Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ...

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ
ΠΑΡΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ…
Η μεγαλειώδης και δραματική παραίτηση
του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Μετά τα μέσα του Ιουνίου του 381, σε μία έκτακτη συνεδρία της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη.

   «Πατέρες ιεροί, συναχθήκατε εδώ για το θέλημα του Θεού. Υψωθείτε με την ψυχή σας στα υψηλά. Και μην στενοχωριέστε για την δική μου θέση. Αν θά ’μαι πρώτος, αν θά ’μαι τελευταίος. Δεν έχει σημασία. Εδώ, πρόκειται για την Εκκλησία και για την ειρήνη της. Θάλασσα φουρτουνιασμένη καταντήσαμε, όλοι μας, το βλέπετε καθαρά. Ομονοήστε εσείς κι αφήστε εμένα. Εγώ, πλέον, το αποφάσισα· για το κοινό καλό γίνομαι (σαν άλλος) Ιωνάς. Πέφτω εγώ στην θάλασσα, όπως παλιά ο Προφήτης, –αν και δεν έφερα εγώ την φουρτούνα. Είμαι έτοιμος, πάντως. Μην διστάζετε! Ρίξτε με στην θάλασσα! Να, πέφτω και μόνος μου! Αρκεί να ειρηνεύσετε και να σκεφτείτε μόνο την Εκκλησία!
    Ναι, αδελφοί μου! Παραιτούμαι, φεύγω. Παραδίδω και θρόνο και προεδρία. Τιμή μου, αφού έτσι βοηθώ την Εκκλησία. Αφού έτσι, θα πάψετε επιτέλους να φιλονικείτε. Ακόμα και το άρρωστό μου σώμα, μου λέει να παραιτηθώ.
    Είμαι εδώ, στον θρόνο της Πρωτεύουσας και στην προεδρία, μα όλοι ξέρετε ότι εδώ μ’ έφεραν άλλοι. Δεν αγάπησα τον θρόνο και νά ’στε σίγουροι ότι τώρα τον αποχαιρετώ με χαρά. Όσο μπόρεσα προσέφερα, στην Αρχιεπισκοπή και στην Σύνοδο. Φεύγω τώρα, όμως η σκέψη και η γλώσσα μου θά ’ναι πάντα για την πανίερη Τριάδα μου. Με ζήλο θα υπερασπίζομαι την Αγία Τριάδα. Σας αποχαιρετώ, αδελφοί, σας εύχομαι υγεία και σας παρακαλώ για ένα πράγμα μονάχα: να θυμάστε τους κόπους μου και όσα υπέφερα εδώ στην Πόλη, για την Ορθοδοξία.
    Και, κάτι ακόμα, αδελφοί μου: Αν βρείτε άλλον Γρηγόριο για τον θρόνο, να τον λυπηθείτε περισσότερο απ’ όσο λυπηθήκατε εμένα. Αυτά, λοιπόν, και να ειρηνεύετε!».

Στην τελευταία Θεία Λειτουργία του, στον Ναό της Αγίας Ειρήνης, την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου του 381.

    «Απολογία μου είσαστε εσείς. Eσείς, τα ξέρετε (τα δικά μου). Εσείς, να βεβαιώσετε εάν όσα πω θα είναι αλήθεια. Εσείς, είσαστε ο στέφανός μου και η δόξα μου. Ναι, το μέγα και ορθοδοξότατο ποίμνιο της Πρωτεύουσας ήτανε πριν μηδαμινό και διαλυμένο. Λειτουργιότανε στα βουνά και τις σπηλιές, και είχε ξεχάσει την πίστη του. Ήρθατε, αδελφοί, στην Πρωτεύουσα και θαυμάζετε τους μεγάλους ναούς, την ευταξία, την υμνωδία, την θέρμη των πιστών, την ορθή πίστη, ο Θεός πλέον δοξολογείται σωστά. Όσοι τώρα φτάνουνε εδώ στην Πόλη δεν πιστεύουνε στα μάτια τους! Η αλλαγή, τεράστια, θαυμαστή. Εμπεδώθηκε η Ορθόδοξη Πίστη, κηρύσσεται η ορθή διδασκαλία.
    Αυτά έχω, αδελφοί μου, προσφέρει. Αυτά, δημιούργησα εδώ. Εδώ, στην μεγάλη Πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, που είναι πια οφθαλμός της Οικουμένης, που δεσπόζει κι ενώνει Ανατολή και Δύση. Εδώ, συναντώνται όλοι και όλα. Όποια εξουσία και δύναμη υπάρχει εδώ, απλώνεται παντού. Όποια πίστη θεμελιώνεται και χτίζεται εδώ στην Πρωτεύουσα, επιβάλλεται σε όλες τις άλλες πόλεις. Γι’ αυτό μόχθησα πολύ, γι’ αυτό υπέφερα πολλά, γι’ αυτό λιθοβολήθηκα, για να χτίσω το οικοδόμημα της Ορθοδοξίας γερό, στέρεο. Αν αμφιβάλλετε για όσα λέω, κοιτάξτε γύρω τον λαό, ρωτήστε τους ιερείς, διαβάστε την διδασκαλία μου στα χειρόγραφα που κυκλοφορούν.  
    Ας μου πει κάποιος ότι με το αξίωμά μου έβλαψα τον λαό, ότι επιδίωξα κάτι για τον εαυτό μου, ότι έβαλα σε θέσεις δικούς μου ανθρώπους, ότι επιβάρυνα οικονομικά την Εκκλησία. Κράτησα την Ιερωσύνη ψηλά, δεν έδωσα αφορμή να διασυρθεί. Μήπως είδε κανείς ποτέ ν’ αγαπώ την εξουσία; Φέρθηκα ποτέ υπεροπτικά; Έτρεξα ν’ ανεβαίνω με λαχτάρα στους θρόνους; Με είδατε να μπαινοβγαίνω κάθε τόσο στ’ ανάκτορα, ενώ το μπορούσα;
    Τον μισθό μου, αγαπητοί, δεν θα μ’ αφήσετε χωρίς μισθό! Εργάσθηκα φιλότιμα την αρετή. Τί ζητάω εγώ για ‘‘μισθό’’; Να μ’ αφήσετε να ξεκουραστώ, να σεβαστείτε την λευκή μου γενειάδα, να τιμήσετε την ώρα της αναχώρησής μου. Βλέπετε και την άθλια υγεία μου, μόλις που μπορώ να στέκομαι και να σας μιλάω. Φτάνουνε, πια, οι προεδρίες και τ’ άγρια κύματα που πέσανε πάνω μου. Να ενώσω Ανατολή και Δύση πήγα, και οι αδελφοί επαναστάτησαν. Από την μια μ’ ενθρόνιζαν κι από την άλλη ζήταγαν την εκθρόνισή μου. Τί, να πω;! Βρείτε δικό σας αρχιεπίσκοπο που να σας αρέσει κι αφήστε εμένανε στην ερημιά μου. Είναι λάθος, όμως, να ζητάτε ρήτορες κι όχι ιερείς· θησαυροφύλακες κι όχι ποιμένες ψυχών· ιερείς με πολιτική δύναμη κι όχι αγιασμένους ιερείς. Κάντε μου, λοιπόν, την χάρη, κι αφήστε με ν’ αναχωρήσω ήρεμα για την έρημο!
    Χαίρε, (Αγία) Αναστασία μου αγαπημένη, απ’ όπου αναστήθηκε η Ορθοδοξία. Χαίρε, μεγάλε Ναέ της Αγίας Σοφίας. Χαίρετε, Άγιοι Απόστολοι κι εσύ, εδώ, Καθέδρα μου, Αγία Ειρήνη, που το ύψος σου γέννησε φθόνο. Χαίρετε κι εσείς επίσκοποι συνοδικοί, ιερείς, υμνωδοί και ψάλτες, διακονητές, παρθενεύουσες και παρθένοι. Φιλόπτωχοι και ορφανοτρόφοι, χαίρετε.
    Χαίρετε, αδελφοί αγαπημένοι, που με φιλοξενήσατε, που με συμπαρασταθήκατε και με φροντίσατε στις αρρώστιες μου. Χαίρετε, εσείς που σπάζατε τα κιγκλιδώματα για να μπείτε να μ’ ακούσετε, καθώς κι εσείς που στενογραφούσατε τους λόγους μου. Χαίρε, πανίσχυρε βασιλέα και παλάτια, άρχοντες και υπηρέτες. Χειροκροτήστε τον ρήτορα, επευφημήστε λοιπόν, γιατί δεν θα με ξανακούσετε. Θα σταματήσω να μιλάω, μα όχι για πάντα! Εάν το φέρει η ανάγκη, όπου και ν’ ασκητεύω, πάλι θα πέσω μέσα στην μάχη για την αλήθεια!
    Χαίρε, Ανατολή και Δύση. Αγωνίστηκα για το καλό σας κι αναγκάζομαι τώρα ν’ αφήσω τον θρόνο. Μα, όποιος χάνει τον εδώ θρόνο, κερδίζει θρόνο υψηλότερο στον ουρανό. Χαίρε κι Εσύ, Αγία μου Τριάδα, κάλλος μου και φροντίδα μου, μείνε σ’ ετούτον τον λαό και σώζε τον!
    Παιδιά μου, φυλάξτε αυτά που σας δίδαξα και να θυμάστε τους λιθοβολισμούς μου. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά πάντων υμών. Αμήν».

[Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου (1933–2012), 
ή Γερασίμου Μοναχού Δοχειαρίτου:
(1) «Ο Πληγωμένος Αετός (Γρηγόριος ο Θεολόγος)», κεφ. 7ο: «Η Μεγαλειώδης Παραίτηση», σελ. 274–275, 288–291, Γ΄ έκδοση, «Αποστολική Διακονία», Αθήνα 1998.
(2) «Γρηγόριος ο Θεολόγος – Σπουδή του βίου και του έργου του», κεφ. η΄, §5–§10, σελ. 171–180, Α΄ έκδοση, «Αρμός», Αθήνα, Αύγουστος 1991.] 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου