Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

«ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΣΟ ΩΡΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ;»

«ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΣΟ ΩΡΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ;»


     Ο Όσιος Πατήρ Πορφύριος, διηγείται...:
     «Τα χρόνια, μετά τον πόλεμο, ήταν πολύ δύσκολα κι οι άνθρωποι αγωνίζονταν για να ζήσουν. Εγώ, την εποχή εκείνη, ήμουν στην Πολυκλινική. Πολλά περιστατικά θυμάμαι απ’ τα χρόνια εκείνα. Ακούστε ένα απ’ αυτά:
     Η Έφη, ήταν δεκαεφτά χρονών κι έμενε το καλοκαίρι με τους γονείς της και τον αδελφό της στο Μπογιάτι. Είχαν περιβόλι με κηπευτικά και τα πουλούσαν. Ένα βράδυ, η μητέρα της Έφης την έστειλε σ’ ένα μαγαζάκι, εκεί κοντά, ν’ αγοράσει πετρέλαιο για τη λάμπα. Σημειώστε, ότι δεν είχαν τότε ρεύμα. Επιστρέφοντας προς το σπίτι, η Έφη συναντάει στο δρόμο ένα αγόρι, που ήταν συμμαθητής της. Μιλούσαν για τα μαθήματα. Το σημείο, όμως, που είχαν σταματήσει και οι δύο, βρισκόταν πίσω από ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Τη στιγμή εκείνη, πέρασε ο αδελφός της Έφης και τους είδε να κουβεντιάζουν. Το παρεξήγησε, γιατί πίστεψε ότι πονηρά κουβεντιάζουν και πήγε και το είπε στη μητέρα τους.
     –Η Έφη, μας ντροπιάζει! είπε. Κουβεντιάζει στο δρόμο μ’ ένα αγόρι!...
     Όταν έφθασε στο σπίτι η Έφη, η μητέρα της την μάλωσε πολύ και την έδειρε. Τότε οι αρχές ήταν πολύ αυστηρές. Η Έφη, πικράθηκε πολύ. Επαναστάτησε για την αδικία και την καχυποψία του αδελφού της.
     Την άλλη μέρα, γύρισε στο σπίτι ο πατέρας, που έλειπε. Εκείνος, της φέρθηκε διαφορετικά, δηλαδή με κατανόηση και καλό τρόπο.
     —Εγώ, δε τα πιστεύω αυτά! της λέει. Έλα, πάμε να ποτίσουμε το περιβόλι. Εσύ θα κάθεσαι, κι όπου βλέπεις πως ποτίζεται μια βραγιά, θα μου λες να γυρίζω το νερό σ’ άλλη βραγιά.
     Έτσι, κι έγινε. Η Έφη, όμως, δεν είχε κοιμηθεί καθόλου την προηγούμενη νύχτα. Η στεναχώρια και η αδικία, την πνίγανε. Απελπίστηκε, κι αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή της. Την ώρα, λοιπόν, που ξεκινούσαν με τον πατέρα της για το περιβόλι, έκανε ένα σχέδιο: Να πάρει ένα γεωργικό φάρμακο και, το βραδάκι, μετά το πότισμα, κρυφά να το πιει και να πεθάνει. Σκεφτόταν: Να δω, τότε: θα μ’ αγαπούν;. Πήρε λοιπόν το φάρμακο, το έβαλε στην τσέπη της και περίμενε να βραδιάσει, για να το πάρει. Δεν άργησε να έρθει η δύσκολη ώρα. Ο πατέρας, αμέριμνος, της λέει:
     —Πήγαινε στην άκρη του περιβολιού να κλείσεις το νερό.
     Πήγε γρήγορα. Ήταν αθέατη. Κανείς δεν υπήρχε γύρω της. Ο πατέρας, αρκετά μέτρα μακρυά· κι εκείνη, τρέμοντας, έβαλε το χέρι στην τσέπη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούει βήματα. Δεν πρόλαβε να κουνηθεί, κι εμφανίζεται μπροστά της κάποιος άγνωστος ιερέας. Την χαιρετάει και της λέει:
     –Έφη μου, ξέρεις πόσο ωραίος είναι ο Παράδεισος; Φως, χαρά, αγαλλίαση! Ο Χριστός, είναι όλος φως και σκορπάει τη χαρά και την αγαλλίαση σ όλους! Μας περιμένει στην άλλη ζωή, για να μας χαρίσει τον Παράδεισο. Υπάρχει όμως και η κόλαση, που είναι όλο σκοτάδι, λύπη, στεναχώρια, αγωνία, κατάθλιψη. Αν πάρεις αυτό που έχεις στην τσέπη σου, θα πας στην κόλαση. Πέταξέ το, λοιπόν, αμέσως, για να μη χάσουμε την ομορφιά του Παραδείσου.


     Η Έφη, τα έχασε στην αρχή. Αλλά μετά από λίγο, λέει στον ιερέα αφού, χωρίς να το καταλάβει, είχε ήδη πετάξει το φάρμακο:
     –Περιμένετε να φωνάξω και τον πατέρα μου να σας δει.
     Τρέχει μες στο περιβόλι. Χάθηκε περνώντας τις ψηλές καλαμποκιές, για να βρει τον πατέρα της. Τον βρήκε και του λέει:
     –Πατέρα, έλα γρήγορα να δεις έναν ιερέα, που ήρθε στην άκρη του περιβολιού μας!
     Όταν, όμως, φτάσανε στο σημείο που έπρεπε να περιμένει ο ιερέας —τι, παράξενο!– δεν υπήρχε κανείς εκεί!
     Για πολύ καιρό, η Έφη δε μπορούσε να εξηγήσει όλα όσα της συνέβησαν εκείνο το βράδυ. Δε μπορούσε να εξηγήσει την εξαφάνιση του ιερέα. Επιθυμούσε να τον ξαναβρεί. Της είχε σώσει τη ζωή! 
     Εν τω μεταξύ, κάθε χειμώνα κατέβαιναν στην Αθήνα όλη η οικογένεια. Η Έφη, πήγαινε πολλές φορές στη νουνά της, που ήταν πολύ θρήσκα, κι έμενε μεγάλο διάστημα κοντά της. Η νουνά της, συνήθιζε να δέχεται στο σπίτι της και να φιλοξενεί θεολόγους, ιερείς, μοναχούς. Κάποια φορά, λοιπόν, που η Έφη πήγε στη νουνά της, στο σαλόνι είχε μια επίσκεψη. Η Έφη, δε γνώριζε ποιος ήταν. Η νουνά της, σε μια στιγμή έρχεται στην κουζίνα και λέει της Έφης:
     –Έφη, ετοίμασε γλυκό και καφέ και φέρ’ τα στο σαλόνι για τον επισκέπτη!
     Η Έφη, τα ετοίμασε. Καθυστέρησε όμως λίγο και, την ώρα που τα πήγαινε, η νουνά της την πρόλαβε. Της λέει, λοιπόν:
     —Όχι, αυτόν το δίσκο! Βάλε τον ασημένιο, γιατί η επίσκεψη σήμερα είναι επίσημη.
     Γύρισε η Έφη στην κουζίνα, άλλαξε το δίσκο και τον πήγε στο σαλόνι. Αλλά, τι να δει! Πήγε να της πέσει ο δίσκος απ’ τα χέρια! Βλέπει μπροστά της εκείνον τον άγνωστο ιερέα που είχε εμφανιστεί εκείνο το, δύσκολο γι αυτήν, βράδυ στο περιβόλι τους.
     –Είμαι ο πατήρ Πορφύριος! της λέω χαμογελώντας...


     Έτσι, γνωριστήκαμε με την Έφη. Κι από τότε, έχουμε μεγάλη φιλία. Έκανε οικογένεια, με πολλά παιδιά. Την ευλόγησε ο Θεός. Βλέπετε, τι τρόπους μπορεί να μεταχειρισθεί ο Θεός, όταν θέλει να σώσει έναν άνθρωπο;...». 


ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ 

Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ (1906–1991) 



[Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου: «Βίος και Λόγοι»,
μέρος 1ο, κεφ. 4ο, σελ. 151–154,
έκδοση Ιεράς Μονής «Χρυσοπηγής», 
Χανιά, Οκτώβριος 200910.]









1 σχόλιο: