Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 


     […] Όταν ο Χριστός θέλησε να καλέσει κοντά Του την Παναγία Μητέρα Του, της φανέρωσε αυτή τη θέλησή Του τρεις μέρες πριν από την Κοίμηση, στέλνοντας τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, το ίδιον άγγελο που είχε υπουργήσει και στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ο Αρχάγγελος κατέβηκε, της έδωσε ένα κλωνάρι φοινικιάς –ίσως κι αυτό να κρύβει ένα βαθύ συμβολισμό– και της ανήγγειλε τη θεία της Μετάσταση από τη γη στον Ουρανό, από τη ζωή την πρόσκαιρη, στη ζωή την αθάνατη. Ακούγοντας τον αγγελικό αυτό λόγο η Παναγία, εχάρηκε κι ανέβηκε με σπουδή πάνω στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει το Θεό.

     Στο δρόμο που ανέβαινε προς το Όρος, τα δέντρα, σα νά ’ταν έμψυχα και λογικά, έσκυβαν και την προσκυνούσαν. Είναι γνωστό, πως εκεί ψηλά ανέβαινε συχνά η Παναγία και προσευχόταν ώρες πολλές. Τόσο πολύ, που, όπως αναφέρει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, απ’ τις συνεχείς γονυκλισίες της Παναγίας, οι πλάκες του εδάφους εβαθούλωσαν, κι αυτά τα βαθουλώματα φαίνονταν ως τον καιρό που ζούσε ο άγιος Ανδρέας και πιο ύστερ’ ακόμη: «φωνάζουν μεγαλόφωνα γι’ αυτές τις κλίσεις των ιερών γονάτων του πάναγνου σώματος οι πλάκες που είναι στρωμένες κάτω στο έδαφος».


     Αφού έμειν’ εκεί πολλή ώρα η Παναγία και προσευχήθηκε, γύρισε στο σπίτι της, όπου μπαίνοντας αισθάνθηκε σαν να το κουνούσε κάποιος σεισμός. Άναψε φώτα πολλά και κάλεσε τις συγγένισσες και τις γειτόνισσές της. Καθαρίζει κ’ ευπρεπίζει τα πάντα, μέχρι και το νεκροκρέβατό της, κ’ έτσι τους φανερώνει τα λόγια του Θεού που της έφερε ο Αρχάγγελος· τους δείχνει και το κλωνάρι της φοινικιάς. Οι καλεσμένες γυναίκες άρχισαν να θρηνούν και να χύνουν δάκρυα. Κι η Παναγία τις παρηγορούσε, πως κι από τον Ουρανό θα τις φυλάγει και όταν της το ζητούν θα τις παρηγορεί στον κάθε πόνο τους.

     Εκείνη την ώρα, μια βροντή ακούστηκε και σύννεφα πολλά σκέπασαν το σπίτι της Παναγίας. Κ’ ένας–ένας άρχισαν να κατεβαίνουν οι Άγιοι Απόστολοι, που έφτασαν εδώ από τα πέρατα της Οικουμένης, όπως λέγει και ο ιερός υμνογράφος:
     «Νεφέλαι τοὺς Ἀποστόλους
     αἰθερίους διήρπαζον
     καὶ κοσμικῶς διεσπαρμένους
     ὁμοχώρους παρέστησαν,
     τῷ ἀχράντῳ σου σώματι».


     Μαζί με τους Αποστόλους ήταν κι ο άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης, ο διδάσκαλός του άγιος Ιερόθεος, ο απόστολος Τιμόθεος κι άλλοι Ιεράρχες, καθώς κι ο απόστολος Παύλος. Εκεί, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς ποια ήτανε δάκρυα λύπης και ποια δάκρυα χαράς, που έσταζαν πλούσια από τα μάτια των Αποστόλων.

     Η Παναγία τούς αποχαιρετά όλους, προσεύχεται με θερμές δεήσεις και ικεσίες στον Υιό και Θεό της, για την ειρήνη του κόσμου και για την ενδυνάμωση των Αποστόλων, και ανακλίνεται στο νεκροκρέβατο που η ίδια πριν λίγο είχε ετοιμάσει. Ευλογεί τους Αποστόλους και παραδίνει την παναγία ψυχή της στα χέρια του Υιού της, που κατέβηκε να την παραλάβει –όπως εικονίζει το θαύμα η βυζαντινή αγιογραφία, που δείχνει τον Χριστό ν’ ανεβάζει σαν νήπιο στον Ουρανό την ψυχή της Παναγίας. Τότε οι Απόστολοι, αφού της έψαλαν τα επιτάφια εγκώμια, σήκωσαν το νεκροκρέβατο και με λαμπάδες και ύμνους εξόδιους κίνησαν να ενταφιάσουν το θεοδόχο σώμα της Θεομήτορος στη Γεθσημανή. Την ακολουθία συνόδευαν από ψηλά οι μελωδικές φωνές των αγγέλων.


     Μόνο οι φθονεροί Εβραίοι δε βαστούσαν να βλέπουν και ν’ ακούνε τόσα θαύματα, και σκέφτηκαν να γκρεμίσουν και να μολύνουν το νεκροκρέβατο της Παναγίας. Δεν πρόφτασαν όμως να προχωρήσουν στη σατανική τους επιχείρηση και τυφλώθηκαν όλοι τους. Ένας μάλιστα, που πλησίασε το πάναγνο σώμα της Παναγίας άφησ’ εκεί κομμένα, στη στιγμή, τα χέρια του. Μόνον αργότερα, σαν μετανόησαν ειλικρινά και πίστεψαν, είδαν το φως οι τυφλοί κ’ έλαβε πάλι τα κομμένα χέρια του ο Ιεφονίας. Σαν έφθασαν στη Γεθσημανή οι Απόστολοι, ενταφίασαν με πολλές τιμές το πάνσεπτο σκήνωμα της Θεοτόκου κ’ έμειναν εκεί επί τρεις ημέρες, ακούγοντας μέρα και νύχτα τους ύμνους που έψελναν ακατάπαυστα οι φωνές των αγγέλων.

     Απ’ την κηδεία έλειπε, κατά θεία οικονομία, ένας από τους αγίους Αποστόλους (πολλοί λέγουν πως αυτός ήτανε πάλι ο απόστολος Θωμάς), που ήρθε την τρίτη ημέρα, πολύ λυπημένος που δεν αξιώθηκε να ιδεί κ’ εκείνος, εκείνα που είδαν όλοι οι άλλοι Απόστολοι. Τότε άνοιξαν τον τάφο για να προσκυνήσει το σώμα της Θεοτόκου και ο καθυστερημένος Απόστολος. Αλλά με θαυμασμό και απορία όλοι τους αντίκρισαν τον τάφο αδειανό! Δεν υπήρχαν παρά μόνο τα «εντάφια σπάργανα», όπως και στον Χριστό, δηλ. τα νεκροσέντονα. Γονάτισαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον κενό τάφο της Παναγίας, που είχε «μετασταθεί» και είχε αναληφθεί στον Ουρανό. [...]


     Και σήμερα ακόμη όπως και στους αιώνες που πέρασαν, όπου υπάρχει εκκλησία του Χριστού, η ψυχή κ’ η πονεμένη καρδιά του ανθρώπου σκύβει μπρος στην Εικόνα της Παναγίας κι αποθέτει μ’ εμπιστοσύνη το φορτίο των πόνων της. Και σ’ όλο τον κόσμο, βέβαια, τιμούν την Παναγία και την Κοίμησή της, μα πιο πολύ στην Ελλάδα –όπου δεν υπάρχει χωριό ή πολιτεία που να μην έχει ναό στο όνομα της Παναγίας– και ειδικότερα τον μήνα της Παναγίας, τον Αύγουστο, όπου η μνήμη της Κοιμήσεως πανηγυρίζεται λαμπρότερη από κάθε άλλη γιορτή της Παναγίας. Ο χριστιανός που πιστεύει βαθιά, σκύβει αυτή τη μέρα, βλέπει τον άδειο τάφο της, πληροφορείται τη θεία Μετάσταση και βλέπει στο βάθος των θείων κριμάτων και την ελπίδα της δικής του προσωπικής μετάστασης. Κ’ έτσι ο τάφος αυτός δεν γίνεται μόνο για την Παναγία «κλῖμαξ πρὸς Οὐρανόν», αλλά και για τον κάθε πιστό που αγωνίζεται κάτω απ’ τον Σταυρό του Χριστού. Γι’ αυτό και η μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου «δεν είναι μέρα λυπητερή και πενθική αλλά χαροποιά και ευφρόσυνη». «Γι’ αυτό το λόγο», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «ο θάνατος της Θεοτόκου μάς φέρνει ζωή, μια και μας μεταβιβάζει στην ουράνια και αθάνατη ζωή· και η μνήμη αυτού του θανάτου είναι χαρμόσυνη γιορτή, μια και αυτή η γιορτή είναι παγκόσμια πανήγυρη». [...]


     Η τιμή μας προς την Παναγία την ημέρα της μνήμης της, πρέπει να γίνει και με την απαραίτητη καθαρότητα της ψυχής και του σώματος, αλλά και μ’ ελεημοσύνη των πτωχών και με «συμπάθειαν τῶν δεομένων» (δηλ. με συμπάθεια και έλεος σε όσους έχουν ανάγκη). Και το σπουδαιότερο, «ας μετατρέψουμε τη θύμηση και την καρδιά μας», κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «ταμείο και κατοικία των αρετών της Θεοτόκου. Παρθένος είναι η Θεοτόκος και φιλοπάρθενη, αγνή και φίλαγνη; Βεβαία και είναι. Κι εμείς, αν έχουμε, όχι μόνο αγνό το σώμα από κάθε σαρκική αμαρτία, αλλά και αγνή την ενθύμησή μας από αισχρούς και ρυπαρούς λογισμούς, θα αποκτήσουμε μέσα μας τη χάρη της υπέραγνης Παρθένου. Φεύγει αυτή από κάθε αισχρό πάθος; Αποστρέφεται τους ρυπαρούς λογισμούς; Σιχαίνεται την γαστριμαργία; Πολεμάει την πορνεία; Μισεί τα κινήματα του θυμού; Δεν δέχεται το φθόνο και τις φιλονικίες; –γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να μισήσουμε όλα τα ανωτέρω πάθη, αν θέλουμε να είμαστε μιμητές και φίλοι της Παρθένου. Και πάλι· χαίρεται η Παρθένος στη νηστεία και την εγκράτεια; ευφραίνεται στην παρθενία και τη σωφροσύνη; Αγαπά την ειρήνη και την πραότητα; Εναγκαλίζεται την αγάπη και την ταπείνωση; –γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να αγαπήσουμε αυτές τις αρετές, αν θέλουμε να γίνουμε ακόλουθοι και μιμητές της Παρθένου·  και, με συντομία, όπως η Παρθένος μισεί κάθε κακία και αγαπά κάθε αρετή, έτσι πρέπει να κάνουμε κι εμείς· ώστε βλέποντάς μας έτσι στολισμένους μ’ αυτές τις αρετές, η Παρθένος, να ποθήσει το κάλλος των ψυχών μας και να έρθει νοερά σ’ εμάς, φέρνοντας μαζί της κάθε σειρά πνευματικών χαρίτων και αγαθών». 

     Γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο αγιογράφος και λογοτέχνης της Παράδοσης, ο κυρ–Φώτης ο Κόντογλου (1895–1965):
     «Ω! Τι θάνατος, λοιπόν, είναι αυτός;! Που γέμισε την Οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας;!
     »Και, καλώτατα ψέλνει ο υμνωδός, σήμερα:
     “Ἐν τῇ γεννήσει
     τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας·
     ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον
     οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε.
     Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
     μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς·
     καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη,
     ἐκ θανάτου τὰς ψυχάς ἡμῶν”...


     »Θάνατος, δεν υπάρχει εδώ πέρα, που είναι η Μητέρα της Ζωής. Κι ούτε μοιρολόγια και ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ανεκλάλητη, γάμος πνευματικός. Τράπεζα αγιασμένη, που έχει απιθωμένον απάνω της τον Άρτο της Ζωής και το Κρασί της Αθανασίας. Και πίνουνε οι χριστιανοί και μεθάνε μ’ ένα μεθύσι άγιο, αγνό, άμωμο. Και δεν βρίσκονται, πια, μπροστά σ’ ένα λείψανο που το κηδεύουνε, αλλά βρίσκονται στη Ναζαρέτ. Στο σπίτι, το χαρούμενο και το μοσκοβολημένο, από την παρθενική ευωδία της Παναγίας. Τότε, που ήτανε δεκάξη χρονών, κατά ’κείνη την ημέρα πώγινε ο Ευαγγελισμός.

     »Και κράζουνε γηθόσυνα οι λιγόζωοι οι άνθρωποι, σα νά ’ναι αθάνατοι, μαζί με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ:
     “Κεχαριτωμένη, χαῖρε· μετά Σου, ὁ Κύριος!”.
     Η Κοίμησις, γίνεται Ευαγγελισμός· 
     η θλίψη, μεταλλάσσεται σε χαρά!... 

     »Ναι! Δεν υπάρχει αληθινή χαρά, παρά μονάχα στο Χριστό. Κι αυτή η χαρά, είναι ένα αμάραντο λουλούδι πώχει τη ρίζα του στον πόνο. Οι άλλες οι χαρές, είναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα. Η χαρά του Χριστού, είναι μια ήμερη χαρά κι ένα θεϊκό χάρισμα. Με το οποίο χάρισμα στολίζει ο Θεός τους φίλους Του, και κάνει να έχουνε μίαν αληθινή χαρά και όρεξη για τον Θεό· πού ’ναι συντροφιασμένη (αυτή η χαρά) με κάποια θεραπευτική λύπη, όπου δεν έχει μέσα της καμιά σαρκική αγάπη, παρά μονάχα μία παρηγοριά αγγελική και ουράνια. Με την οποία παρηγοριά, παρηγορά ο Θεός κρυφά εκείνους που συντρίβουνε, με πόνο και με ταπείνωση, την καρδιά τους. Άμποτε (=μακάρι) να την αξιωθούμε κι εμείς (αυτή τη χαρά), με τη Χάρη της Παναγίας που γιορτάζουμε σήμερα. Αμήν».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[Π. Β. Πάσχου: «Έρως Ορθοδοξίας»
κεφ. α΄, §β΄:2, σελ. 64–70,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου