Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ο ΑΓΓΕΛΟΚΛΗΤΟΣ ΑΘΕΟΣ

Ο ΑΓΓΕΛΟΚΛΗΤΟΣ ΑΘΕΟΣ 


     «Είχε έρθει ένα παιδί, εκεί στο Μετόχι της Αναλήψεως, και μου είπε:
     –Πάτερ, θέλω να σου μιλήσω.
     Του λέω:
     –Πέρασε μέσα.
     Ήρθε και μου λέει:
     –Εγώ είμαι άθεος και έμαθα ότι εσύ είσαι μορφωμένος. Θέλω μια επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως του Θεού.
     Του λέω:
     –Ολοκληρώματα, ξέρεις;
     –Όχι, δε γνωρίζω.
     –Κρίμα, γιατί ήξερα μια απόδειξη με ολοκληρώματα.
     Τα “ολοκληρώματα”, είναι από τα μαθηματικά ένα κεφάλαιο. Δεν κατάλαβε γιατί του το είπα.
     Λίγο κοκκίνησε και του λέω:
     –Άκου να σου πω· ο Θεός, δεν αποδεικνύεται, ούτε ανακαλύπτεται. Ο Θεός, αποκαλύπτεται. Το ξέρεις αυτό;
     –Όχι, πρώτη φορά τ’ ακούω.
     Του είπα:
     –Πώς σε λένε;
     –Σεραφείμ.
     –Τί, λες! Έχεις κι ωραίο όνομα! Κοίταξε να σου πω. Εγώ, σου έχω μια ωραία πρόταση. Εφόσον σε απασχολεί τόσο το θέμα, είσαι άθεος και σ’ ενοχλεί, μην έρχεσαι σ’ εμάς τους “μορφωμένους”. Πήγαινε σ’ έναν άνθρωπο του Θεού. Σ’ έναν  άνθρωπο που πραγματικά έχει αρνηθεί αυτόν τον κόσμο, για να καταλάβεις τον άλλον κόσμο. Πήγαινε λοιπόν και πες του το ίδιο ακριβώς πράγμα. Έχεις πάει στο Άγιον Όρος;
     –Έχω πρόγραμμα να πάω. Μου είπανε να πάω σε κάποιον “πατέρα Παΐσιο”.
     –Να σου το προτείνω κι εγώ και να σε διευκολύνω να πας εκεί σ’ αυτόν. Άκου την πρότασή μου: Πήγαινε και πες του το ίδιο ακριβώς πράγμα. Δε θα του πεις να σου το αποδείξει επιστημονικά. Αλλά να πεις: Πάτερ μου, εγώ είμαι άθεος. Θέλω, αλλά δε μπορώ να πιστέψω· και με τρώει αυτό το πράγμα και με βασανίζει. Άκουσα ότι εσύ είσαι σπουδαίος άνθρωπος· σε παρακαλώ πολύ, απόδειξέ μου ότι υπάρχει Θεός!”.
     –Μπαα! Πάτερ, εγώ δε μπορώ να πάω!
     –Γιατί;
     –Φοβάμαι.
     –Τί φοβάσαι; Μη σε κυνηγήσει; Κι αν σε κυνηγήσει, γεροντάκι είναι αυτό, θα τρέξεις λίγο εσύ και θα ξεφύγεις!
     –Δε μπορώ, πάτερ!
     –Μη φοβάσαι! Πήγαινε απλά. Δεν είναι έτσι οι άνθρωποι που νομίζεις. Εγώ ξέρω, που σου λέω.
     Και του υπέδειξα τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να τον προσεγγίσει.
     Πράγματι, το παιδί αυτό πήγε. Πήγε κι ήταν απόγευμα όταν έφτασε. Στο σπιτάκι, καθώς έφτασε, είδε άλλους τέσσερις που περίμεναν και ο πατήρ Παΐσιος ήταν σε μιαν ακρούλα απ’ την άλλη μεριά της αυλής του, καθόταν και συζητούσε με κάποιο άλλο παιδί. Κάθισε λοιπόν μαζί με εκείνους τους τέσσερις και περίμενε. Ύστερα από κανένα δεκάλεπτο –όπως μου αφηγήθηκε ο ίδιος– ο πατήρ Παΐσιος τελείωσε τη συζήτησή του, χαιρέτησε το παιδί με το οποίο συζητούσε, τους πλησίασε και τους λέει:
     –Εε, παλληκάρια! Κεραστήκατε; Πήρατε κανένα λουκούμι; Ήπιατε λίγο νερό;
     –Ε, δε χρειάζεται… είπανε με τυπική, συμβατική ευγένεια, αυτοί, όπως συνηθίζουμε εμείς στον κόσμο.
     Οπότε κάνει νόημα ο Γέροντας σ’ αυτόν τον απεσταλμένο μου, τον Σεραφείμ, και του λέει:
     –Έλα εδώ εσύ, παλληκάρι!
     Πηγαίνει λοιπόν ο Σεραφείμ.
     Ο Γέροντας που δεν τον γνώριζε, του είπε:
     –Κοίταξε· θα φέρω εγώ τα κύπελλα με το νερό, κράτα κι εσύ τα λουκούμια αλλά, να σου πω κάτι; Καλά είναι να είναι κανείς άθεος, αλλά νά ’χει όνομα Αγγέλου και νά ’ναι άθεος, αυτό δεν έχει ξαναγίνει!
     Κόπηκε στα δύο, ο Σεραφείμ!
     –Πάτερ, μπορώ να σας πω κάτι;
     –Κοίταξε, έχω πολλή “πελατεία” σήμερα. Τράβα πάνω στο Μοναστήρι, στο Κουτλουμούσι, να κοιμηθείς· εμείς, τά ’παμε.
     –Μα…
     –Κοίταξε, θα δύσει ο ήλιος· χειμώνας, είναι!...  
     Έφυγε το παιδί, αλλά δε μπορούσε να ησυχάσει. Πού ήξερε τ’ όνομά του; Κοίταξε αν υπήρχαν τηλεφωνικές γραμμές, μήπως και του είχα τηλεφωνήσει εγώ. Την άλλη μέρα το πρωί ήταν αναστατωμένος και είπε να ξαναπάει.
     Μόλις άνοιξαν οι πόρτες της Μονής, κατευθείαν αυτός κατέβηκε στην Καλύβη του πατρός Παϊσίου. Κτυπούσε, κτυπούσε, αλλά μάταια. Είπε μέσα του: “θα περιμένω ακόμα λίγο και μετά θα ξανακτυπήσω”. Ξανακτύπησε. Οπότε, πέρα ψηλά από το βουνό επάνω –γιατί όταν πήγε, έλλειπε από την Καλύβη του ο Γέροντας– τον άκουσε που κτυπούσε. Και, χωρίς να τον βλέπει, του λέει από μακριά, μέσα από το βουνό:
     –Εε, παλληκάρι! Τί ήρθες να κάνεις πάλι, πρωί–πρωί;
     –Μα, πάτερ! Θέλω να συζητήσουμε…
     Άκουσε πάλι τη φωνή του Γέροντα μέσα απ’ το βουνό:
     –Για ποιό λόγο ήρθες στο Άγιον Όρος;
     “Στο ερώτημα αυτό –όπως μου είπε το παιδί– ειρήνευσε η καρδιά μου. Πράγματι, είχα πάει στο Άγιον Όρος για να βρω τον Θεό. Και στο πρόσωπο αυτού του ανθρώπου, είχα βρει τη φανέρωση του Θεού”.
     –Τί να κάνω, τώρα;… ρώτησε ο Σεραφείμ.
     [Και το “βουνό” τού ’φερε και πάλι την πατρική φωνή του, αδιόρατου μα στοργικού, Γέροντα Παϊσίου εμπρός στα έκπληκτα αυτιά και στη διψαλέα καρδιά του:]
     –Να πας να βρεις έναν καλό Πνευματικό και να κάνεις μια γενική εξομολόγηση για ν’ αρχίσεις μια καινούργια ζωή.
     Και σηκώθηκε το παιδί κι έφυγε.
     Κι αυτό, νομίζω, κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα· πολύ απλό, αλλά γεμάτο χάρη πιστεύω…».
          
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ 

[Κλείτου Ιωαννίδη: «Γεροντικό του 20ου αιώνος», κεφ. 15ο, σελ. 286–288, εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα, Οκτώβριος 19991.] 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου