Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ

ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ
(1384–1426)
–Το θαυμαστό ιστορικό της ευρέσεως–


     «Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου η θεία πρόνοια οδήγησε τα βήματά μου, έφερνα το στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ήταν παντού τα κόκαλα των αγίων που με το αίμα τους ποτίστηκε το δένδρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο καθάρισμα απ’ τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο και έλεγα: “Θεέ μου! Aξίωσέ με, την ανάξια δούλη σου, να δω έναν από τους Πατέρες που έζησαν εδώ!”.
«

     
»Κι ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον οποίο συνεχώς παρακαλούσα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: “Σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!”. Και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστηριού. Ο καιρός περνούσε και η φωνή ολοένα πιο δυνατή και πιο φλογερή με προέτρεπε: “Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!”.«

     
»Έδειξα τον τόπο στον εργάτη που είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μια μικροεπισκευή στο Ηγουμενείο. Εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί που με ωθούσε η εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε αλλού! Στην επιμονή του, τον άφησα να πάει όπου ήθελε. Κι εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μη μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους για ν’ αναγκαστεί να έλθει στον τόπο που με ωθούσε εκείνη η φωνή.«

     
»Και, πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία–τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι’ αυτό επέστρεψε στον τόπο που αρχικώς του υπέδειξα. Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, τον μισογκρεμισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πως κάποτε υπήρξε κελί κάποιου μοναχού και που έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα που κάποτε συνέβη εκεί.«


     »Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβει κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα. Και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνει ζημιά, του είπα: “Μη βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε λίγο πιο σιγά!”. Αλλά επειδή δεν με άκουγε κι έσκαβε με τον ίδιο σκοπό, του είπα: “Μήπως είναι κανείς θαμμένος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε!”. Και τότε κατάλαβε και μου είπε: “Νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό που έχεις μέσα στο νου σου;”. Στ’ αλήθεια! Ήμουν τόσο βέβαιη, σαν να τον έβλεπα! Και προχωρώντας τώρα στην αγία και ιερά εκταφή και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος, ο κασμάς έφερε στο φως πρώτα το κεφάλι του ανθρώπου του Θεού. Την ίδια στιγμή, σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σ όλη τη γύρω ατμόσφαιρα.«

     »Ο εργάτης χλώμιασε. 
     »Δέθηκε η γλώσσα του, κόπηκε η μιλιά του. 
      »“Άφησέ με μόνη, σε παρακαλώ!”, είπα στον εργάτη και απομακρύνθηκε. Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάσθηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθιά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου, γέμισε από αγαλλίαση. Απέκτησα μεγάλο θησαυρό. Και, παίρνοντας το χώμα με προσοχή, έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του που, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί.«

     
»Χαρακτηριστικό ότι επρόκειτο για κληρικό είναι ότι, παίρνοντας το χώμα στη θέση όπου ήσαν τα άγιά του χέρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, που δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργαλειό του παλαιού καιρού. Το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό. Και, προχωρώντας κάτω στα πόδια του, να το και πάλι, το στρίφωμα του ράσου του, όπως και στα χέρια του, ολοκάθαρο! Και τα πέλματά του, είχαν αποτυπωθεί στο χώμα.«

     
»Δεν ήξερα τι να κάνω· Να χαρώ ή να κλάψω; Πώς βρέθηκε εκεί θαμμένος ο του Θεού άνθρωπος; Τι να είχε συμβεί; Τι να είδαν τα μάτια του; Έλεγα: “Κάποιο δράμα θα συνέβη!”. Και, προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του, αυτά θρυμματίζονταν. Διότι η βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι’ αυτό και τα τοποθέτησα όπως ήταν στη θυρίδα, που ήταν πάνω από τον τάφο του.«

     
»Μα, τι να σας πω για ’κείνη τη βροχή! 
      »Λες κι ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα οποία έρανε τον Άγιο και τον τάφο του!...«


      »Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό. Ήμουν ακόμη μόνη σ’ αυτόν τον άγιο τόπο που μ’ έφερε ο Κύριος να Τον υπηρετήσω. Και, ξαφνικά, ακούω βήματα που ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου και τα οποία προχωρούσαν στην αυλή και έφταναν στην πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματά του, τόσο ακούγονταν δυνατά και σταθερά, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήταν άνθρωπος με δυνατό χαρακτήρα. Είναι αλήθεια ότι ήταν η μοναδική φορά που φοβήθηκα. Αισθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει στο κεφάλι μου και, από το φόβο μου, ούτε που γύριζα πίσω μου να δω.«

     
»Οπότε, ακούω τη φωνή του να μου λέγει: 
     –Έως πότε θα μ έχεις εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κεφάλι μου, έτσι!... 
      »Τότε, γύρισα και τον είδα· Ήταν ψηλός στο ανάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφρές ρυτίδες στην άκρη. Τα γένια του έφθαναν και κάλυπταν το λαιμό και, κάπως, εδώ κι εκεί, με χάρη διχάζονταν στα πλάγια και μπροστά, λίγο σγουρά, χρώματος μαύρου. Ήταν με όλη τη μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρο και το δεξί του χέρι ευλογούσε.«

     
»Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητη. Πήρα θάρρος και δύναμη. Ο φόβος εξαφανίστηκε. Τον ένιωσα δικό μου και του είπα· 
     –Συγχώρεσέ με! Αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, θα σε περιποιηθώ… «

      
»Κι αμέσως έγινε άφαντος και συνέχισα τον Εσπερινό μου με ειρήνη. Το πρωί, μετά την ακολουθία του Όρθρου, πήρα τ’ αγιασμένα οστά και τα καθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τ απόθεσα στο Ιερό σε μια παλιά θυρίδα, αφού άναψα κι ένα καντηλάκι.«

     
»Το βράδυ της ίδιας μέρας, βλέπω στον ύπνο μου τον όσιο άνθρωπο του Θεού, όρθιο μέσα στην Εκκλησία, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο μια περίλαμπρη, ωραιότατη εικόνα του Αγίου, που την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη. Δίπλα του, βρισκόταν ένα μανουάλι κι εγώ του έβαλα μια λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί. 
     »Και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει: 
     –Σ’ ευχαριστώ πολύ! Ονομάζομαι  Ε φ ρ α ί μ«

      
»Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου απορία για τούτο το περιστατικό. Μια μέρα, μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα της Εκκλησίας, ακούω τρία κτυπήματα σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος. Μπήκα στο Ιερό, διότι εκεί είχα τοποθετημένα τα άγια του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα.«

     
»Αλλά, τι να πω και τι να λαλήσω για την ουράνια εκείνη ευωδία που ανέπεμπαν τα λείψανά του! Χείμαρρος πραγματικός, πλημμύρισε όλο μου το είναι! Αισθάνθηκα μέσα μου τον Παράδεισο! Μα, και την ταπεινότητά μου μέσα σε αυτό το μεγαλείο!...».

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗ 
ΜΑΚΑΡΙΑ ΔΕΣΥΠΡΗ 
(1911–1999)


[«Οπτασίαι και θαύματα
του Αγίου Εφραίμ
του Νεοφανούς (1384–1426)»,
σελ. 18–22,
Έκδοση Ιεράς Μονής
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Νέα Μάκρη Αττικής, 1982.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου