυναίκα του.
     Εκείνη, βλέποντάς τον έτσι χαρούμενο, τον ρωτάει:
     –Πόσο του την πούλησες την πέτρα;
     Νόμιζε, πως ο άντρας της θα είχε εισπράξει δέκα ή -το πολύ- είκοσι φολερά.
     Εκείνος, όμως, έβγαλε και της έδωκε τα τριακόσια μιλιαρήσια!
     Κ’ εκείνη, θαυμάζοντας τη φιλανθρωπία του Θεού, του λέει:
     –Βλέπεις τώρα, κύριέ μου, πόσο αγαθός και ευγνώμων, πόσο ανταποδότης και πλούσιος, είναι ο Θεός των χριστιανών! Πρόσεξες ότι μας έδωκε πίσω, όχι μονάχα τα πενήντα μιλιαρήσια και τον τόκο τους, αλλά μέσα σε λίγες μέρες, εξαπλασίασε το πόσο που Του δάνεισες; Μάθε, λοιπόν, ότι άλλος Θεός εκτός από Εκείνον δεν υπάρχει, ούτε στον ουρανό ούτε στη γη!
     Κ’ εκείνος ο ειδωλολάτρης, βλέποντας τούτο το εξαίσιο θαύμα, πίστεψε κ’ έγινε χριστιανός. Και όσοι, εκεί γύρω τό ’μαθαν, δόξασαν τ’ όνομα του Θεού αλλά κ’ εθαύμασαν την πίστη εκείνης της γυναίκας!...


ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ



[Π. Β. Πάσχου: «Γυναίκες της Ερήμου»,
Μικρό Γεροντικό Γ΄,
κεφ. ξε΄, σελ. 180–183,
εκδόσεις «Ακρίτας», Απρίλιος 19951.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου