Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Ο ΓΕΡΟ–ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


Ο ΓΕΡΟ–ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, 
Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ
–Ο Σπουργίτης των Καρυών– 












     Ο άκακος και σιωπηλός δια Χριστόν Σαλός Γερο–Κωνσταντίνος (Αγγελής) γεννήθηκε στο Καλέντσι της Δωδώνης, στην Ήπειρο, στις 10/2/1898. Τον πατέρα του τον έλεγαν Σταύρο και την μητέρα του Ανθούλα. Λεπτομέρειες από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής ζωής του δεν γνωρίζουμε, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε κάνει παλιά στην Ιερά Μονή Διονυσίου ως αρχάριος. Χρόνια, όμως, συνέχεια, τον έβλεπε κανείς να εμφανίζεται γύρω στις Καρυές και να μένει σ’ ένα γκρεμισμένο Κελλί της Μονής Κουτλουμουσίου, το οποίο, παλιά ήταν το «Μονύδριο των Αυταδέλφων» (του Αγίου Γεωργίου).
     Εκεί λοιπόν σε μία γωνιά του γκρεμισμένου κτιρίου, που έπεφταν λιγότερα νερά από την στέγη και έμπαινε λιγότερο κρύο από τα σπασμένα παράθυρα και τις πόρτες, είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και έμοιαζε σαν αετός στην φωλιά του.
     Εξωτερικά ο Γερο–Κωνσταντίνος δεν φαινόταν τί είναι, διότι μόνο σκουφί και γένια είχε, που τον έδειχναν για Καλόγηρο. Πάντα τον σκέπαζε μια παλιά χλαίνη, με ένα σχοινί σφιχτά δεμένο στην μέση, και έδειχνε για κοσμικός. Εσωτερικά όμως ήταν ντυμένος με την Χάρη του Αγγελικού Σχήματος, η οποία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Όποιος τον έβλεπε από μακριά τον Γέροντα, τον περνούσε για δυστυχισμένο φτωχό άνθρωπο ή για τρελλό. Αλλά από κοντά, όταν έβλεπε κανείς το λαμπερό του πρόσωπο, καταλάβαινε ότι κάποιο μυστήριο κρύβεται σ’ αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο και δεν τον θεωρούσε για τρελλό. Αλλά τρελλούς θεωρούσε εκείνους που έλεγαν «τρελλό» τον Γερο–Κωνσταντίνο.
     Ο «Γερο–Κώστας» (έτσι, τον αποκαλούσαν), ενώ ζούσε στις συνθήκες που ανέφερα, με τέλεια εγκατάλειψη του εαυτού του, και ενώ ούτε πλενόταν, εν τούτοις ήταν καθαρός, γιατί ζούσε σαν πετεινό του ουρανού.
     Με ανθρώπους σπάνια μιλούσε, ενώ με τον Θεό πάντοτε δια της αδιαλείπτου προσευχής. Πολλές φορές ηρπάζετο ο νους του, και, όταν συνερχόταν, έκανε κάτι κινήσεις με το χέρι του, «για να θολώσει τα νερά», χωρίς να πει τίποτα και έφευγε. Φυσικά, για τους κοσμικούς ανθρώπους αυτή η συμπεριφορά του ήταν παρεξηγήσιμη. Ακόμη και όταν τους έλεγε κανένα «προφητικό», και αυτό πάλι τους φαινόταν για ανοησία.
     Όταν καμμιά φορά μιλούσαν οι γύρω του, και ο Γερο–Κωνσταντίνος δεν τους παρακολουθούσε, γιατί αυτός προσευχόταν, και ο νους του ήταν στον Θεό, πάλι για αφηρημένο τον νόμιζαν. Έπρεπε να τον ρωτάει κανείς πολλές φορές τον Γερο–Κωνσταντίνο και να επιμένει για να απαντήσει, και πάλι θ’ άκουγε δυο–τρία λόγια μουρμουριστά, αλλά προφητικά.
     Κάποτε τον επισκέφθηκε ένας νέος που ήθελε να γίνει Μοναχός, αλλά εύρισκε αναποδιές από παντού, γιατί τον φθονούσε ο πονηρός. Μόλις είδε ο Γερο–Κωνσταντίνος τον νέο από μακρυά, του λέει:
     –Ιωάννη, τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό να διαβάσεις, να ιδής τί υπέφερε!
     Όταν το άκουσε αυτό ο Ιωάννης, απόρησε! Αλλά, όταν διάβασε τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και είδε τί τράβηξε από τον αδιάκριτο, σκληρό Γέροντα, αλλά και την μεγάλη υπομονή του Αγίου, μέχρι που μίλησε ο Θεός, έκανε και αυτός υπομονή και στέριωσε και πρόκοψε στην Καλογερική.
     Μια φορά συνάντησαν όλως τυχαίως τον Γερο–Κωνσταντίνο τρεις Πατέρες και τον ρώτησαν εάν πρέπει να πάνε σε μία Μονή. Εκείνος, δεν απαντούσε. Ο ένας επέμενε να τον ρωτάει. Και τότε ο Γερο–Κωνσταντίνος είπε μουρμουριστά μερικά πράγματα. Τα λόγια εκείνα του Γερο–Κωνσταντίνου τότε, φυσικά, φάνηκαν ασυνάρτητα, αλλά μετά από λίγα χρόνια πραγματοποιήθηκε η προφητεία του.
     Ο Γερο–Κωνσταντίνος είχε εσωτερική καθαρότητα, γι’ αυτό έβλεπε καθαρά, πολύ μακρυά! Δυστυχώς όμως, μερικοί από εμάς τους ταλαίπωρους «τον άνθρωπο του Θεού» τον θεωρούσαμε για ταλαίπωρο άνθρωπο, επειδή έμενε μέσα στα χαλάσματα, ενώ εκείνος εκεί στα χαλάσματα «έκτιζε» συνέχεια την ψυχή του. Η οποία ψυχή, αξίζει περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο, καθώς μας είπε ο Χριστός.
     Όπως ανέφερα, σε μια γωνιά στα χαλάσματα είχε την φωλιά του με τις κουρελιασμένες κουβέρτες και δίπλα του ένα «Ψαλτήρι» και ένα «Ὡρολόγιον» της Εκκλησίας. Το δε «νοικοκυριό» του, ήταν ένα τενεκάκι από κουτί κονσέρβας με ένα σύρμα για χερούλι! Αυτή ήταν όλη η περιουσία του!
     Κάθε Σάββατο περνούσε συνήθως από δυο Κονάκια στις Καρυές, και οι Πατέρες του έβαζαν κάτι από τα περισσεύματα στο τενεκάκι του. Περνούσε πάντα σιωπηλά, χωρίς να ζητάει· είχε αρχοντιά. Εάν οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, έφευγε χωρίς να πάρει τίποτα. Κάπου–κάπου, περνούσε και από τα μπακάλικα και έπαιρνε μόνος του, σαν σπουργίτης, πέντε–έξι ελιές στο χέρι του και έφυγε. Οι μπακάληδες το θεωρούσαν αυτό ευλογία, γιατί τον αγαπούσαν τον Γερο–Κώστα. Εάν κανείς τού έβαζε στην τσέπη του χρήματα κρυφά, τα άφηνε και αυτός στα μπακάλικα κρυφά και έφευγε.
     Έτσι φρόνιμα ζούσε ο Γερο–Κώστας στο Περιβόλι της Παναγίας, σαν άκακο αρνάκι.
     Δυστυχώς όμως, το 1969, επειδή έρχονταν πολλοί κοσμικοί, Ευρωπαίοι, και τον νόμιζαν για τρελλό, έτσι όπως εμφανιζόταν στις Καρυές, οι Αρχές έστειλαν στο Τρελλοκομείο τον άνθρωπο του Θεού! Εκεί στην κλινική, αφού τον εξέτασαν οι γιατροί, δεν του βρήκαν τίποτε. Τα μυαλά του ζύγιζαν τετρακόσια δράμια (μια οκά), αλλά εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, οι εξωτερικοί, με την κατ’ όψιν κρίση μας, τον αδικήσαμε και στην συνέχεια. Ενώ τον βρήκαν υγιέστατο, τον έστειλαν από το Τρελλοκομείο στο Γηροκομείο. Εκεί, επειδή είχε βρεθεί τελείως ξαφνικά σε κοσμικό περιβάλλον –στην Θεσσαλονίκη– έπιανε μια γωνιά και έλεγε την «Εὐχή», και από τα μάτια του κυλούσαν συνέχεια τα δάκρυα σαν χάνδρες.
     Όταν έμαθα ότι ο Γερο–Κώστας πέρασε αυτήν την ταλαιπωρία και βρίσκεται πια στο Γηροκομείο, είπα στην αδελφή που ήταν στην Γραμματεία να τον φροντίζει. Φυσικά, ήταν καλύτερα από το Τρελλοκομείο στο Γηροκομείο, αλλά, όσο και καλά να ήταν, για τον φιλήσυχο Μοναχό Γερο–Κωνσταντίνο το Περιβόλι της Παναγίας ήταν καλύτερο και απ’ όλα τα παλάτια του κόσμου.
     Απορούσε το καημένο το Γεροντάκι και έλεγε στην αδελφή:
     –Γιατί μ’ έφεραν εδώ;
     Εκεί λοιπόν πέρασε την επίλοιπη ζωή του ο «διὰ Χριστὸν Σαλός», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από εμάς τους κοσμικά έξυπνους.
     Δεν έχει σημασία «πού κοιμήθηκε» και «αν κοιμήθηκε στο Γηροκομείο» και όχι στο Άγιον Όρος, ο Γερο–Κώστας. Αυτό που έχει σημασία, είναι, ότι θα ξύπνησε στον Παράδεισο, ο πολύ έξυπνος, ο «διὰ Χριστὸν Σαλός», ο Γερο–Κωνσταντίνος.
     Την ευχή του, να έχουμε. Αμήν.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)


[(1) Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: «Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα», κεφ. 15ο, σελ. 91–94, Γ΄ έκδοση, Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Αύγουστος 1994. (2) Στην φωτογραφία της παρούσας ανάρτησης η οποία τραβήχτηκε πριν από μια πεντηκονταετία από έναν γερμανό Νταμ: ο Γερο–Κωνσταντίνος, «ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός», ο σπουργίτης των Καρυών.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου