Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

ΔΥΟ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ

ΔΥΟ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ


     [Είχαν περάσει μόλις δέκα μήνες από την ημέρα της χειροτονίας μου και] δεν είχα ακόμη καταλάβει και πεισθεί αν «έστρωσα» καλά στου Λαυριώτου εφημερίου τη δύσκολη ζωή, και αν έμαθα τέλεια την τάξη την περίπλοκη γι’ αυτόν στο Καθολικό της αγαπημένης μας Λαύρας και, με μια γραπτή εντολή της Ιεράς Συνάξεως της Μονής (ήταν τέλη Μαΐου του 1966), βρέθηκα να εφημερεύω στον Άγιο Γεώργιο της Σκύρου.

     Ήταν θέμα υπακοής, είπαν, και πολύτιμης προσφοράς στο Μοναστήρι· γιατί ήταν μεγάλο το Μετόχι μας εκεί, μεγάλο το προσκύνημα «τ’ Αγιογιωργιού» για τους πιστούς της Εύβοιας και όλων των Σποράδων νήσων, και ατελείωτα τα παράπονά τους, να μη έχει ο «Αη–Γιώργης» τους τον εφημέριό του, αλλά οικονόμο έναν απλό μοναχό, ίσα–ίσα ν’ ανάβει τα καντήλια.

     –Έλειπες τόσα χρόνια για σπουδές και λείπεις και τώρα με το καθηγητηλίκι σου στην Αθωνιάδα· και το ανέχονται οι πατέρες. Τώρα τουλάχιστον, στο διάστημα των διακοπών του καλοκαιριού, είναι ευκαιρία να κάνεις κάτι και να αποδείξεις ότι ενδιαφέρεσαι και για το Μοναστήρι. Είναι μεγάλη η ευθύνη μας προς το Μετόχι και έχουν δίκαιο να μας κατηγορούν πως το παραμελούμε.
     Αυτά, μου είπε ο Γέροντας· και έπρεπε να υπακούσω.

     Απ’ τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασής μου εκεί, κατάλαβα τι θα πει Αγιορειτικό Μετόχι στον κόσμο. Μεγάλο κεφάλαιο της Αγιορειτικής ιστορίας και της εκτός Αγίου Όρους δραστηριότητάς του και των, από και προς τον κόσμο, σχέσεων και αντιδόσεών του.

     Αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα οι τίτλοι της κυριότητας των Μετοχίων. Παρηγοριά κι ελπίδα επιβίωσης των μοναχών του Όρους και της συντήρησης των Μονών οι πρόσοδοί τους. Δάσκαλοι του Γένους μας και κατηχητές και τροφοδότες των κατατρεγμένων, οι καλόγεροι οικονόμοι, σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, αλλά και (αυτά τα ίδια τα Μετόχια) μπαρουταποθήκες και ταμπούρια (μετατρέπονταν) αποφασιστικά, όταν ο επαναστατικός Αγώνας και η δύστυχη Πατρίδα το απαιτούσαν.


     Μεγάλες οι ιστορικές συγγένειες και πολλές οι μνήμες της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους με την Σκύρο και τα νησιά των Βορείων Σποράδων. Και η μικρή Σκυροπούλα, ελάχιστα μίλια αντίπερα, μαρτυρούσε και θύμιζε σελίδες μιας άλλης πτυχής της ιστορίας· όταν εκεί (περίπου το 1781), εξόριστος διατελούσε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (17491809), την εποχή της ευεργετικής για το Έθνος μας έριδας των Κολλυβάδων και, εκμεταλλευόμενος (αυτός) την ησυχία, την ερημιά και την «ευκαιρία», έγραψε μεταξύ άλλων και το «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιό» του («Περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων»).

     Θέλει σύνεση πολλή και ειδική σχέση, και ιεροκανονική προς τον επιχώριο Μητροπολίτη αναφορά, και σεβασμό και αναγνώριση των δικαιωμάτων του, που δεν είναι μεν κυριαρχικά επί του Μετοχίου της Αγιορείτικης Μονής και του ιερού ναού του, αλλά είναι πλήρη και αναπαλλοτρίωτα τα πνευματικά του τοιαύτα επί των πιστών που εκκλησιάζονται σ’ αυτόν· και επομένως, συ, ο εντεταλμένος οικονόμος και εφημέριος και οιονεί ηγούμενος, μόνο εξ ονόματός του είναι επιτρεπτό και κανονικό τελετουργικώς και μυστηριακώς να τους αγιάζεις.

     Μ’ αυτή την έννοια και αναφορά, εφημέρευα και προσπάθησα ν’ αποβώ χρήσιμος και ωφέλιμος στο Μοναστήρι μου και στον πιστό λαό της Σκύρου. Τελούσα τις καθιερωμένες ακολουθίες του όρθρου, του εσπερινού και του αποδείπνου και λειτουργούσα τις Κυριακές και τις γιορτές, αλλά και τις καθημερινές, όταν η ευλάβεια των πιστών το απαιτούσε. Έλεγα και μερικά λόγια καλά, όποτε μπορούσα και το έκρινα σκόπιμο και, για να μη λησμονώ και το «καθηγητηλίκι» μου, όπως το απεκάλεσε ο Γέροντας, διοργάνωσα και ειδικές βραδινές ομιλίες στο προαύλιο του ναού, αλλά και στην πλατεία της πόλεως ακόμη, με θέματα αγιορειτικά, που τα συνόδευσα με προβολή έγχρωμων διαφανειών· και ο κόσμος έδειχνε πολύ ευχαριστημένος κι εγώ συνειδησιακά αρκετά αναπαυμένος.

     Ανέβαινε για προσκύνημα του θαυματουργού αγίου πολύς κόσμος· κι επισκέπτονταν και μένα για γνωριμία και συζήτηση στο αρχονταρίκι και προύχοντες και προεστοί, αλλά και ξωμάχοι σκληραγωγημένοι και κολλήγοι απλοί, πάντοτε αγαθοί και καλοπροαίρετοι όλοι, για να φανερώσουν την ευλάβειά τους στον άγιο, να εξιστορήσουν θαύματα που τους διηγήθηκαν οι παππούδες τους ή που έζησαν οι ίδιοι, να δηλώσουν την αγάπη και την αφοσίωσή τους στο Μετόχι και να παρακαλέσουν να διαβιβάσω στην Μονή διάφορα αιτήματά τους, σχετικά με τα κτήματα και τους βοσκότοπους που νοίκιαζαν για τα πολλά κατσικοκόπαδά τους.


     Είχα τελειώσει τον εσπερινό ένα απόγευμα της νηστίσιμης περιόδου του Δεκαπενταυγούστου και, όπως και στο Αγιονόρος, έβαλα δεύτερο «ευλογητό» και έψαλα μαζί με τον πατέρα Μιχαήλ και την Παράκληση της Παναγίας. Μόλις τελειώσαμε και σβήσαμε κεριά και μανουάλια και ετοιμαζόμασταν να βγούμε στην αυλή και στο ακροπέζουλο του κάστρου για ν’ αγναντέψουμε, κατά την συνήθειά μας την κατάλληλη εκείνη ώρα, από ’κείνη την πανύψηλη ακρόπολη, της πόλης και του νησιού τις ομορφιές, να και παρουσιάστηκαν απρόσμενα τρεις ηλικιωμένες γυναικούλες. Μας χαιρέτησαν κι άρχισαν σταυροκοπούμενες να προσκυνούν τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και του θαυματουργού αγίου.
     «Θα προσκυνήσουν και θα φύγουν...», σκέφτηκα και βημάτισα για να βγω έξω. 
     Με πρόλαβε όμως η μια και με σεμνότητα πολλή μου είπε:
     –Μια Παράκληση στην Παναγιά θα μας κάνετε, πάτερ, και θα μνημονέψετε κι αυτά τα ονόματα· είπε, και παρέδωσε στα χέρια μου το ψυχοχάρτι.

     Μακριά από τέτοιες συνήθειες και εντελώς άπειρος στην αντιμετώπισή τους, το μόνο που προσπάθησα ήταν να κρύψω την δυσφορία μου. Και με επιστράτευση όσης ευγένειας διέθετα, ήρεμα παραπονέθηκα:
     –Χριστιανή μου, κάθε απόγευμα σημαίνει η καμπάνα για εσπερινό και, φυσικά, στην συνέχεια ψέλνουμε την Παράκληση της Παναγίας. Δεν μπορούσατε να έλθετε εγκαίρως, ώστε να συμπροσευχηθείτε και να μνημονευθούν και τα ονόματα των συγγενικών και προσφιλών σας προσώπων; Η Παράκλησις τελείωσε μόλις προ ολίγου· αύριο, λοιπόν, με το καλό.
     Έκπληκτες τώρα έδειξαν όλες και σχεδόν μ’ ένα στόμα επανήλθαν στο αίτημά τους:
     –Μα εμείς, πάτερ, θέλουμε Παράκληση ξεχωριστή για μας και τα ονόματά μας.



     Κατάλαβα αμέσως πως θα ήταν μεγάλο λάθος να τις απογοητεύσω, επιμένοντας στην αναβολή· κατένευσα καθησυχαστικά, ξαναφόρεσα το πετραχήλι, έβαλα πάλι «ευλογητό» και ξανάρχισα τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, που ήταν η ημέρα του· και, φυσικά, δεν μπόρεσε να μην περάσει απ’ το νου μου ο λογισμός, πως, «ούτε στο Αγιονόρος μού ’τυχε να κάνω δυο Παρακλήσεις την ίδια μέρα!»

     Την ξαναψάλαμε προσεκτικά και κατά την αγιορειτική τάξη, μη παραλείποντας ούτε «τα κόκκινα γράμματα», όπως ενδεικτικά λέμε στο Όρος. Και έδειχναν, οι καημένες, όλη της προσευχής την ώρα τόσο ευλαβείς, τόσο προς την εικόνα ικετευτικά αποτεινόμενες! Και έκαναν μέχρι το δάπεδο, παρά την ηλικία τους, τις μετάνοιες· και ένωσαν, χωρίς καν να μας ρωτήσουν, με τις δικές μας τις φωνές τους, όταν φθάσαμε στα εξαποστειλάρια:

     «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, 
     συναθροισθέντες ἐνθάδε,
     Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, 
     κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα·
     καὶ σὺ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, 
     παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

     «Ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων, 
     τῶν θλιβομένων ἡ χαρά,
     Χριστιανῶν ἡ προστάτις…».

     Δυσκολία μεγάλη συνάντησα, όταν στο τέλος, κατά την συνήθειά τους φαίνεται, θέλησαν «κάτι» να μου αφήσουν και όταν διαπίστωνα στο εξής πως η ευσεβής φλυαρία τους τελειωμό δεν είχε· και παρά λίγο να με κυριεύσει αγανάκτηση, όταν επίμονα διαβεβαίωναν ότι… «τέτοια, πάτερ, Παράκληση δεν ξανακούσαμε!».

     Ξεμάκρυναν κάποτ’ επιτέλους οι καλές κυρές, κι εγώ μονολογούσα: «Τι τους ήρθε τους Γεροντάδες να με μπλέξουν μ’ ένα κόσμο άγνωστό μου;... Αν πληθύνουν τα φαινόμενα αυτά, δεν βλέπω να βγάζω εδώ το καλοκαίρι...».


ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ


[Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσόστομου:
«Γράμματα και άρματα στον Άθωνα»
μέρος β΄, σελ. 369–374,
έκδοση Ιερού Λαυριωτικού Κελλίου
«Οι Άγιοι Πάντες», Άγιον Όρος 2000.]










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου