Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

ΤΟ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ 


     Μισό μίλι από τον Ιορδάνη, τον άγιο ποταμό, βρίσκεται η Λαύρα, η ονομαζόμενη «του αγίου αββά Γερασίμου». Όταν επισκεφθήκαμε αυτή τη Λαύρα, οι Πατέρες που ασκήτευαν εκεί μας είπαν πολλά γι’ αυτόν τον μεγάλο άγιο.


     Μια μέρα, που περπατούσε ο Γέροντας στην ακροποταμιά του Ιορδάνου, τον συνάντησε κάποιο λιοντάρι που πονούσε το πόδι του και βογγούσε· είχε πατήσει ένα καλάμι που είχε μπει άσχημα μέσα στο πόδι του, το οποίο κακοφόρμισε και πρήστηκε από το πολύ πύο. Βλέποντας το λιοντάρι τον άγιο Γέροντα, τον πλησίασε και του έδειχνε το πρησμένο πόδι του με το μπηγμένο καλάμι και, με τα βογγητά και τους κλαυθμηρισμούς του, τον παρακαλούσε να το γιατρέψει.

     Μόλις είδε ο Γέροντας το πρησμένο πόδι του λιονταριού, που τόσο πονούσε, γονάτισε κι έκανε τον γιατρό: έπιασε το πονεμένο πόδι του, άνοιξε το απόστημα προσεχτικά κι έβγαλε τη σκίζα απ’ το μπηγμένο καλάμι. Ύστερα, καθάρισε καλά όλη την πληγή κι άφησε το λιοντάρι να φύγει. Όμως το λιοντάρι, θεραπευμένο τώρα, δεν ήθελε να απομακρυνθεί από τον άγιο Γέροντα: όπου και να πήγαινε, τον ακολουθούσε πιστά, σαν να ήταν αυτός ο πιο γνήσιος μαθητής του· τόσο πολύ, που ο Γέροντας θαύμαζε πραγματικά την ευγνωμοσύνη του θηρίου. Έτσι, μια που δεν έφευγε από κοντά του, ανέλαβε ο Γέροντας να το τρέφει, όσο μπορούσε βέβαια, δίνοντάς του ψωμί και βρασμένα όσπρια.


     Η Λαύρα είχε κι ένα γαϊδουράκι για τις ανάγκες των μοναχών, καθώς χρειαζόταν να κουβαλάνε το νερό από τον ποταμό Ιορδάνη απ’ όπου έπιναν. Το ποτάμι απέχει από τη Λαύρα ένα μίλι. Συνήθιζαν, λοιπόν, οι Πατέρες της Λαύρας να δίνουν το γαϊδουράκι στο λιοντάρι, για να το βόσκει εκεί στην ακροποταμιά. Μια μέρα, που το γαϊδουράκι έβοσκε με τη συντροφιά του λιονταριού, έτυχε να απομακρυνθεί βόσκοντας σε αρκετή απόσταση. Εκείνη την ώρα, περνούσαν κάποιοι καμηλιέρηδες από την Αραβία, βρήκαν το γαϊδουράκι μοναχό και το πήραν μαζί τους. Όταν ήρθε η ώρα να επιστρέψουν από τη βοσκή, το λιοντάρι δεν έβρισκε πουθενά το γαϊδουράκι· θλιμμένο που έχασε το γαϊδουράκι, γύρισε καταστενοχωρημένο πίσω στη Λαύρα και στάθηκε με κατεβασμένο το κεφάλι εμπρός στον αββά Γεράσιμο.

     Βλέποντάς το έτσι, ο Γέροντας νόμιζε ότι είχε φάει το γαϊδουράκι, οπότε του λέει:
     –Πού είναι ο γάιδαρος;
     Το λιοντάρι άκουγε και, σαν να ήταν άνθρωπος, στεκόταν σιωπηλό και από ντροπή είχε κατεβασμένο το κεφάλι. 
     Τότε, του λέει ο Γέροντας:
     –Ώστε τον έφαγες εσύ τον γάιδαρο, ε; Ας είναι ευλογημένο τ όνομα του Κυρίου. Όμως, από τώρα και πέρα, το έργο που έκαμνε ο γάιδαρος θα το κάμεις εσύ.
     Και, από τότε, κατά την εντολή του Γέροντα, το λιοντάρι κουβαλούσε στο σαμάρι τις τέσσερις στάμνες και μετέφερε απ’ το ποτάμι νερό στη Λαύρα.


     Μια μέρα, ήρθε στη Λαύρα ένας στρατιωτικός να προσευχηθεί και να δει και τον άγιο Γέροντα· και, βλέποντας το λιοντάρι να κουβαλάει το νερό, ρώτησε κι έμαθε τα διατρέξαντα και θέλησε να βοηθήσει. Έβγαλε κι έδωσε στους μοναχούς τρία νομίσματα για ν’ αγοράσουν έναν άλλο γάιδαρο να κουβαλάνε το νερό κι έτσι να λευτερώσουν το λιοντάρι απ’ αυτή την εργασία. 
     Έτσι κι έγινε.

     Εν τω μεταξύ, λίγο καιρό μετά την απελευθέρωση του λιονταριού, ο καμηλιέρης εκείνος που είχε κλέψει τον γάιδαρο, περνούσε από ’κείνα τα μέρη για να πάει στα Ιεροσόλυμα να πουλήσει σιτάρι, έχοντας μαζί του και τον κλεμμένο γάιδαρο. Περνώντας, λοιπόν, από τον ποταμό Ιορδάνη ο καμηλιέρης έτυχε να συναντήσει το λιοντάρι· και, βλέποντάς το, φοβήθηκε, άφησε τις καμήλες του φορτωμένες κι έφυγε! Το λιοντάρι, που γνώρισε τον γάιδαρο, τον άλλοτε καλό του φίλο και σύντροφο, πήγε κοντά και, κατά την παλιά του συνήθεια, δαγκώνοντας το καπίστρι με το στόμα του, τον οδήγησε μαζί με τις τρεις καμήλες στη Λαύρα. Με χαρούμενα ξεφωνητά και με κραυγές, μια που βρήκε τον φίλο του τον γάιδαρο που είχε χάσει, πήγε κατευθείαν στον άγιο Γέροντα, ο οποίος νόμιζε πως τον γάιδαρο τον είχε φάει το λιοντάρι. Τότε κατάλαβε ο Γέροντας, ότι άδικα είχε συκοφαντηθεί το λιοντάρι, πως τάχα είχε φάει τον γάιδαρο. Χάιδεψε στοργικά το λιοντάρι και, μάλιστα, του έδωκε και το όνομα «Ιορδάνης». Κι έμεινε αχώριστος κοντά στον άγιο Γέροντα, εκεί στη Λαύρα, το λιοντάρι «Ιορδάνης» γι’ άλλα πέντε χρόνια.


     Όταν ο άγιος Γέροντας, ο αββάς Γεράσιμος, αναπαύθηκε εν Κυρίω και ενταφιάστηκε από τους Πατέρες της Λαύρας, το λιοντάρι κατά θεία οικονομία δεν βρισκόταν μέσα στο Μοναστήρι. Ύστερ’ από λίγο καιρό γύρισε το λιοντάρι κι αναζητούσε να βρει τον άγιο Γέροντα.

     Ο υποτακτικός του Γέροντα και ο αββάς Σαββάτιος, βλέποντάς το να τον αναζητεί επίμονα, του λένε:
     –Ιορδάνη, ο Γέροντάς μας αναπαύθηκε εν Κυρίω και μας άφησε ορφανούς· έλα, όμως, να φας όπως και πρώτα...

     Ωστόσο, το λιοντάρι δεν ήθελε καν να φάει και ολοένα γύριζε τα μάτια του, πότε από ’δω και πότε από ’κει, ζητώντας να δει κάπου τον Γέροντα, βογκώντας μεγαλόφωνα και μη υποφέροντας την απουσία του αββά Γεράσιμου.


     Τότε ο αββάς Σαββάτιος και οι άλλοι Πατέρες, χαϊδεύοντας την πλάτη του λιονταριού, του έλεγαν:
     –Ιορδάνη, ο Γέροντάς μας έφυγε και πήγε στους κόλπους του Κυρίου, αφήνοντάς μας όλους ορφανούς…

     Όμως, παρ’ όλ’ αυτά τα λόγια που του έλεγαν για να τον παρηγορήσουν, δεν μπορούσαν να σταματήσουν τα βογγητά και τους κλαυθμυρισμούς του· και, όσο αυτοί με τα λόγια νόμιζαν πως θα γιατρέψουν την πληγή του και θα μεταβάλουν τη διάθεσή του, τόσο το λιοντάρι μούγκριζε ολοένα πιο δυνατά κι έβγαζε πιο ισχυρά βογγητά, δείχνοντας με τούτα τα βογγητά και με τις κραυγές, με το πρόσωπο και με τα μάτια του, τη λύπη που τον συγκλόνιζε, καθώς δεν έβλεπε πουθενά τον αγαπημένο του Γέροντα Γεράσιμο.


     Τότε, του λέει ο αββάς Σαββάτιος:
     –Ιορδάνη, μια και δεν μας πιστεύεις, έλα μαζί μου για να σου δείξω πού βρίσκεται ο Γέροντάς μας…
     Και, παίρνοντας το λιοντάρι, το πήγε στο μνήμα όπου είχαν θάψει τον αββά Γεράσιμο.

     Η απόσταση από την Εκκλησία θα ήταν γύρω στο μισό μίλι. Όταν έφτασαν, ο αββάς Σαββάτιος στάθηκε πάνω απ’ τον τάφο του αββά Γερασίμου και λέει στο λιοντάρι:
     –Να!... Εδώ, βρίσκεται ο Γέροντάς μας, Ιορδάνη…
     Και γονάτισε εμπρός στον τάφο ευλαβικά ο αββάς Σαββάτιος.



     Μόλις είδε το λιοντάρι τον αββά Σαββάτιο να βάζει μετάνοια στον τάφο, άρχισε να χτυπά το κεφάλι του κάτω στο χώμα μουγκρίζοντας κι αμέσως έμεινε άφωνο και νεκρό, εκεί πάνω στον τάφο του Γέροντα.

     Και αυτό βέβαια έγινε, όχι γιατί το λιοντάρι αυτό είχε λογική ψυχή (όπως ο άνθρωπος), μα για να μας φανερώσει το πώς ο Θεός αντιδοξάζει και αμείβει όσους Τον δοξάζουν με τον βίο τους· και, ακόμη, για να μας δείξει πόση υποταγή και υπακοή είχαν τ’ άγρια θηρία στον κεχαριτωμένο Αδάμ, πριν εκείνος παρακούσει την εντολή του Θεού και χάσει την τρυφή και την απόλαυση του Παραδείσου.


ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ

  
[]Παντελή Β. Πάσχου:
«Αγγελοτόκος Έρημος»,
μέρος γ΄, κεφ. 3ο, σελ. 155–159,
Εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 20011.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου