Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΠΡΟΜΗΤΟΡΟΣ ΑΝΝΗΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΑΙΣΙΑ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΠΡΟΜΗΤΟΡΟΣ ΑΝΝΗΣ
Αναμνήσεις του παπα–Ησύχιου του Αγιαννανίτου (1905–1982)


[Με αφορμή τις δύο λαοφίλητες εορτές (της Συλλήψεως και της Κοιμήσεως) της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης, δηλαδή της Γιαγιάς του Χριστού και πάνσεπτης μητέρας της Κυρίας Θεοτόκου, μεταφέρουμε μια τερπνή πεντάδα από σχετικά σύγχρονα θαύματα και εξαίσια της χάρης της. Αυτής της τόσο άφθονης και μεγάλης χάρης που έχει λάβει παντοτινά το πανσεβάσμιο πρόσωπό της από το πανυπεραγαπημένο της Εγγόνι, τον Θεάνθρωπο Σωτήρα Χριστό. Αυτά τα θαύματα και εξαίσια της Αγίας Θεπρομήτορος Άννης, τα έζησε σε όλη την έκτασή τους και μας τα μετέφερε αυτούσια, γλαφυρά και τόσο κατανυκτικά ο παπα–Ησύχιος ο Αγιαννανίτης (1905–1982). Επρόκειτο για μια υπέροχη ασκητική μορφή που μόνασε στη Σκήτη της Αγίας Άννης Αγίου Όρους, στην Καλύβη των Αγίων Μοδέστου και Χαραλάμπους. Ο παπα–Ησύχιος ήταν όντως ένας ταπεινός, απλός, προσηνής και ενάρετος Πνευματικός, με πλούσια την έξωθεν καλή μαρτυρία. Επιπλέον, όπως περίτρανα πιστοποίησε και όλη η ασκητική και φιλάδελφη ζωή του, ήταν ένας πιστός, αφοσιωμένος και ευλαβής θεράποντας της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης. Τα θαυμαστά περιστατικά που ακολουθούν, έλαβαν χώρα στα ζοφερά χρόνια της Κατοχής. Μιας Κατοχής, που, παρά τη σκληρότητα, τη βαναυσότητα και την καταχνιά της, δεν κατάφερε ωστόσο να κάμψει τη ζωντανή πίστη, να αφανίσει την ευσέβεια και να λυγίσει το αδούλωτο φρόνημα του Ελληνικού Λαού. Διηγείται, λοιπόν, ο ίδιος ο παπα–Ησύχιος, αυτά τα ζωντανά περιστατικά, τουλάχιστον κάποια από όσα του συνέβησαν στις διάφορες κατά καιρούς περιοδείες που ο ίδιος έκαμνε τότε, έχοντας μαζί του το ιερό Λείψανο της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης για την ενίσχυση, τη στήριξη και την ανακούφιση του φτωχού, αναγκεμένου, κατατρεγμένου, πλήν όμως, βαθύτατα πιστού Λαού της Πατρίδος μας…]

1. «Μη κλαις! Έχω την Αγία Άννα μαζί μου!»


     Σ’ ένα χωριό της Χαλκιδικής περνούσε ο πατήρ Ησύχιος με το λείψανο της Αγίας Άννης και στην αυλή ενός σπιτιού είδε μια γυναίκα που έκλαιγε και τραβούσε τα μαλλιά της για το αλογάκι της που, εκείνη την στιγμή, ήταν κατά γης και άφριζε.
     –Τι έχει χριστιανή μου το αλογάκι σου;  
     –Αχ, Πάτερ μου, θα ψοφήσει! Μου το είπε ο κτηνίατρος και δεν έχω άλλο, η καημένη!
     –Μη κλαις, θα γίνει καλά! Έχω μαζί μου την Αγία Άννα. Θα διαβάσουμε στην χάρη της μία Παράκληση και θα κάνουμε Αγιασμό.
     Μετά τις προσευχές, πότισε το ζώο με αγιασμό και –ώ, του θαύματος!– το ζώο αμέσως σηκώθηκε και περπατούσε.
     Ενώ συνέβαιναν αυτά, δύο κτηνίατροι που ήταν στον επάνω δεύτερο όροφο, άρχισαν να κατηγορούν τον ευλαβή παπά λέγοντας: «Νάτος, ο καλόγερος! Ήρθε να πάρει το πενηντάρικο της δυστυχισμένης γυναίκας. Για πάμε να τον πειράξουμε!». Πλησίασαν και του λέγουν: «Τι κάνεις, παπά; Έκανες καλά το άλογο;». Και ο παπάς, με ύφος αυστηρό, τους απαντά: «Θεομπαίχτες! Δεν ντρέπεσθε να με κατηγορείτε ότι ήλθα να πάρω τα λεφτά της γυναίκας; Περιμένετε και θα δείτε το θαύμα!». Εκείνοι, μετά την θεραπεία του ζώου, έμειναν άφωνοι. Εζήτησαν συγχώρεση και αναχώρησαν… 


2. «Γιατί με άφησες μοναχή μου, έξω;»


     «Μια άλλη φορά», διηγείται πάλι ο ίδιος, «κατόπιν παρακλήσεως της Μητροπόλεως και των ευσεβών Χριστιανών, επήρα την Αγία Άννα και περιοδεύαμε σε μερικά χωριά της Χαλκιδικής. Σ’ ένα απ’ αυτά, ως συνήθως, κατέλυσα το βράδυ στο σπίτι του παπά και έδωσα στο μεγαλύτερο παιδί του την βαλίτσα με το άγιο Λείψανο να την ανεβάσει επάνω στο δωμάτιό μου. Και, πράγματι, την άφησε έξω από την πόρτα. Εγώ, μετά το φαγητό με την οικογένεια του παπά, κουρασμένος όπως ήμουνα, ξάπλωσα κατευθείαν να κοιμηθώ. Ξέχασα όμως την βαλίτσα έξω από το δωμάτιο. Την νύκτα, παρουσιάζεται η Αγία Άννα και, αφού μου έδωσε ένα γερό χαστούκι, μου είπε: “Γιατί με άφησες, μοναχή μου, έξω;”. Από τα δυνατά κτυπήματα, ξύπνησα. Έψαξα για να βρω την βαλίτσα (μέσα στο δωμάτιο), πουθενά! Ανοίγω την πόρτα, και η βαλίτσα επάνω στον καναπέ. Έβαλα μετάνοιες πολλές στην Αγία Άννα και, έκτοτε, όταν έβγαινα έξω μαζί της, δεν την αποχωρίστηκα ποτέ!...».


3. «Μη φοβάσθε! Είμαι μαζί σας!»


     Στα χρόνια της Kατοχής συνέβη το εξής εκπληκτικό περιστατικό:
     Ο πατήρ Ησύχιος διάβαινε σ’ ένα χωριό. Σε κάποιο σπίτι, όταν έμαθαν ότι ήλθε το άγιο Λείψανο, έτρεξαν να το υποδεχθούν με λαχτάρα. Με πολλά δάκρυα και με λόγια ευχαριστίας προσκυνούσαν και καταφιλούσαν την Αγία Άννα.
     «Μα, τι επάθατε χριστιανοί μου και προσκυνάτε την Αγία με τόση προθυμία και με τέτοια αφοσίωση;».
     Λέει ο πατέρας της οικογένειας:
     «Να, Γέροντα, η Αγία Άννα έσωσε το σπιτικό μας από θανατικό και φύλαξε την τιμή και την αξιοπρέπειά μας. Πριν από καιρό, ήρθαν στο χωριό μας Γερμανοί φέρνοντας μαζί τους και καμμιά εικοσαριά Μογγόλους άγριους, με σκοπό να τρομοκρατήσουν και να ατιμάσουν τις γυναίκες του χωριού. Μάλιστα, με την βοήθεια ενός προδότη, έκαμαν πολλές ατιμίες και κακοπραγίες.
     Ήλθαν ένα βράδυ έξι από αυτούς και στο δικό μας σπίτι. Εμένα, μ’ έβγαλαν έξω. Ετοιμάσθηκαν να επιτεθούν κατά της μεγαλύτερης κόρης μου, αλλά αυτή τους αντιπάλεψε. Άρπαξε ένα τσεκούρι και παρά λίγο αυτή νά ’κοβε το χέρι ενός απ’ αυτούς. Φοβήθηκαν.
     Έφυγαν, για να γυρίσουν δεκαέξι συνολικά, όλοι αρματωμένοι. Εμείς, αμπαρώσαμε το σπίτι από παντού και η πολιορκία άρχισε! Πέσαμε κάτω στο πάτωμα για να γλυτώσουμε από τις σφαίρες, παρακαλώντας διαφόρους Αγίους, σε βοήθεια.
     Σε μια στιγμή, η μία μου κόρη, φώναξε:
     –“Αγία Άννα, βοήθησέ μας! Πεθαίνουμε!”.
     –“Μη φοβάσθε! Είμαι μαζί σας!”, ακούστηκε η φωνή της Αγίας Άννας!
     –“Μα, πού είσαι; Δεν σε βλέπουμε!”.
     Και, τότε αμέσως, έλαμψε ολόκληρο το πολιορκημένο μας σπίτι από ένα εξαίσιο ουράνιο φως, ενώ έξω ήταν θεοσκότεινη νύκτα. Οι βάρβαροι πολιορκητές, σε λίγο, φύγανε τρομαγμένοι. Ποιός ξέρει, με τι τρόπο, τους έδιωξε η Αγία Άννα!...».


4. «Η ασθενής, είδε στον ύπνο της μια ηλικιωμένη γυναίκα…»


     Σε ένα άλλο χωριό, μια γυναίκα είχε αρρωστήσει βαριά από σπονδυλαρθρίτιδα. Ήταν για πολύ καιρό ακίνητη στο κρεβάτι και πονούσε υπερβολικά.
     «Όταν πέρασα από το χωριό», διηγείται ο παπα–Ησύχιος, «με εφώναξε ο άνδρας της να του δώσω το άγιο Λείψανο, να το βάλει για μια νύκτα στο δωμάτιο της γυναίκας του.
     “Αυτό, δεν γίνεται!”, του είπα. “Θα φέρω εγώ το Λείψανο και θα κοιμηθώ το βράδυ στο σπίτι σας”. Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά για ν’ αγρυπνήσουν χάριν της άρρωστης. Έγινε πρώτα Αγιασμός και, μετά, άρχισε η Αγρυπνία. Η ασθενής, είδε στον ύπνο της μία ηλικιωμένη γυναίκα. Η οποία, την πλησίασε, έπιασε και τράβηξε τους σπονδύλους της σπονδυλικής της στήλης και αμέσως σταμάτησαν οι πόνοι και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Οι ευχαριστίες όλων και, ιδιαίτερα της θεραπευμένης γυναίκας, δεν περιγράφονταν!...».

5. «Αυτόν τον θησαυρό αγάπησα· αυτόν τον θησαυρό υπηρέτησα…»


     Κάποιος Γρηγοριάτης Μοναχός, επισκέφθηκε κάποτε τον επί κλίνης ασθενούντα Γέροντα παπα–Ησύχιο, και του είπε: «Γέροντα, εάν έχει ευλογία, να μου δώσετε κάτι σαν δώρο και ενθύμιο να σας μνημονεύω, ας είναι και το πλέον ταπεινό».
     Την άλλη μέρα το πρωί, όταν πήγε αυτός ο Γρηγοριάτης να αποχαιρετίσει τον πάτερ Ησύχιο, απλώνει το χέρι του ο παπα–Ησύχιος και του δίνει μια χάρτινη εικόνα της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης, λέγοντάς του τα εξής: «Πάρε αυτήν την εικόνα. Είναι ό,τι πολυτιμότερο είχα εγώ στην ζωή μου! Αυτόν τον θησαυρό αγάπησα και αυτόν τον θησαυρό πιστά υπηρέτησα. Να την βάλεις στην πόρτα του κελλιού σου και θα της βάζεις μετάνοια όταν θα βγαίνεις απ’ αυτό ή όταν θα εισέρχεσαι σ’ αυτό. Και αυτή θα σε προστατεύει και θα πρεσβεύει για την σωτηρία σου!...».


Ἀπολυτίκιον τῆς Συλλήψεως.
Ἦχος δ΄
Σήμερον τῆς ἀτεκνίας δεσμὰ διαλύονται·
τοῦ Ἰωακεὶμ γὰρ καὶ τῆς Ἄννης,
παρ’ ἐλπίδα τεκεῖν αὐτούς,
σαφῶς ὑπισχνεῖται Θεόπαιδα,
ἐξ ἧς αὐτὸς ἐτέχθη ὁ ἀπερίγραπτος,
βροτὸς γεγονώς,
δι’ Ἀγγέλου κελεύσας βοῆσαι αὐτῇ·
χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

Ἀπολυτίκιον τῆς Κοιμήσεως.
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ζωὴν τὴν κυήσασαν, ἐκυοφόρησας, 
Ἁγνὴν Θεομήτορα, θεόφρον Ἄννα·
διὸ πρὸς λῆξιν οὐράνιον, ἔνθα εὐφραινομένων,
κατοικία ἐν δόξῃ,
χαίρουσα νῦν μετέστης, τοῖς τιμῶσί σε πόθῳ,
πταισμάτων αἰτουμένη ἱλασμόν,
ἀειμακάριστε.



Κοντάκιον τῆς Συλλήψεως.
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον ἡ οἰκουμένη,
τὴν τῆς Ἄννης σύλληψιν, γεγενημένην ἐκ Θεοῦ·
καὶ γὰρ αὐτὴ ἀπεκύησε,
τὴν ὑπὲρ λόγον τὸν Λόγον κυήσασαν.

Κοντάκιον τῆς Κοιμήσεως.
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προγόνων Χριστοῦ, τὴν μνήμην ἑορτάζομεν,
τὴν τούτων πιστῶς, αἰτούμενοι βοήθειαν,
τοῦ ῥυσθῆναι ἅπαντας, ἀπὸ πάσης θλίψεως
τοὺς κράζοντας· ὁ Θεὸς γενοῦ μεθ’ ἡμῶν,
ὁ τούτους δοξάσας ὡς ηὐδόκησας.



Μεγαλυνάριον τῆς Συλλήψεως.
Σήμερον ἡ Ἄννα ἡ εὐκλεής,
φύσεως τοῖς νόμοις συλλαμβάνει θείᾳ βουλῇ,
τὴν τὸν Θεὸν Λόγον, ὑπερφυῶς τεκοῦσαν·
τὴν σύλληψιν οὖν ταύτης φαιδρῶς αἰνέσωμεν.

Μεγαλυνάριον τῆς Κοιμήσεως.
Χαίρουσα μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
Ἄννα ὥσπερ μήτηρ, τῆς τεκούσης τὸν Ποιητήν.
Ὅθεν τοὺς τιμῶντας, τὴν θείαν κοίμησίν σου,
χαρᾶς τῆς ἀθανάτου, μετόχους ποίησον.


[Από το περιοδικό 
«Ο Όσιος Γρηγόριος»,
περίοδος β΄, έτος 1982, 
αριθμ. τευχ. 7, σελ. 80, 88–92.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, σταχυολόγηση 
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου