Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥ
※ ※ ※
※ ※ ※
     «Δεν φοβούμαι πλέον. Το μόνο που χρειάζεται είναι να ανοίξω τα άδεια χέρια μου. Τίποτε περισσότερο. Και θα τα γεμίσει όπως Αυτός θέλει.
     Μερικές φορές αισθάνομαι μόνος. Και σκέπτομαι ότι πολύ βοηθάει το γράψιμο του ημερολογίου».
※ ※ ※
     «Κατάλαβα πως η καλύτερη προσευχή είναι όταν κανείς αφεθεί στην δωρεά της αρχής και του τέλους της από Εκείνον. Παύει τότε να υπάρχει τέλος και αρχή, αλλά συνεχής σχέση και κοινωνία.
     Κατάλαβα ακόμη πως η Ευχή είναι η δική Του γλώσσα, διότι τότε αισθάνεσαι εσωτερικά μια βαθειά ευφροσύνη γι’ αυτήν την συνομιλία.
     Μόλις έλθουν η ανησυχία και η αβεβαιότητατότε αρχίζει η σχέση να κιβδυλώνεται.
     Τότε θα πρέπει να βρεις το θάρρος να σταματήσεις».
※ ※ ※
     «Είναι Πέμπτη βράδυ. Βλέπω ένα όνειρο, όπου κάποιος μου λέει: “Σ’ ευχαριστώ που αύριο θα μας μιλήσεις!”. Απαντώ: “Δεν έχω άγχος”. Ξυπνώ με ζωντανό τον διάλογο στο αυτί μου. Αλλά τί πρέπει να πω και σε ποιούς; Αρχίζω να προσεύχομαι. Δάκρυα μού έρχονται στα μάτια. Και, είναι σαν να ακούω: “Είσαι μακάριος γιατί σ’ αγαπώ”. Με καταλαμβάνει μια ζεστασιά, μια μακαριότητα! Και σκέπτομαι: “Δεν είμαι μακάριος γιατί προσπαθώ…, γιατί…, γιατί…, αλλά γιατί ο Κύριος μ’ αγαπά”. Κλαίω, προσεύχομαι, νομίζω πως έφυγε το πάτωμα από τα πόδια μου. Και ήμουνα τόσο σίγουρος ότι είχα βρει τον σκοπό της ζωής μου με την αφιέρωσή μου στον μοναχισμό!
     Και πάλι ακούω:
     “Είσαι μακάριος γιατί σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, ώστε φτιάχνω την κατοικία μου μέσα σου. Η προσπάθειά σου, ο στόχος σου, όλα λιώνουν μέσα στην άβυσσο της αγάπης μου. Η αγάπη μου, ζει μέσα σου και αυτό σε κάνει μακάριο”.  
     Ενώ ακούω όλα αυτά, συνεχίζω να προσεύχομαι. Περνούν πολλά λεπτά, ίσως ώρες, δεν ξέρω. Ησυχάζω. Δεν φοβάμαι. Γιατί θά ’πρεπε; Και αναρωτιέμαι.
     –Και τώρα; Πώς αντιδρώ σ’ αυτήν την εξομολόγηση του Κυρίου μου;».
※ ※ ※
     «Είναι ανάγκη να προσπαθήσω τόσο, που να μην πάει παραπέρα, για να μπορέσω να γνωρίσω αυτό που τελικά θα παραμείνει. Ξανάρχεται η εμπειρία της παρουσίας του Κυρίου στην Ευχή. Με κτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Πάλι έρχονται δάκρυα επί δακρύων· πάλι δάκρυα χαράς.
     Έχει δημιουργηθεί στην αορτή της καρδιάς μου ένα διαρκές κύμα, που κατευθύνει μια μικροκίνηση του σώματος. Στην εκβολή του αίματος από την καρδιά τίθεται, καθώς κάθομαι, σε κίνηση ολόκληρο το σώμα και αρχίζει να κυρτώνεται και να ταλαντεύεται στο ίδιο μήκος κύματος. Κατόπιν, αυτές οι κινήσεις μετατοπίζονται από το κρανίο στον εγκέφαλο. Μέσω αυτής της κινήσεως, δημιουργούνται κατά κάποιο τρόπο ηχητικά κύματα τα οποία αναπτύσσονται και μεταβάλλονται σε ηλεκτρικά. Έτσι φαντάζομαι ότι μοιάζουν. Οδηγούνται σε μια περιοχή προς τον υποθάλαμο του εγκεφάλου και από εκεί συνεχίζουν αναζητώντας και πάλι τα κύματα της καρδιάς. Όταν διασταυρώνονται, τότε ολόκληρος βρίσκομαι σε έναν άλλον κόσμο, απερίγραπτα χαρμόσυνο. Παντού, μόνο φως σε αποχρώσεις του γαλάζιου.
     Σήμερα, κατά την διάρκεια του διακονήματος, ένοιωσα αιχμάλωτος της αγάπης του Χριστού. Τα εγκαταλείπω όλα και κλείνομαι στο κελλί μου. Αρχίζω την Ευχή. Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει και “βλέπω” Κάποιον να με συνοδεύει προς την πορεία μου προς την καρδιά. Ξαφνικά, αρχίζει να κινείται πάνω–κάτω, δεξιά–αριστερά, σχηματίζοντας επάνω στην καρδιά τα αρχικά ΙΣ ΧΣ. Ένοιωθα το αίμα να πετάγεται με πίεση έξω από την καρδιά· μα ο πόνος που αισθάνομαι, παραμένει γλυκός. Ο Συνοδοιπόρος, μόλις τελείωσε το έργο Του, εξαφανίστηκε. “Ξύπνησα” και γονάτισα χωρίς να ξέρω το γιατί. Παρέμεινα έτσι αρκετή ώρα χωρίς καμμία λέξη, χωρίς καμμία κίνηση…».

※ ※ ※

ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ

※ ※ ※

[Μοναχού Φιλόθεου:
«Μοναχού Πορεία (Ημερολόγιο)»,
κεφάλαια μγ΄–μστ΄, σελ. 89–93,
«Άληστος», 1997.]

※※※









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου