Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΗΛΙΑ, ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ

Α΄
ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΗΛΙΑ, ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ
Του Οσίου Εφραίμ του Σύρου


     Κάνετε ησυχία, στρέψτε τα αυτιά σας, για να διηγηθώ την ιστορία του αγίου και ενδόξου Ηλία, ο οποίος έδειξε θερμό ζήλο, παρακινώντας με προθυμία συνεχώς όλους να προσκυνούν μόνο τον Θεό. Μόλις είδε τον λαό να κάνει πολλές ανομίες, να έχει δηλαδή απομακρυνθεί από τον Θεό και να προσκυνεί τα είδωλα, αφού γέμισε από οργή και ζήλο, έστρεψε το βλέμμα του, και σκόπευσε με την γλώσσα του, σαν με τόξο τον ουρανό και με τον λόγο έφθασε τον ουρανό. Και όταν είδε τον λαό να πλανιέται έτσι από τον δαίμονα, τον συμβούλευε προσπαθώντας να τον απομακρύνει από την πλάνη.


     Όταν είδε ο Ηλίας τον λαό να έχει ταπεινωθεί από το πλήθος των ειδώλων και όλους τους προφήτες να έχουν φονευθεί από τους ασεβείς, αφού γέμισε από ζήλο και από πολλή οργή, ξεστόμισε όρκο εναντίον του ασεβή λαού και έδεσε τον ουρανό και έκλεισε τα σύννεφα να μη βρέχουν και έπεισε τον εύσπλαχνο Θεό να πραγματοποιήσει τον λόγο του δούλου. Θέλοντας να φανερώσει σ’ αυτούς που αμάρτησαν την δύναμη του αγαθού Δεσπότη, δίνει σ’ αυτούς όρκο στο όνομά του, λέγοντας: «Ορκίζομαι στον ζώντα Θεό, μπροστά στον οποίο είμαι παρών, ότι δεν θα πέσει ούτε βροχή, ούτε δροσιά επάνω στην γη, παρά μόνο όταν το ζητήσουν τα χείλη μου» (Γ΄ Βασ. 17, 1).


     Έγινε λοιπόν μπροστά του παράδοξο θαύμα! Διότι ο εύσπλαχνος Θεός μόλις άκουσε τον λόγο του δούλου, που είχε ζήλο και ορκίσθηκε στο όνομά Του, αμέσως εκπλήρωσε την προφητεία εκείνου, η οποία ειπώθηκε εναντίον τους μέσα στον θεϊκό ζήλο. Αφού μάλιστα κλείσθηκε ο ουρανός και σφραγίσθηκαν τα σύννεφα, ξεράθηκαν τα πάντα επάνω στην γη. Τα αμπέλια ξεράθηκαν, τα σιτάρια δεν φύτρωσαν, όλα τα καρποφόρα δένδρα κράτησαν κρυμμένους τους καρπούς τους. Η γη δεν έδωσε καρπούς, το χορτάρι δεν φάνηκε στην γη και, γενικά, όλη μαζί η βλάστηση χάθηκε από την γη, και τα δένδρα που ήταν σ’ αυτήν εξαφανίσθηκαν από την επιφάνειά της, όταν εξαντλήθηκαν τα νερά με την απόφαση του Ηλία. Μπορούσε λοιπόν να δει κανείς φοβερό θέαμα και πολύ θλιβερό ναυάγιο επάνω στην γη, όπως στις μέρες του Νώε· διότι δεν πέθαιναν μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα και τα θηρία και τα πτηνά του ουρανού.


     Όμως ο Δεσπότης όλων, που θέλει πάντοτε να δείχνει την ευσπλαχνία Του στο γένος των ανθρώπων, σοφίζεται τα πάντα, παρακινώντας τον Ηλία να δείξει ευσπλαχνία. Γι’ αυτό τον στέλνει να ζητήσει βοήθεια από την χήρα (Γ΄ Βασ. 17, 9), παρόλο που αυτή ήταν αξιολύπητη και πολύ φτωχή. Αφού ήρθε ο Ηλίας εκεί όπου είχε διαταχθεί να πάει, είδε την χήρα να μαζεύει φρύγανα (Γ΄ Βασ. 17, 10). Όταν λοιπόν αντιλήφθηκε την φοβερή φτώχεια στην οποία βρισκόταν, ντρεπόταν να μιλήσει ή να φωνάξει σ’ αυτήν· και συγχρόνως εκτελούσε την προσταγή κοκκινίζοντας και, παίρνοντας θάρρος, φώναξε με ντροπή λέγοντας· «Γυναίκα, φέρε μου λίγο νερό για να πιω» (Γ΄ Βασ. 17, 10)· αυτό δηλαδή ήταν εκείνο που έδεσε να μην πέσει επάνω στην γη. Και η χήρα απάντησε στον Ηλία· «Ω ζηλωτή, αφού έκλεισες με τον όρκο του στόματός σου τους ουρανούς να μη δώσουν βροχή, πώς ζητάς εσύ νερό από μένα; Το νερό που χαλιναγώγησες και εξουσιάζεις με το στόμα σου ξεραίνοντας την γη και θανατώνοντας όλα όσα είναι επάνω σ’ αυτή, από πού να σου το δώσω;». Εκείνος, αμέσως συγκινήθηκε με τον λόγο της χήρας και κινήθηκε κάπως μέσα του η ευσπλαχνία. Η χήρα επίσης, όταν άκουσε τον λόγο του Προφήτη, υποσχέθηκε να του δώσει το νερό που ζήτησε. Καθώς όμως πήγαινε να βγάλει νερό, πρόσθεσε ο Ηλίας σ’ αυτήν· «Φέρε μου με το χέρι σου και ένα κομμάτι ψωμί, για να φάω» (Γ΄ Βασ. 17, 10). Και εκείνη αμέσως απάντησε στον Ηλία· «Ορκίζομαι στον Κύριο τον Θεό ότι πραγματικά δεν έχω ψωμί, παρά μόνο μια χούφτα αλεύρι στο πιθάρι μου και, επίσης, λίγο λάδι στο δοχείο μου· γι’ αυτό μάζεψα αυτά τα φρύγανα, για να ψήσω για μένα και για το παιδί μου μια λαγάνα, να την φάμε και κατόπιν να πεθάνουμε» (Γ΄ Βασ. 17, 12). Επειδή λοιπόν τα άκουσε αυτά και βασανιζόταν από την πείνα, μελετούσε μέσα του να προκαλέσει την λύση από τα δεσμά· διότι, μόλις άκουσε τα αξιολύπητα λόγια της χήρας, αμέσως απευθύνει σ’ αυτήν λόγια γεμάτα ευσπλαχνία· «Πήγαινε λοιπόν στο σπίτι σου και ψήσε πρώτα για μένα μια λαγάνα και έπειτα ψήσε επίσης για τον εαυτό σου και για το παιδί σου. Αυτά, λέει ο Κύριος· “Δεν θα λιγοστεύσει το αλεύρι από το πιθάρι σου, ούτε το λάδι από το δοχείο σου, ώσπου να δώσει ο Κύριος βροχή επάνω στην γη και να βλαστήσει τροφή, όπως και πριν, για όλα όσα ζουν επάνω σ’ αυτήν”» (Γ΄ Βασ. 17, 13–14). Ώστε και χωρίς να το θέλει αποφάσιζε το λύσιμο των δεσμών του ουρανού· διότι η ταλαιπωρία της πείνας τον ανάγκαζε να το κάνει. Και αμέσως η χήρα έτρεξε και προθυμοποιήθηκε να εκτελέσει τον λόγο του (Γ΄ Βασ. 17, 15) που της είπε, επειδή κατάλαβε, με την έμπνευση του Πνεύματος, ότι αυτός είναι ο προφήτης Ηλίας που έδεσε τον ουρανό με τον λόγο του στόματός του και, συγχρόνως, επειδή πίστευε ότι θα εκπληρώσει όλα όσα είπε σ’ αυτήν ο δίκαιος. Αφού λοιπόν ο Ηλίας εγκαταστάθηκε στο σπίτι της χήρας, και αν και χόρτασε, παρέμεινε στην προηγούμενη σκληρότητά του, στέλνει ο Θεός θάνατο στο παιδάκι της χήρας (Γ΄ Βασ. ιζ΄ 17), αναγκάζοντας τον Ηλία να προστάξει το λύσιμο των δεσμών.


     Αλλά και η χήρα όταν είδε τον θάνατο του γιου της, πλησίασε τον Προφήτη και με δάκρυα τού είπε· «Αλίμονό μου, Προφήτη του Θεού, ζηλωτή περισσότερο απ’ όλους, γιατί προκάλεσες στην ψυχή μου αυτήν την οδύνη και αυτόν τον αγιάτρευτο θρήνο! Γιατί ζω εγώ η δύστυχη μητέρα πάνω στην γη, αφού το παιδί που είχα το παρέδωσες στον θάνατο (Γ΄ Βασ. 17, 18); Κατάλαβα εγώ ότι το παιδί μου πέθανε εξαιτίας σου· διότι προτού να έρθεις εδώ, ήταν γερό το παιδί μου· διότι στην φοβερή πείνα και στην απερίγραπτη δίψα που έφερες στην γη, καταφέραμε και ζήσαμε· και τώρα που ήρθες σ’ εμένα, παρουσιάσθηκες προμηθευτής τροφών αλλά έγινες απεναντίας η καταστροφή για το μονάκριβο παιδί που είχα. Ανακουφίσθηκα από την πείνα και πεθαίνω από τους θρήνους. Πίστευα ότι βοηθιέμαι, και απέκτησα προδότη· σε δέχθηκα συγκάτοικο και στερήθηκα τον γιο μου. Μας έθρεψες στην πείνα, και μας παρέδωσες στον θάνατο· με έθρεψες με το να θανατώσεις το μονάκριβο παιδί που είχα. Διότι την ελπίδα που είχα, την στέρησες εσύ από μένα· το φως των ματιών μου, το έσβησες με τον θάνατο. Την παρηγοριά μου την έχασα, όταν ήρθες εσύ. Με την δική σου συνάντηση στερήθηκα τον γιο μου· διότι όταν ήρθες σ’ εμένα εσύ, πέθανε το παιδί μου. Έχω υποστεί φοβερή συμφορά με το να στερηθώ το ποθητό μου παιδί! Διότι, τί ωφελεί εμένα στο εξής το αλεύρι και το λάδι, για να χορτάσω από τροφή, εφόσον πέθανε ο γιος μου; Ήταν προτιμότερο σ’ εμένα να καταστραφώ μαζί με όλους, παρά να στερηθώ μέσα στην αφθονία τον γιο μου. Διότι, ποιός θα φάει τώρα αυτά που μου έδωσες; Ή ποιό το κέρδος μου να έχω τροφές για να χορτάσω, αφού στερήθηκα από την δόξα του μονάκριβου γιου που είχα; Πεθαίνω θρηνώντας και στενάζοντας γι’ αυτόν. Μακάρι να μη σ’ έβλεπα, ούτε να είχα πληροφορηθεί τον ερχομό σου· διότι δεν ήθελα να στερηθώ το αγαπημένο μου παιδί».


     Μπορούσε λοιπόν να δει κανείς αυτήν την χήρα να θρηνολογεί και να χύνει δάκρυα στα πόδια του Ηλία. Και μόλις τα άκουσε αυτά ο ζηλωτής Ηλίας, λυπήθηκε μέσα από την ψυχή του και δόθηκε στην προσευχή, και στάθηκε και παρακαλούσε τον Θεό λέγοντας· «Λύσε, Δέσποτα, τα δεσμά του θανάτου από τον γιο της χήρας και ανάστησέ τον!» (πρβλ. Γ΄ Βασ. 17, 21). Και ο εύσπλαχνος Θεός είπε με δυνατή φωνή σ’ αυτόν· «Λύσε πρώτα εσύ τον ουρανό που τον έδεσες με την γλώσσα σου, και τότε θα λύσω και Εγώ τα δεσμά του θανάτου, τα οποία έστειλα συγκαταβαίνοντας για χάρη σου. Κοίταξε και δες, Ηλία, πόσα πλήθη γερόντων και νέων, βρεφών μαζί με τις μητέρες τους αφανίσθηκαν. Πρόσεξε και δες τα δάκρυα όλης της οικουμένης· πώς με θρήνους πέφτουν ζητώντας βροχή! Μια μόνο γυναίκα βλέπεις να χύνει δάκρυα για τον γιο της και νομίζεις ότι είσαι εύσπλαχνος, όλη όμως η οικουμένη κλαίγοντας χύνει δάκρυα, και συ βλέποντας αδιαφορείς, ωσότου να εξαφανισθούν όλα; Ξέρω ότι από ζήλο προκάλεσες τούτη την παιδαγωγία· γνωρίζω καλά, Ηλία, ότι δεν υπάρχει όμοιος μ’ εσένα». Τότε απαντά ο Ηλίας στον Δεσπότη του· «Δώσε ζωή στο παιδί και θα λύσω τον ουρανό. Μόνο απάλλαξέ με από τους θρήνους της χήρας, για να μη με θλίβει κλαίγοντας περισσότερο».


     Αφού λοιπόν ξανάζησε το παιδί, και το πήρε στα χέρια του ο Ηλίας, το έδωσε στην μητέρα του (Γ΄ Βασ. 17, 23). Και η χήρα, αφού πήρε τον γιο της με μεγάλη χαρά, λέει στον Ηλία· «Τώρα κατάλαβα ότι είσαι αληθινά άνθρωπος του Θεού, και ότι στο στόμα σου υπάρχει αληθινός λόγος» (Γ΄ Βασ. 17, 24).

     Τότε ο Θεός λέει στον Ηλία· «Πήγαινε και πες στον Αχαάβ ότι θα δώσω στην γη βροχή» (Γ΄ Βασ. 18, 1).
     Και αφού ήρθε ο Ηλίας στον Αχαάβ, είπε σ’ αυτόν ότι πρόκειται να δώσει ο Κύριος στην χώρα του βροχή (Γ΄ Βασ. 18, 41) και, αφού συγκέντρωσε όλο τον λαό του Ισραήλ, κατέσφαξε τους ιερείς που θυσίαζαν στον Βάαλ (Γ΄ Βασ. 18, 40).
     Και αφού επέστρεψε όλους, ώστε να πιστεύουν στον ζωντανό Θεό (Γ΄ Βασ. 18, 39), ο Ηλίας αναλήφθηκε με πύρινο άρμα μέσα σε μεγάλο ανεμοστρόβιλο προς την κατεύθυνση του ουρανού (Δ΄ Βασ. β΄ 11), αφού άφησε την μηλωτή του επάνω στον Ελισαίο (Δ΄ Βασ. β΄ 13).
     Και για τον Θεό μας, ας υπάρχει δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΗΛΙΑ, ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ
Του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου


     Είμαστε παιδιά του Θεού και είναι καθήκον μας να κάνουμε το καλό, γιατί ο Θεός είναι όλος αγάπη. Είδες η χήρα που φιλοξένησε τον Προφήτη Ηλία (Γ΄ Βασ. 17, 1–24); Ειδωλολάτρις ήταν, αλλά τι αγάπη είχε μέσα της! Όταν ο Προφήτης πήγε και της ζήτησε ψωμί, του είπε: «Έχουμε λίγο λάδι και λίγο αλεύρι· αυτά θα φάω μαζί με το παιδί μου και μετά θα πεθάνουμε!». Δεν του είπε: «Δεν έχουμε να σου δώσουμε!». Και όταν ο Προφήτης, για να δοκιμάσει την προαίρεσή της, της είπε να φτιάξει ψωμί πρώτα για εκείνον και μετά για τα παιδιά της, η καημένη, αμέσως του έφτιαξε. Αν δεν είχε μέσα της αγάπη, θα έβαζε λογισμούς. Θα έλεγε: «Δεν φθάνει που του λέω ότι έχουμε λίγο, ζητάει να φτιάξω πρώτα εκείνον!». Φάνηκε η προαίρεσή της, για να έχουμε εμείς παραδείγματα. Αλλά εμείς διαβάζουμε Αγία Γραφή, διαβάζουμε τόσα και τόσα, και τί κάνουμε;
     Εγώ θα εύχομαι να ζηλεύετε τον ζηλωτή Προφήτη Ηλία και εκείνος να σας διώξει (κάθε πάθος και) την ζήλεια και να σας δώσει από τον δικό του ζήλο.


     Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που επιτρέπει ο Θεός να συμβεί μια συμφορά. Άλλοτε επιτρέπει ο Θεός κάτι, για να βγει κάτι το καλύτερο, και άλλοτε επιτρέπει κάτι για παιδαγωγία. Άλλοι ανταμείβονται και άλλοι εξοφλούν· δεν πάει τίποτε χαμένο. Να ξέρετε πως ό,τι επιτρέπει ο Θεός, ακόμη και να εξοντωθούν π.χ. άνθρωποι, είναι φιλάνθρωπο, γιατί ο Θεός έχει «σπλάγχνα». Ο Προφήτης Ηλίας (Γ΄ Βασ. 18, 17–40) πόσους έσφαξε; Τριακόσιους ιερείς του Βάαλ. Όταν τους είπε: «Κάντε προσευχή, θα κάνω και εγώ, και όποιου η φωτιά θα ανάψει από μόνη της, αυτού ο Θεός θα είναι αληθινός».


     Άρχισαν οι ιερείς του Βάαλ να φωνάζουν: «Ἐπάκουσον, ὁ θεὸς ἡμῶν, Βάαλ, ἐπάκουσον!». Αλλά, ούτε φωνή ούτε ακρόαση! Ο Προφήτης Ηλίας τούς λέει: «Είναι απασχολημένος ο θεός σας και δεν σας ακούει! Φωνάξτε πιο δυνατά!». Εκείνοι συνέχιζαν να φωνάζουν και να ξεσχίζουν, όπως συνήθιζαν, τις σάρκες τους με μαχαίρια, για να πονάνε, και να φωνάζουν πιο δυνατά, για να τους ακούσει ο Βάαλ. Αφού τελικά δεν κατόρθωσαν τίποτε, είπε ο Προφήτης Ηλίας: «Βρέξτε τα δικά μου τα ξύλα». «Τρισσεύσατε!», τους είπε. Έριξαν νερό, μια, δυο και τρεις φορές! Αφού, από το πολύ νερό, είχαν γίνει μούσκεμα τα ξύλα και έτρεχαν από γύρω τα νερά. Μόλις προσευχήθηκε ο Προφήτης Ηλίας, έπεσε φωτιά από τον ουρανό και κάηκε ό,τι είχαν στο θυσιαστήριο για να θυσιάσουν, και το ίδιο το θυσιαστήριο μαζί! Τότε είπε: «Πιάστε τους ιερείς, γιατί παρασύρουν τον λαό στην ειδωλολατρία!» και τους έσφαξε όλους.


     Πολλοί λένε: «Πώς έσφαξε ο Προφήτης Ηλίας τόσους;». Ο Θεός δεν είναι βάρβαρος ούτε ο Προφήτης ήταν βάρβαρος. Οι ιερείς όμως των ειδώλων είχαν πλανήσει όλον τον κόσμο· αφού έφτασε ο Προφήτης Ηλίας να πει: «Έμεινα μόνος μου!». Τόσο πολύ! Αλλά και οι ιερείς των ειδώλων περισσότερο υπέφεραν από τα δικά τους σφαξίματα παρά από το μαχαίρι του Προφήτη Ηλία που έδωσε τέλος στο μαρτύριό τους. Ο πόνος από τα δικά τους σφαξίματα ήταν μεγαλύτερος. Γιατί, βλέπεις, ό,τι επιτρέπει ο Θεός είναι φιλάνθρωπο, ενώ τα σφαξίματα τα δικά τους ήταν οδυνηρά.


     Στην Παλαιά Διαθήκη εκείνη την (τιμωρητική) γλώσσα, εκείνον τον (ανταποδοτικό) νόμο καταλάβαιναν. Ο Ίδιος ο Θεός ήταν και τότε, αλλά εκείνος ο νόμος ήταν για εκείνους τους ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν αλλιώς. Μη σας φαίνεται εκείνος ο νόμος σκληρός και το Ευαγγέλιο διαφορετικό. Ήταν ο νόμος που θα ωφελούσε εκείνη την εποχή. Δεν ήταν ο νόμος εκείνος βάρβαρος, αλλά η γενιά εκείνη ήταν βάρβαρη. Οι σημερινοί άνθρωποι μπορεί να κάνουν μεγαλύτερες βαρβαρότητες, αλλά τουλάχιστον μπορούν να καταλάβουν. Τώρα, ένα κανδήλι κουνιέται και πόσο οι άνθρωποι συγκλονίζονται! Ενώ, βλέπεις, τότε, πόσα έκανε (γι’ αυτούς) ο Θεός!


Β΄
ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
ΤΟΥ ΘΕΣΒΙΤΟΥ

 [1] 
«Ήταν όλος σαν τη φωτιά!»


     Ο μεγαλοπύρινος και πυρίπνοος Προφήτης του Θεού Ηλίας, έζησε τον 9ο π. Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (γι’ αυτό και ονομάστηκε «Θεσβίτης»), το σημερινό Ellstib της περιοχής Γαλαάδ, και ανήκε στη φυλή του Ααρών.
     Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του ο Σωβάκ είδε μια θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν «Ηλία», τον σπαργάνωναν με τη φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του πήγε στα Ιεροσόλυμα και, αφού περιέγραψε την οπτασία του στους ιερείς, εκείνοι ερμηνεύοντας τούτη την οπτασία, του είπαν ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και ότι θα κρίνει τον Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.
     Διαβάζουμε, επίσης, γι’ αυτόν στη «Σοφία Σειράχ»: «Μετά, εμφανίστηκε ο Ηλίας, ο Προφήτης! Ήταν όλος σαν τη φωτιά! Και ο λόγος του έκαιγε σαν τη λαμπάδα. Αυτός έφερε στους αποστάτες Ισραηλίτες πείνα και, με το θείο ζήλο του, τους αποδεκάτισε. Με την προσταγή του Κυρίου έκλεισε τον ουρανό. Και τρεις φορές έκανε να κατέβει φωτιά πάνω στη γη.«
     »Πόσο δοξάστηκες, Ηλία, με τα έργα σου τα θαυμαστά! Και ποιός μπορεί να καυχηθεί πως είναι όμοιος με σένα; Με την προσταγή του Υψίστου, ανέστησες νεκρούς από το θάνατο και από τον άδη. Έριξες βασιλιάδες στην καταστροφή και φημισμένους ανθρώπους τούς έστειλες απ’ το κλινάρι της αρρώστιας τους πέρα στο θάνατο. Του Κυρίου τον έλεγχο άκουγες πάνω στο Σινά και στο Χωρήβ τις καταδικαστικές Του αποφάσεις. Έχρισες βασιλιάδες για να εφαρμόσουν τον παιδεμό σου καθώς και προφήτες για να σε διαδεχθούν. Αναλήφθηκες μέσα σε ανεμοστρόβιλο φωτιάς, πάνω σε άρμα που τό ’σερναν πύρινα άλογα. Εσύ, που –όπως έχει γραφτεί– πρόκειται να έρθεις και πάλι για να μας ελέγξεις, στον καθορισμένο χρόνο, για να καταπραΰνεις την οργή του Θεού προτού αυτή ξεσπάσει, για να συμφιλιώσεις τον πατέρα με το παιδί και να εγκαταστήσεις στον τόπο τους τις φυλές του Ιακώβ. Ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που σε είδαν και αυτοί που πέθαναν με την ελπίδα να σε δουν. Γιατί κι εμείς είναι βέβαιο πως θα ζήσουμε…».

[Σοφία Σειράχ, ΜΗ΄ (48), 1–11]


[2]
«Κόρακες να φροντίζουν για την τροφή σου»


      Ο Ηλίας ο Θεσβίτης, από την Θισβέ της Γαλαάδ, είπε στον Αχαάβ: «Ορκίζομαι στον Κύριο που υπηρετώ, τον αληθινό Θεό του Ισραήλ, ότι τα επόμενα χρόνια δεν θα πέσει στη γη δροσιά ούτε βροχή, παρά μόνο με προσταγή δική μου».
     Έπειτα, είπε ο Κύριος στον Ηλία: «Φύγε από ’δω και πήγαινε προς τ’ ανατολικά να κρυφτείς, κοντά στον χείμαρρο Χωρίθ, ανατολικά του Ιορδάνη. Θα πίνεις νερό από τον χείμαρρο κι Εγώ θα δώσω προσταγή στους κόρακες να φροντίζουν εκεί για την τροφή σου».
     Έτσι ο Ηλίας έφυγε κι έπραξε σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου. Πήγε κι έμεινε κοντά στον χείμαρρο Χωρίθ, ανατολικά του Ιορδάνη. Οι κόρακες τού έφερναν ψωμί και κρέας πρωί και βράδυ κι έπινε νερό από τον χείμαρρο…

[Γ΄ Βασιλειών, ΙΖ΄ (17), 1–6]


[3]
«Φτιάξε μια μικρή λαγάνα από τ’ αλεύρι σου»


     Τότε μίλησε ο Κύριος στον Ηλία και του είπε: «Σήκω, πήγαινε στην Σαρεπτά, στην περιοχή της Σιδώνας, και μείνε εκεί. Εγώ διέταξα μια χήρα να φροντίζει για την τροφή σου». Σηκώθηκε, λοιπόν, ο Ηλίας και πήγε στην Σαρεπτά.
     Όταν έφτασε στην πύλη της πόλης είδε μια χήρα που μάζευε ξύλα. Της φώναξε και της είπε: «Φέρε μου, σε παρακαλώ, λίγο νερό σ’ ένα κύπελλο για να πιω». Ενώ αυτή πήγαινε να φέρει νερό, της φώναξε: «Φέρε μου, σε παρακαλώ, κι ένα κομμάτι ψωμί». Εκείνη απάντησε: «Μα τον αληθινό Θεό, τον Θεό σου, δεν έχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μια χούφτα αλεύρι στο πιθάρι και λίγο λάδι στο δοχείο. Ήρθα εδώ για να μαζέψω δυο ξυλαράκια, να πάω να ετοιμάσω για μένα και τον γιο μου, ό,τι έχει απομείνει, να το φάμε και μετά να πεθάνουμε!».
     Ο Ηλίας, όμως, της είπε: «Μην ανησυχείς! Πήγαινε και κάνε όπως είπες. Μόνο φτιάξε για μένα μια μικρή λαγάνα από τ’ αλεύρι σου και φέρε μού την μετά. Έπειτα, φτιάξε για σένα και για το γιο σου». Γιατί ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: «Το πιθάρι με το αλεύρι δεν θ’ αδειάσει και το λάδι στο δοχείο δεν θα λιγοστέψει, μέχρι την ημέρα που θα στείλει ο Κύριος και πάλι βροχή στη γη».
     Πήγε, λοιπόν, η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο Ηλίας. Κι έμεινε να τρώνε αυτός, η ίδια και ο γιος της, για πολλές μέρες. Και, πράγματι, το πιθάρι με το αλεύρι δεν άδειασε και το λάδι στο δοχείο δεν λιγόστεψε, όπως ακριβώς είχε πει ο Κύριος μέσω του Ηλία…

[Γ΄ Βασιλειών, ΙΖ΄ (17), 8–15]


[4]
«Απόμεινα εγώ μονώτατος!»


     Ο Ηλίας, φοβούμενος την απειλή και τη μανία της βασίλισσας Ιεζάβελ, φοβήθηκε και σηκώθηκε κι έφυγε για να σώσει τη ζωή του. Πήγε στην Βέερ–Σεβά που ανήκει στο βασίλειο του Ιούδα κι άφησε τον υπηρέτη του εκεί. Ο ίδιος βάδισε μιας ώρας δρόμο μέσα στην έρημο κι ήρθε και κάθισε κάτω από ένα σπαρτόδεντρο. Παρακαλούσε να πεθάνει κι έλεγε: «Αρκετά, Κύριε! Πάρε τη ζωή μου, γιατί εγώ δεν είμαι καλύτερος από τους προγόνους μου!». Μετά, ξάπλωσε και τον πήρε ο ύπνος εκεί κάτω από το σπαρτόδεντρο.
     Τότε, τον άγγιξε ένας Άγγελος και του είπε: «Σήκω και φάγε!». Εκείνος γύρισε να δει και στο προσκεφάλι του ήταν μια λαγάνα ψημένη σε καυτές πέτρες κι ένα κανάτι νερό. Έφαγε, ήπιε και ξάπλωσε πάλι. Αλλά ο Άγγελος Κυρίου τον άγγιξε για δεύτερη φορά και του είπε: «Σήκω και φάγε, γιατί έχεις ακόμη πολύ δρόμο μπροστά σου!».
     Τότε ο Ηλίας σηκώθηκε, έφαγε και ήπιε και, με τη δύναμη εκείνης της τροφής, βάδισε σαράντα ολόκληρα μερόνυχτα μέχρι το βουνό του Θεού, το Χωρήβ. Εκεί, μπήκε μέσα σε μια σπηλιά όπου πέρασε τη νύχτα.
     Τότε, του μίλησε ο Κύριος και του είπε: «Τι ζητάς εδώ πέρα, Ηλία;». Εκείνος απάντησε: «Εγώ αγωνίστηκα με μεγάλο ζήλο για Σένα, Κύριε του Σύμπαντος. Αλλά, οι Ισραηλίτες, αθέτησαν τη διαθήκη Σου, γκρέμισαν τα θυσιαστήριά Σου και κατάσφαξαν τους προφήτες Σου. Κι απόμεινα μονάχα εγώ, μόνος μονώτατος! Και, τώρα, να που ζητούν κι εμένα να με θανατώσουν!...».

[Γ΄ Βασιλειών, ΙΘ΄ (19), 3–10]


[5]
Ο άνεμος, ο σεισμός, η φωτιά και η λεπτή αύρα


     Τότε ο Κύριος είπε στον Ηλία: «Βγες έξω και στάσου στο βουνό ενώπιόν Μου!» –εκείνη τη στιγμή θα διάβαινε ο Κύριος.
     Μεγάλος άνεμος και δυνατός έσχιζε τα βουνά και σύντριβε τους βράχους στο πέρασμά του. Αλλά ο Κύριος δεν βρίσκονταν μέσα σ’ εκείνον τον άνεμο!...
     Και μετά τον άνεμο, έγινε σεισμός. Αλλ’ ούτε και μέσα σ’ εκείνο το σεισμό ήταν μέσα ο Κύριος!...
     Μετά τον σεισμό, ήρθε φωτιά. Αλλ’ ούτε και μέσα στη φωτιά ήταν μέσα ο Κύριος!...
     Και μετά τη φωτιά, ακούστηκε ένας ήχος σαν ένα ελαφρύ αεράκι, σαν μια λεπτή αύρα.
     Μόλις το άκουσε ο Ηλίας, σκέπασε το πρόσωπό του με τη μηλωτή του και βγήκε και στάθηκε στην είσοδο της σπηλιάς.
     Τότε άκουσε μια φωνή να του λέει: «Τι ζητάς εδώ πέρα, Ηλία;». Κι αυτός απάντησε: «Εγώ, με μεγάλο ζήλο αγωνίστηκα για Σένα, Κύριε του Σύμπαντος. Αλλά, οι Ισραηλίτες αθέτησαν την διαθήκη Σου, γκρέμισαν τα θυσιαστήριά Σου, και κατάσφαξαν τους προφήτες Σου. Κι απόμεινα μονάχα εγώ, μόνος μονώτατος! Και να, που ζητούν τώρα κι εμένα να με θανατώσουν!».
     Τότε ο Κύριος τού είπε: «Πάρε πίσω τον ίδιο δρόμο μέσ’ από την έρημο, […] από τους Ισραηλίτες θ’ αφήσω ζωντανούς επτά χιλιάδες: είναι αυτοί που δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον ψευδοθεό Βάαλ και που το στόμα τους δεν ασπάσθηκε το άγαλμά του».

[Γ΄ Βασιλειών, ΙΘ΄ (19), 11–15]


[6]
Η αρπαγή και η άνοδος του Προφήτη στον Ουρανό


     Κάποτε έφτασε ο καιρός για να πάρει ο Κύριος τον Ηλία στους Ουρανούς μέσα σε ανεμοστρόβιλο. Μια φορά που ο Ηλίας και ο Ελισαίος επέστρεφαν μαζί από τα Γάλγαλα, είπε κάποια στιγμή ο Ηλίας στον Ελισαίο: «Μείνε, σε παρακαλώ, γιατί ο Κύριος με στέλνει στη Βαιθήλ». Αλλά ο Ελισαίος απάντησε: «Ορκίζομαι στον αληθινό Θεό και σ’ εσένα ότι δεν θα σ’ αφήσω!».
     Έτσι, πήγαν μαζί στη Βαιθήλ. Τα μέλη της ομάδας των προφητών που ήταν στη Βαιθήλ ήρθαν τότε στον Ελισαίο και του είπαν: «Το ξέρεις ότι σήμερα ο Κύριος θα πάρει τον κύριό σου από κοντά σου;». Ο Ελισαίος απάντησε: «Ναι, το ξέρω! Αλλά, μη μου μιλάτε γι’ αυτό!». Μετά, του είπε ο Ηλίας: «Ελισαίε, μείνε εδώ σε παρακαλώ, γιατί ο Κύριος με στέλνει στην Ιεριχώ». Αλλά ο Ελισαίος απάντησε: «Ορκίζομαι στον αληθινό Θεό και σ’ εσένα ότι δεν θα σ’ αφήσω!».
      Έτσι, πήγαν μαζί στην Ιεριχώ. Τα μέλη της ομάδας των προφητών που ήταν στην Ιεριχώ πλησίασαν τον Ελισαίο και του είπαν: «Το ξέρεις ότι σήμερα ο Κύριος θα πάρει τον κύριό σου από κοντά σου;». Ο Ελισαίος απάντησε: «Και βέβαια το ξέρω! Αλλά, μη μου μιλάτε γι’ αυτό!». Μετά, του είπε ο Ηλίας: «Μείνε, σε παρακαλώ, εδώ, γιατί ο Κύριος με στέλνει στον Ιορδάνη». Αλλά ο Ελισαίος απάντησε πάλι: «Ορκίζομαι στον αληθινό Θεό ότι δεν θα σ’ αφήσω!». Έτσι, συνέχισαν να περπατούν και οι δυο μαζί.


     Τους ακολουθούσαν και πενήντα προφήτες, αλλά αυτοί σταμάτησαν απέναντί τους σε κάποια απόσταση, ενώ ο Ηλίας και ο Ελισαίος στάθηκαν πλάι στον Ιορδάνη. Τότε ο Ηλίας πήρε τη μηλωτή του, την δίπλωσε, και χτύπησε με αυτή τα νερά. Και αυτά άνοιξαν στα δύο και πέρασαν ανάμεσα οι δύο άνδρες πατώντας σε ξηρά.
     Όταν πέρασαν, είπε ο Ηλίας στον Ελισαίο: «Ζήτησέ μου, τι θέλεις να κάνω για σένα πριν με πάρει ο Κύριος από κοντά σου!». Ο Ελισαίος απάντησε: «Θέλω, σε παρακαλώ, να έρθει σε μένα διπλάσιο το προφητικό σου πνεύμα!». Τότε εκείνος είπε: «Δύσκολο, πράγμα ζήτησες! Ωστόσο, αν με δεις τη στιγμή που θα φεύγω από κοντά σου, τότε θα γίνει αυτό που ζήτησες. Αν δεν με δεις, δεν θα γίνει».
     Και, καθώς προχωρούσαν συζητώντας, φάνηκε ένα άρμα από φωτιά, και πύρινα άλογα που χώρισαν τον έναν από τον άλλον. Βλέποντάς το, αυτό, ο Ελισαίος φώναξε: «Πατέρα μου! Πατέρα μου! Εσύ είσαι το άρμα και ο αρματηλάτης του Ισραήλ!». Όταν, πια, ο Ελισαίος έχασε από τα μάτια του τον Ηλία, από τη λύπη του έσχισε τα ρούχα του. Κατόπιν, μάζεψε τη μηλωτή που είχε αφήσει ο Ηλίας να πέσει πάνω του.
     Γύρισε πίσω και στάθηκε στην όχθη του Ιορδάνη. Πήρε τη μηλωτή του Ηλία και χτύπησε με αυτή τα νερά και είπε: «Πού είναι ο Κύριος, ο Θεός του Ηλία;». Και όταν χτύπησε τα νερά του Ιορδάνη, αυτά άνοιξαν στα δύο πάλι και πέρασε ο Ελισαίος, όπως πριν που ήταν μαζί με τον Ηλία…

[Δ΄ Βασιλειών Β΄ (2), 1–14]




Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος,
τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς,
ὁ δεύτερος Πρόδρομος,
τῆς παρουσίας Χριστοῦ,
Ἠλίας ὁ ἔνδοξος,
ἄνωθεν καταπέμψας,
Ἐλισαίῳ τὴν χάριν,
νόσους ἀποδιώκει,
καὶ λεπροὺς καθαρίζει,
διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν,
βρύει ἰάματα.

Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Αὐτόμελον.
Προφῆτα καὶ προόπτα
τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ,
Ἠλία μεγαλώνυμε,
ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας
τὰ ὑδατόῤῥυτα νέφη,
πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν,
πρὸς τὸν μόνον φιλάνθρωπον.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ὡς Προφήτης τοῦ ὄντως θείου φωτός,
τοὺς προφήτας τοῦ ψεύδους καταβαλών,
ἐν τούτῳ διήλεγξας,
Ἀχαὰβ ἀνομήσαντα,
μὴ προσκυνεῖν διδάξας,
τῷ Βάαλ πανένδοξε,
καὶ εὐχῇ αἰτήσας,
ἐξ ὕψους τὰ νάματα·
ὅθεν καὶ πυρίνῳ,
ἀνελήφθης Ἠλία,
ὀχήματι μετάρσιος,
διφρηλάτης πρὸς Κύριον·
διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι·
Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι,
τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ,
τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Ζήλῳ οὐρανίῳ πυρποληθείς,
φλέγεις τὴν ἀπάτην,
ὡς πυρίπνους καὶ ζηλωτής·
ὅθεν ἀνυψώθης,
ἐν ἅρματι πυρίνῳ,
ὦ Ἠλιοὺ Προφῆτα,
πρὸς βίον ἄφθαρτον.




[(1) Οσίου Εφραίμ του Σύρου:
«Έργα», Τόμ. Στ΄,
σελ. 55–56, 59–64,
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσ/νίκη 19951·
(2) Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου
(1924–1994):
«Λόγοι»,
Τόμ. Ε΄ («Πάθη και αρετές»),
μέρος 2ο, κεφ. 2ο, σελ. 221
και μέρος 4ο, κεφ. 1ο, σελ. 119,
Δεκέμβριος 20061·


(3) Του ιδίου,
Τόμ. Α΄ («Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»),
μέρος 1ο, κεφ. 6ο, σελ. 116–117,
Μάρτιος 19992
Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης·
(4) Πρωτοπρ. Γρηγορίου Παπαδάκη:
«Ο Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης»
(Βίος–Ακολουθία
και Παρακλητικός Κανών του Αγίου),
μέρος 1ο, σελ. 11–32
και μέρος 4ο, σελ. 123–124,
Έκδοση Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού
Άνω Ηλιούπολης Θεσ/νίκης, 2001·
(5) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, σταχυολόγηση,
διόρθωση και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου