Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ…

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ,
ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ…


     Πολλά έζησα εκείνα τα χρόνια που ήμουν στην Πολυκλινική. Η Ελλάδα, και κυρίως η Αθήνα, υπέφερε απ’ τις ταλαιπωρίες του πολέμου, την κατοχή, την πείνα και το θάνατο που θέριζε καθημερινά τους ανθρώπους. Μοιραζόμουν μαζί τους τα πρόσφορα κι ό,τι άλλο μου φέρνανε. Αλλά και ο ψυχικός πόνος μ’ έκανε να συμπάσχω, βλέποντας τα βάθη των ψυχών τους με το χάρισμα της διοράσεως. Όποιος ερχόταν και μου έλεγε για ένα σωματικό πόνο, το έκανα θέμα προσευχής. Και αυτό πάλι το γεγονός με παρακινούσε σε μελέτη. «Βλέποντας» ένα άρρωστο μέλος του σώματος, ήθελα να γνωρίσω την επιστημονική του ονομασία αλλά και τη θέση που έχουν όλα τα όργανα του σώματος, η χολή, το πάγκρεας κ.λπ. Γι’ αυτό αγόρασα βιβλία της ιατρικής, ανατομίας, φυσιολογίας κ.α., ώστε να μελετήσω και να κατατοπισθώ. Για ένα, μάλιστα, διάστημα παρακολούθησα και παραδόσεις στην Ιατρική Σχολή για μεγαλύτερη κατάρτιση. Τη φιλομάθεια αυτή την είχα για όλα τα πράγματα. Ήθελα όλα να τα μαθαίνω μέχρι το βάθος και το πλάτος. Πήγαινα σ’ ένα εργοστάσιο; Ήθελα να μάθω και τις λεπτομέρειες, πώς λειτουργεί. Επισκεπτόμουν ένα μουσείο; Επί ώρες περιεργαζόμουν τα γλυπτά. Εδώ θα σας αναφέρω ένα περιστατικό.


     Μια Κυριακή, προς το μεσημέρι, περνούσα έξω απ’ το Αρχαιολογικό Μουσείο. Είχα λίγο χρόνο και σκέφθηκα να μπω μέσα. Προχωρούσα στις αίθουσες κοιτάζοντας τ’ αγάλματα. Σε μια αίθουσα ήταν ένα γκρουπ. Μια ξεναγός τούς εξηγούσε. Ήταν απόλυτη ησυχία. Πλησίασα λίγο. Όταν, όμως, με είδε η ξεναγός, τους είπε ψιθυριστά:
     –Ήλθε ένας παπάς. Εγώ τους παπάδες δεν τους χωνεύω, αλλ’ αυτός δεν μου φαίνεται σαν τους άλλους.
     Πλησίασα πιο πολύ. Είπα:
     –Καλημέρα.
     –Καλημέρα, απάντησε η ξεναγός.
     –Μπορώ, της είπα, να παρακολουθήσω αυτά που λέτε;
     –Μάλιστα, είπε.
     Πηγαίναμε απ’ το ένα άγαλμα στο άλλο. Σε μια στιγμή σταθήκαμε στο άγαλμα του Διός. Ο Δίας ήταν στο θρόνο του κι έριχνε τον κεραυνό στους ανθρώπους. Αφού τους είπε όσα ήξερε η ξεναγός, γυρίζει σ’ εμένα και μου λέει:
     –Εσείς τι λέτε, παππούλη; Πώς βλέπετε το άγαλμα;
     –Εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά. Μόνο έτσι όπως το βλέπω, θαυμάζω το έργο του καλλιτέχνη αλλά και το πλάσμα του Θεού, που τόσο τέλεια το δημιούργησε. Και καταλαβαίνω ότι ο καλλιτέχνης που το έφτιαξε είχε μεγάλη αίσθηση του θείου. Βλέπετε τον Δία· ενώ ρίχνει τον κεραυνό στους ανθρώπους, το πρόσωπό του είναι γαλήνιο. Δεν είναι οργισμένος. Είναι απαθής.
     Πολύ ευχαριστήθηκε η ξεναγός με τη δική μου εξήγηση αλλά και όλο το γκρουπ. Τι μας λέει αυτό; Τι λέει; Ότι ο Θεός δεν έχει πάθος, κι όταν ακόμη τιμωρεί.


     Είχα φιλομάθεια σ’ όλα, όπως σας είπα. Έτσι κάποτε είχα πάει να σπουδάσω πτηνοτροφία. Ναι, αλήθεια σας λέγω! Άλλοτε πάλι επήγα σε καθηγητή που εδίδασκε μελισσοκομία. Ο καθηγητής, μάλιστα, ήταν Κερκυραίος. Ήταν διάφοροι μες στην τάξη, αγόρια, κορίτσια, νέοι, γέροι. Όταν τελείωσε το μάθημα, με πλησιάζει ο καθηγητής και μου λέει:
     –Παπά, ξέρεις τι κατάλαβα; Ότι θα πετύχεις άριστα στη μελισσοκομία.


     Λέω:
     –Πώς το κατάλαβες;
     –Σε είδα, μου λέει, απ’ τον τρόπο που κοίταζες, απ’ την προσοχή σου, ότι κάνεις για μελισσοκόμος. Θα διαπρέψεις. Εσύ θα συνεννοείσαι με τις μέλισσες, θα τους μιλάεις και θα σου μιλάνε.
     –Έτσι είναι. Θα μιλάω με τις μέλισσες, θα πηγαίνω στην κυψέλη, θα τις ακούω, θα τις καταλαβαίνω, θα τρελαίνομαι μαζί τους, αλλά θα «χάσω» το ράσο και το καλυμμαύχι!

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)



[Αγίου Γέροντος
Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
μέρος 1ο, κεφ. 4ο, σελ. 134–137,
έκδοση Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά Οκτώβριος 200910.]










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου