Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, Ο «ΠΑΡΑΠΕΤΑΜΕΝΟΣ»

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, 
Ο «ΠΑΡΑΠΕΤΑΜΕΝΟΣ» 


      …Στο Μοναστήρι μας, ζει παραπεταμένος ο π.Χαράλαμπος. Αν τολμήσει ν’ ανοίξει το στόμα του, δυσκολεύεσαι να κατανοήσεις τον λόγο του. Κάποια σωματική αναπηρία τον δυσκολεύει αφάνταστα στο περπάτημα. Ίσα που σέρνει τα πόδια του. Όταν εγκατέλειψε το σπίτι του, στην Λήμνο, πήρε το καΐκι και παρουσιάστηκε στο Μοναστήρι μ’ ένα γάιδαρο και μ’ ένα πάπλωμα. Αυτή, ήταν η κληρονομιά του! Τον είχαν κοροϊδέψει οι συγγενείς και τ αδέλφια του. Όχι μεγάλης ηλικίας, δείχνει άνθρωπος που εύκολα μπορείς να του επιβάλεις το θέλημά σου και, αν είσαι και λίγο θρασύς, να ασεβήσεις περιπαίζοντάς τον.
     Τα μάτια του, μονίμως δακρυσμένα. Κόκκινα από τα δάκρυα, πολύ δύσκολα όμως μπορείς ν αντικρύσεις το βλέμμα του. Στο χέρι του, γυρνάει ακατάπαυστα ένα τριμμένο κομποσχοίνι, κομμένο. Αν είσαι έξυπνος πνευματικά, καταλαβαίνεις ότι «κάτι» το ασύνηθες κρύβει ο άνθρωπος αυτός. Στους τρόπους του, λεπτός και ευγενής. Στους λόγους του, λιτός και σεμνός. Μιλάει περισσότερο με το ύφος του και την παρουσία του, παρά με τα χείλη του. Και, λέει πολλά! 
     Κάποιος από τους μικρούς πατέρες αγαπάει ν’ αστειεύεται μαζί του. Τον υποχρεώνει τρεις φορές την ημέρα να του υπενθυμίζει κάτι και, το βράδυ, σε εντελώς άβολη ώρα, να τον ξυπνά δήθεν για τον κανόνα του.
     –Γιατί τον βασανίζεις; ρωτώ τον ασεβούντα μοναχό.
     –Άστον! Είναι χαζούλης. Δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει. Έτσι, γεμίζει και τον χρόνο του! μου απαντά.
     –Πάτερ μου, έχεις καθόλου υποψιασθεί μήπως αυτός ο άνθρωπος, τον οποίον εσύ ταλαιπωρείς, κρύβει τέτοια δόξα που εσύ δεν μπορείς να φανταστείς;
     –Καλά! Αν είναι έτσι, δεν θα το ξανακουράσουμε το τεμπέλικο το ανθρωπάκι! μου λέει σαρκαστικά και φεύγει.
     Σε λίγες μέρες πέρασα από το κελλί του π.Χαράλαμπου. Είχε λίγο ανοικτή την πόρτα και χτύπησα διακριτικά. Του λέω ποιός είμαι και μου παραγγέλλει να μπω. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα στο κελλί του. Ποτέ δεν είχα δει τόσο άδειο χώρο. Στον τοίχο, μόνο μία εικόνα του Κυρίου. Τίποτε άλλο. Ένα άδειο ξύλινο τραπέζι. Καρέκλα, δεν είχε. Μόνο ένα σκαμνάκι. Κανένα βιβλίο. Ούτε ντουλάπα. Στο πεζούλι του παραθύρου, ένα ποτήρι. Νομίζω τίποτε απολύτως άλλο. Στον γυμνό και αφιλόξενο αυτό χώρο περνούσε ατέλειωτες ώρες, εντελώς ασυντρόφευτος από την παραμικρή παρηγοριά ο μακαριστός, τώρα, π.Χαράλαμπος.
     –Πάτερ Χαράλαμπε, πώς περνάς τις ώρες σου; ρωτώ.
     –Κάνω τον κανόνα, υπακοή στον γέροντα και περιμένω την ώρα μου.
     –Καλά, δεν έχεις την ανάγκη μιας συντροφιάς;
     –Καλύτερη από του Κυρίου μας, της Παναγίας και των Αγίων; Κάπου–κάπου ερχόταν και ο π.Παχώμιος, αλλά έχει λίγες μέρες τώρα και με τιμώρησε.
     –Τί έκανε εδώ, ο π.Παχώμιος;
     –Μου έλεγε να του θυμίζω τις δουλειές του και να τον ξυπνώ για τον κανόνα του, στην ώρα του.
     –Απ’ ό,τι βλέπω, δεν έχεις ρολόϊ. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Πώς γνωρίζεις την ώρα;
     –Εγώ δεν γνωρίζω την ώρα. Ούτε και μου χρειάζεται. Απλά, μετά το Απόδειπνο και μετά την προσευχή στον φύλακα Άγγελό μου, του ζητώ να με ειδοποιεί αυτός, όταν χρειάζεται. Αν είναι βράδυ, αυτός με ξυπνάει. Αν είναι μέρα, ανοίγει μόνος του την πόρτα και μου το θυμίζει.
     –Τον γνωρίζεις τον Άγγελό σου;
     –Φυσικά και τον γνωρίζω! Αυτός είναι η μόνιμη συντροφιά μου. Μάλιστα τα βράδια, όταν δυσκολεύομαι να ανεβώ τις σκάλες, τον παρακαλώ αυτός να ξυπνήσει τους πατέρες. Όταν δε έχω αγρυπνία και νυστάζω, κάνω μια προσευχή και του λέω: «Άγιε Άγγελέ μου· εσύ, γνωρίζεις πόσος κόσμος πάσχει από αϋπνία. Πόσοι άνθρωποι στριφογυρίζουν στο κρεβάτι και προσπαθούν να κοιμηθούν. Πάρε την νύστα από μένα και σφράγισε τα δικά τους μάτια!». Έτσι, μου είχε πει να λέω ο π.Παΐσιος· αυτό και κάνω.
     Με τον τρόπο αυτόν, ξεπερνούσε το πρόβλημα της αγρυπνίας. Σίγουρα πολλοί, με την προσευχή του, θα είχαν ξεπεράσει και το πρόβλημα της αϋπνίας. Είναι μεγάλο πράγμα η συμμαχία και η συνεργασία με τον Άγγελό μας.
     Ο π.Χαράλαμπος, παρέμεινε άγνωστος και στους συμμοναστές αδελφούς του. Μακάριος όποιος στάθηκε ταπεινά κοντά του, όποιος ξέχασε τον εαυτό του και μαθήτευσε στο μεγαλείο της αφάνειάς του. Η ζωή δίπλα σε έναν άγιο που αγνοεί την χάρη του αλλά σκεπάζεται από την χάρη του Θεού, που ζει ξεχασμένος από τους ανθρώπους αλλά είναι εγκατεστημένος στην μνήμη του Θεού, που περιφρονείται από τους αδελφούς του αλλά συνομιλεί με τους αγίους Αγγέλους, που αδικείται και περιπαίζεται από το περιβάλλον του αλλά ο ίδιος προσεύχεται για όλον τον κόσμο, που κανείς δεν τον υπολογίζει αλλά ο Θεός «ἐπιβλέπει ἐπ αὐτόν», που αγνοεί την θεολογία ως γνώση και την ζει ως αποκάλυψη, είναι η ίδια μια αποκάλυψη.
     Το να ταπεινώνεσαι στον αδελφό, αποτελεί πιο σίγουρη οδό από το να συντρίβεσαι μπροστά στον Θεό. Η έμμεση χάρη που δανείζεσαι από τον ταπεινό, είναι πιο πειστική από αυτήν που δέχεσαι άμεσα από τον Θεό. Το να χαίρεσαι το δώρο του άλλου, είναι μεγαλύτερο από το να απολαμβάνεις το δικό σου. Ακόμη και αν αυτό στο έχει δώσει ο Θεός...

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

[Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής: «Φωνή αύρας λεπτής», μέρος 2ο, κεφ. 2ο, σελ. 151–156, εκδόσεις «Ἐν Πλῷ», Αθήνα Νοέμβριος 2006.] 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου