Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 


     «Είχα έναν μαθητή ο οποίος έπεφτε σε διάφορες αμαρτίες, δίχως εγώ να το γνωρίζω. Αυτός, ήρθε η ώρα και πέθανε. Πολύ προσευχήθηκα στον Θεό και παρακάλεσα την Κυρία Θεοτόκο να μου φανερώσει ανάμεσα σε ποιούς να βρίσκεται η ψυχή του, μετά την έξοδό της από το σώμα του. 
     Επέμενα με υπομονή στην προσευχή για αρκετές μέρες. Μια φορά, ήρθα σε κατάσταση έκστασης και βλέπω τον μαθητή μου να τον βαστούν δύο άγνωστοι. Δεν υπήρχε καμμία κίνηση ή ενέργεια πάνω του, είτε ψυχική είτε σωματική. Δεν μιλούσε καθόλου. Ήταν σαν απολιθωμένος. Κι εγώ, βλέποντάς τον έτσι, ήμουν σε μεγάλη αγωνία. Τότε, έτσι, σαν έμπνευση θεϊκή, θυμήθηκα τον λόγο του Κυρίου, που λέει: “Αυτόν που δεν έχει ένδυμα γάμου, να του δέσετε τα χέρια και τα πόδια και να τον ρίξετε στο βαθύ σκοτάδι. Εκεί όπου θα είναι ο θρήνος και το τρίξιμο των δοντιών” (Ματθ. κβ΄ 11–13). Και, με αυτό το δέσιμο των χεριών και των ποδιών, δεν υπαινίσσεται τίποτε άλλο αυτός ο λόγος του Κυρίου, παρά το ότι στην άλλη ζωή σβήνει και μένει ανενέργητη κάθε σκέψη και διάθεση πονηρή, η οποία, δεν ήταν σύμφωνη με το άγιο θέλημα του Θεού στην ζωή αυτή. 
     Όταν συνήλθα από την έκσταση αυτή, άρχισα να λυπάμαι πολύ και να αγωνιώ. Έκανα, όσο μπορούσα, ελεημοσύνες και Θείες Λειτουργίες για την ψυχή του. Παρακαλούσα τον φιλάνθρωπο Θεό γι’ αυτόν. Παρακαλούσα και την Παναγία Θεοτόκο να κάμει κι Αυτή έλεος. Επίσης, άρχισα να κοπιάζω στην άσκηση και να κάνω ξηροφαγία, παρ’ όλο που είχα φτάσει σε βαθιά γεράματα. 
     Ύστερα από μερικές μέρες, βλέπω την Παναγία Θεοτόκο να μου λέει: “Γιατί λυπάσαι κι έχεις τόση αγωνία, παππούλη;”. Της είπα: “Για τον αδελφό, Δέσποινά μου! Γιατί τον είδα σε κακή κατάσταση”. Μου αποκρίθηκε: “Μα, εσύ, δεν παρακάλεσες επειδή ήθελες να τον δεις; Να, που πήρες την πληροφορία τώρα!”. Κι εγώ Της είπα: “Ναι, εγώ, παρακάλεσα. Αλλά δεν ήθελα να τον δω σε μία τέτοια κατάσταση. Γιατί, τί μου χρειάζεται να τον δω έτσι και, μετά, να κλαίω και να πονώ;”. Μου λέει, τότε, η Κυρία Θεοτόκος: “Πήγαινε. Και για την ταπείνωση, τον μόχθο και την αγάπη σου, εγώ, θα σου τον δείξω έτσι, που να μη λυπάσαι πλέον!”. 
     Την άλλη μέρα, ξαναείδα τον αδελφό να έρχεται προς τα μένα, πολύ χαρούμενος, αυτή την φορά να κινείται και να περπατάει κανονικά μόνος του, και να γελάει. Μου λέει: “Πάτερ! Οι δεήσεις σου, έκαμψαν την Παναγία Θεοτόκο, διότι πολύ σε αγαπά! Εκείνη, παρακάλεσε τον Σωτήρα Χριστό να λυθώ από τα δεσμά, γιατί ήμουν περισφιγμένος με τα σχοινιά των αμαρτημάτων μου (πρβλ. Παροιμ. ε΄ 22)”. 
     Μ’ αυτά τα λόγια του κεκοιμημένου αδελφού, εγώ γέμισα χαρά. Κι αμέσως είδα πάλι την Κυρία μας Θεοτόκο να μου λέει: “Γέροντα, την πήρες την πληροφορία που ήθελες, έστω και τώρα;”. Της απάντησα: “Ναι, Δέσποινά μου! Και χάρηκα πολύ που είδα τον αδελφό μου σε άνετη πια κατάσταση!”. Εκείνη, τότε, μου είπε: “Πήγαινε, λοιπόν, και πάντα να θυμάσαι τον αδελφό με τις προσευχές, τις ελεημοσύνες και τις Θείες Λειτουργίες. Γιατί, πολύ–πολύ βοηθάει τους κεκοιμημένους, η ελεημοσύνη, καθώς και αυτή η ίδια η Θεία Λειτουργία!”…». 

ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο «ΑΠΛΟΣ» 

[«Το Μέγα Γεροντικόν», τόμ. δ΄, κεφ. ιη΄, §32, σελ. 348–351, Ιερό Ησυχαστήριο «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσ/νίκης, Μάρτιος 19991.] 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου