Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ» ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»



Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ»
ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»


    «Αυτή τη στιγμή μου έρχεται το παράδειγμα μιας πολύ απλής γυναίκας του λαού, που είχα συναντήσει κάποτε στο εξομολογητήριο, πριν από πολλά χρόνια. Δεν την γνώριζα, ούτε την γνωρίζω. Ούτε αν την δω... στον δρόμο θα την θυμηθώ. Θα πλησίαζε τα εβδομήντα. Ίσως, να την έχει καλέσει ο Θεός τώρα. Αφού εξομολογήθηκε, δεν θυμάμαι πώς ήρθε το θέμα, την ρώτησα εάν εργάζεται.
—Όχι, πάτερ μου, σταμάτησα. Δεν μπορώ άλλο πια να εργάζομαι.
—Και πώς ζεις; Έχεις κάποια σύνταξη;
–Όχι, ούτε σύνταξη έχω.
Με κοίταξε κάπως καχύποπτα, αγράμματη η καημένη, και μου λέει:
–Πνευματικός είσαι, θα στο πω. Αλλά, δεν θα το πεις πουθενά! Η ενορία μας, έκτισε έναν νέο ναό. Μεγάλο κι ωραίο. Έγιναν πάρα πολλά έργα μέσα σ' αυτόν κι είχε μείνει μοναχά το τέμπλο. Οι ιερείς είπαν, και μία και δύο και τρεις φορές, ότι τώρα θ' αρχίσουμε τον έρανο για να φτιάξουμε το τέμπλο ξυλόγλυπτο. Εγώ, από μικρή κοπέλλα, όλη μου την ζωή, εργαζόμουνα "υπηρέτρα" και με τα χρήματα που έπαιρνα, έφτιαξα ένα σπίτι. Έμενα σ' ένα δωματιάκι και τα υπόλοιπα τα νοίκιαζα κι έτσι ζούσα. Πάω, βρίσκω τον προϊστάμενο του ναού και του λέω: "Πάτερ μου, πόσο θέλει για να γίνει το τέμπλο;". Μου λέει: "ενάμισι εκατομμύριο δραχμές (λεφτά, της εποχής εκείνης, βέβαια)".
—"Πάτερ μου, άκουσε, του λέω. Έχω ένα σπίτι. Τα πιάνει αυτά τα χρήματα. Αλλά, αναλαμβάνει το εκκλησιαστικό συμβούλιο να μου δίνει ενάμισι χιλιάρικο τον μήνα που παίρνω από τα ενοίκια για να ζω; Όσο ζω".
—"Το αναλαμβάνει και με το παραπάνω και περισσότερα".
—"Αλλά, άκουσε: Δεν θα το ξέρει κανείς! Μόνο εγώ κι εσύ!".
—"Δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, διότι, για να το αποφασίσει το εκκλησιαστικό συμβούλιο, αναγκαστικά, πρέπει να το μάθει. Πώς θα πάρει μία τέτοια απόφαση; Επομένως, δεν μπορώ να το κρατήσω τελείως μυστικό".
—"Καλά. Θα πάρεις όμως τους εκκλησιαστικούς συμβούλους, έναν—έναν, μπροστά στην Εικόνα του Χριστού, να σου υποσχεθούν ότι δεν θα το πουν σε κανένα. Να μην το μάθει κανείς στην ενορία!".
—"Εντάξει, αυτό στο υπόσχομαι!".   

     Πράγματι, πουλήθηκε το σπιτάκι κι έγινε το τέμπλο. Κι εγώ ζω μ' αυτά που μου δίνει το συμβούλιο. Μου είπαν μερικοί από το εκκλησιαστικό συμβούλιο: "Ε, καημένη, το έφτιαξες που το έφτιαξες, δεν αφήνεις να βάλουμε και τ' όνομά σου τώρα;". "Όχι, όχι!", τους λέω, "γιατί θα χάσω τον 'μιστό' (!) μου, άμα θα κάνετε τέτοιο πράγμα!".
     Τώρα πάω στην εκκλησία, βλέπω το τέμπλο και κλαίω απ' την χαρά μου και λέω: "Σ' ευχαριστώ, Χριστέ μου, διότι αξίωσες εμένα, μία φτωχή γυναίκα, μία 'υπηρέτρα', που δεν αξίζω τίποτε, ένα σκουπίδι, να κάνω ένα τέτοιο ωραίο πράγμα στον ναό Σου! Κύριέ μου, εγώ τους κόπους μου τους έδωσα να φτιάξω ένα έργο στον ναό Σου. Δεν έχω τίποτε άλλο!". Και το βλέπω κι αναγαλλιάζεται η ψυχή μου!...
     Τόσο πολύ με συγκλόνισε το παράδειγμα αυτής της γυναίκας, που είπα: "Εν Ημέρα Κρίσεως, άραγε, πόσους από εμάς τους κληρικούς θα κρίνει η γριούλα αυτή;!". Που, πολλές φορές, εμείς, βάζουμε φαρδύ—πλατύ το όνομά μας και γράφουμε: "το τέμπλο (ή ο ναός) εγένετο επί τάδε, επί τάδε, επί τάδε" κι από κάτω αρχίζουν οι λίστες των δωρητών. Κολακευόμαστε να γίνεται γνωστό ότι δώσαμε αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Επαναλαμβάνω, μερικές τέτοιες ψυχούλες, τέτοιες καθαρές ψυχές, "τις οποίες δεν ήταν άξιος ο κόσμος να τις έχει" (Εβρ. ια' 38), θα μας κρίνουν την Ημέρα της Κρίσεως!...».

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (†1989)

[Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου: «Χριστώ τω Θεώ παραθόμεθα», κεφ. 3ο, σελ. 92—94, έκδ. (δ') Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, Τροιζήνα, Απρίλιος 2004.]


Φωτογραφία: Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ» 
ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»

      «Αυτή τη στιγμή μου έρχεται το παράδειγμα μιας πολύ απλής γυναίκας του λαού, που είχα συναντήσει κάποτε στο εξομολογητήριο, πριν από πολλά χρόνια. Δεν την γνώριζα, ούτε την γνωρίζω. Ούτε αν την δω στον δρόμο θα την θυμηθώ. Θα πλησίαζε τα εβδομήντα. Ίσως, να την έχει καλέσει ο Θεός τώρα. Αφού εξομολογήθηκε, δεν θυμάμαι πώς ήρθε το θέμα, την ρώτησα εάν εργάζεται. 
      —Όχι, πάτερ μου, σταμάτησα. Δεν μπορώ άλλο πια να εργάζομαι. 
      —Και πώς ζεις; Έχεις κάποια σύνταξη; 
      –Όχι, ούτε σύνταξη έχω. 
      Με κοίταξε κάπως καχύποπτα, αγράμματη η καημένη, και μου λέει: 
      –Πνευματικός είσαι, θα στο πω. Αλλά, δεν θα το πεις πουθενά! Η ενορία μας, έκτισε έναν νέο ναό. Μεγάλο κι ωραίο. Έγιναν πάρα πολλά έργα μέσα σ' αυτόν κι είχε μείνει μοναχά το τέμπλο. Οι ιερείς είπαν, και μία και δύο και τρεις φορές, ότι τώρα θ' αρχίσουμε τον έρανο για να φτιάξουμε το τέμπλο ξυλόγλυπτο. Εγώ, από μικρή κοπέλλα, όλη μου την ζωή, εργαζόμουνα "υπηρέτρα" και με τα χρήματα που έπαιρνα, έφτιαξα ένα σπίτι. Έμενα σ' ένα δωματιάκι και τα υπόλοιπα τα νοίκιαζα κι έτσι ζούσα. Πάω, βρίσκω τον προϊστάμενο του ναού και του λέω: "Πάτερ μου, πόσο θέλει για να γίνει το τέμπλο;". Μου λέει: "ενάμισι εκατομμύριο δραχμές (λεφτά, της εποχής εκείνης, βέβαια)". 
      —"Πάτερ μου, άκουσε, του λέω. Έχω ένα σπίτι. Τα πιάνει αυτά τα χρήματα. Αλλά, αναλαμβάνει το εκκλησιαστικό συμβούλιο να μου δίνει ενάμισι χιλιάρικο τον μήνα που παίρνω από τα ενοίκια για να ζω; Όσο ζω". 
      —"Το αναλαμβάνει και με το παραπάνω και περισσότερα". 
      —"Αλλά, άκουσε: Δεν θα το ξέρει κανείς! Μόνο εγώ κι εσύ!". 
      —"Δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, διότι, για να το αποφασίσει το εκκλησιαστικό συμβούλιο, αναγκαστικά, πρέπει να το μάθει. Πώς θα πάρει μία τέτοια απόφαση; Επομένως, δεν μπορώ να το κρατήσω τελείως μυστικό". 
      —"Καλά. Θα πάρεις όμως τους εκκλησιαστικούς συμβούλους, έναν—έναν, μπροστά στην Εικόνα του Χριστού, να σου υποσχεθούν ότι δεν θα το πουν σε κανένα. Να μην το μάθει κανείς στην ενορία!". 
      —"Εντάξει, αυτό στο υπόσχομαι!". 
      Πράγματι, πουλήθηκε το σπιτάκι κι έγινε το τέμπλο. Κι εγώ ζω μ' αυτά που μου δίνει το συμβούλιο. Μου είπαν μερικοί από το εκκλησιαστικό συμβούλιο: "Ε, καημένη, το έφτιαξες που το έφτιαξες, δεν αφήνεις να βάλουμε και τ' όνομά σου τώρα;". "Όχι, όχι!", τους λέω, "γιατί θα χάσω τον 'μιστό' (!) μου, άμα θα κάνετε τέτοιο πράγμα!". 
      Τώρα πάω στην εκκλησία, βλέπω το τέμπλο και κλαίω απ' την χαρά μου και λέω: "Σ' ευχαριστώ, Χριστέ μου, διότι αξίωσες εμένα, μία φτωχή γυναίκα, μία 'υπηρέτρα', που δεν αξίζω τίποτε, ένα σκουπίδι, να κάνω ένα τέτοιο ωραίο πράγμα στον ναό Σου! Κύριέ μου, εγώ τους κόπους μου τους έδωσα να φτιάξω ένα έργο στον ναό Σου. Δεν έχω τίποτε άλλο!". Και το βλέπω κι αναγαλλιάζεται η ψυχή μου!... 
      Τόσο πολύ με συγκλόνισε το παράδειγμα αυτής της γυναίκας, που είπα: "Εν Ημέρα Κρίσεως, άραγε, πόσους από εμάς τους κληρικούς θα κρίνει η γριούλα αυτή;!". Που, πολλές φορές, εμείς, βάζουμε φαρδύ—πλατύ το όνομά μας και γράφουμε: "το τέμπλο (ή ο ναός) εγένετο επί τάδε, επί τάδε, επί τάδε" κι από κάτω αρχίζουν οι λίστες των δωρητών. Κολακευόμαστε να γίνεται γνωστό ότι δώσαμε αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Επαναλαμβάνω, μερικές τέτοιες ψυχούλες, τέτοιες καθαρές ψυχές, "τις οποίες δεν ήταν άξιος ο κόσμος να τις έχει" (Εβρ. ια' 38), θα μας κρίνουν την Ημέρα της Κρίσεως!...». 

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (†1989)

[Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου: «Χριστώ τω Θεώ παραθόμεθα», κεφ. 3ο, σελ. 92—94, έκδ. (δ') Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, Τροιζήνα, Απρίλιος 2004.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου