Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

«ΚΑΛΟΓΕΡΕ, ΣΩΣΕ ΜΕ!»

«ΚΑΛΟΓΕΡΕ, ΣΩΣΕ ΜΕ!»


     «Από νέος, γνώριζα μία γριούλα, η οποία, αντίθετα με την κόρη της που ήταν πολύ ελεήμων, αυτή ήταν πολύ τσιγγούνα. Μόνο σ’ εμένα δεν τσιγγουνευόταν, γιατί με αγαπούσε πολύ. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό της –δεν είχε γίνει η εκταφή της– καθώς έλεγα την “Εὐχή”, μου συνέβη κάτι παράξενο. Αυτό που κατάλαβα ήταν, ότι, ένας νέος με φώναξε να πάμε να δούμε την γριούλα, επειδή με ζητούσε. Με πήρε και με πήγε στον τάφο της. Άνοιξε την πλάκα και είδα την γριούλα να φωνάζει: “Καλόγερε, σώσε με! Καλόγερε, σώσε με!”. Ήταν μισολειωμένη και είχε μία αφόρητη δυσωδία. 

     Την πόνεσα τόσο πολύ, που την αγκάλιασα σφιχτά με πόνο και την ασπάσθηκα. Παρ’ όλο που μύριζε πολύ άσχημα, δεν ήθελα να την αποχωρισθώ, εάν εκείνη πρώτα δεν με αποχωριζόταν. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός αυτό. Όταν υπάρχει αγάπη αληθινή με πόνο, ούτε σάπιες σάρκες σιχαίνεσαι ούτε δυσωδία. Ενώ, όταν βλέπω κοσμική γυναίκα με κοσμικές ομορφιές και αρώματα, αηδιάζω εσωτερικά. Αυτήν την γριούλα, επειδή την πόνεσα, δεν ήθελα να την αποχωρισθώ παρ’ όλη την δυσωδία της. Παράξενα πράγματα στην πνευματική ζωή! 

     Είχε ανάγκη από πολλή προσευχή, γι’ αυτό και οικονόμησε ο Θεός να την δω σ’ αυτήν την κατάσταση. Μετά, έκανα προσευχή για την ψυχή αυτή. Ύστερα από δύο μήνες, είδα πάλι ότι βρέθηκα σε ένα χάσμα που ήταν σαν χωνί. Δυστυχώς, εκεί μέσα βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι με άγρια μορφή, μαύροι, που ταλαιπωρούνταν φοβερά. Πιο πάνω, είδα την γριούλα επάνω σε ένα λευκό σύννεφο· φαινόταν μακρυά, ήταν όμως κοντά. Ήταν σαν μικρό παιδί, με τα χαρακτηριστικά του δικού της προσώπου και, δίπλα της, ένας Άγγελος –μάλλον, ο Φύλακας Άγγελός της. Της έτριβε το πρόσωπο και της το καθάριζε. Είχε γλυκιά μορφή. Την αγκάλιασα· ένιωσα μία αγαλλίαση, άλλο πράγμα! 

     Οι κεκοιμημένοι, είναι υπόδικοι· είναι σκλαβωμένοι. Καμμιά φορά, όταν θυμάμαι ένα πατριωτικό τραγούδι, το λέω αλληγορικά και για τους κεκοιμημένους: 
     “Λευτεριά, ’λευθέρωσέ μου 
     τὸ ἀδύνατο κορμί· 
     Λευτεριά, γιὰ χάρισέ μου 
     μιὰ ἐναρμόνιο φωνή. 
     Δῶσε φλόγα στὴν καρδιά μου, 
     ποὺ τὴν ’μάραναν οἱ πόνοι· 
     νὰ σοῦ ψάλλω τὴν χαρά μου, 
     σὰν ἀνοίξεως ἀηδόνι. 
     Τὸ τραγούδι, ν’ ἀντηχήσῃ 
     καὶ βαθειὰ στὴν σκλάβα γῆ, 
     λίγο βάλσαμο νὰ χύσῃ, 
     μέσ’ τοῦ δούλου τὴν ψυχή”. 

     Αυτό, το λέω και για μένα. 
     Μήπως κι εμένα, δεν “με μάραναν οι πόνοι”
     (Σημ.: Ο συγκεκριμένος πονεμένος λόγος του Γέροντα, ειπώθηκε από αυτόν τον Δεκέμβριο του 1993, ένα επτάμηνο πριν την κοίμησή του. Ήταν τότε που, κυριολεκτικά, τον έζωναν και “τον μάραναν οι πόνοι” του καρκίνου στο ασκητικό του σώμα). 
     “Σκλαβωμένος”, είμαι κι εγώ σ’ αυτήν την ζωή. Αλλά το “σκλάβα γη” που αναφέρεται στους ραγιάδες, εγώ το λέω και για τους αδελφούς μας τους κεκοιμημένους που είναι κι αυτοί “σκλαβωμένοι” και παρακαλώ τον Πολυεύσπλαγχνο Θεό να χύσει “λίγο βάλσαμο” μέσα στις ψυχές τους…». 


ΑΓΙΟΣ
ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[(1) Αγίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Στ΄ – Περί Προσευχής»,
μέρος 3ο, κεφ. 3ο, σελ. 147–148,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Ιούλιος 20121.
(2) Στην φωτογραφία:
Η Γιώτα Χατζηιωάννου· πρωταγωνίστρια
της πολυβραβευμένης ταινίας μικρού μήκους
του Νεριτάν Ζιντζιρία: «Χαμομήλι».]

   



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου