Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

«ΦΩΣ ΤΑΙΣ ΤΡΙΒΟΙΣ ΜΟΥ»

«ΦΩΣ ΤΑΙΣ ΤΡΙΒΟΙΣ ΜΟΥ»



      «Βρισκόμουν στο Μοναστήρι του Σταυρονικήτα. Ήταν εσπέρα. Φεύγοντας, βρίσκω έξω από την πόρτα του Μοναστηριού έναν λαϊκό που ήθελε να μου μιλήσει. Προχωρώντας, άρχισε να μου λέει τα προβλήματά του. Η ώρα περνούσε και ήμουν άρρωστος. Ήταν τέτοια η αρρώστια, που, ούτε μπορούσα να καθήσω να ξεκουραστώ, ούτε και να στέκομαι όρθιος. Ενώ λοιπόν μου μιλούσε, πέρασε η ώρα και νύχτωσε. Σκέφθηκα, σε μια στιγμή, την αρρώστια μου και θέλησα να διακόψω την συζήτηση, αλλά είπα: ‘‘Ο άνθρωπος έχει τόσα προβλήματα, εγώ τον εαυτό μου θα κοιτάζω;’’. Κι έτσι, συνέχισε να μου μιλά, μέχρι που νύχτωσε τελείως. Ο λαϊκός είχε να κοιμηθεί κάπου, σε γνωστό του Κελλί. Η πόρτα του Μοναστηριού είχε κλείσει.«
     »Αφού τελειώσαμε, πήρα τον δρόμο για να πάω στο Καλύβι μου. Μπήκα στο μονοπάτι και θα περνούσα από ένα σημείο που είναι στενό και απότομο. Όταν έφθασα στο σημείο αυτό, επειδή δεν έβλεπα, δεν είχα και φακό μαζί μου, πέφτω μέσα στα κλαδιά και στα βάτα και πιάστηκα από τα κλαδιά. Δεν έβλεπα καθόλου και μου ήρθε το σακκίδιο στο κεφάλι μου.«
     »Στην θέση που βρισκόμουν, σκέφθηκα: ‘‘Τί, να κάνω;! Ας κάνω το Απόδειπνο!’’. Αρχίζω: ‘‘Άγιος ο Θεός…’’ κ.λπ. Σε μια στιγμή, ανάβει ένα φως δυνατό. Το κεφάλι μου, έγινε σαν λάμπα! Γύρω μου, έγινε μέρα! Οπότε, είδα πού βρισκόμουν και σκαρφάλωσα και βγήκα. Το φως, συνέχιζε να φωτίζει γύρω μου. Η καρδιά μου, ήταν γεμάτη από ουράνια αγαλλίαση. Έφθασα στο Καλύβι, πήρα τα κλειδιά από την θέση που τα είχα, άνοιξα, μπήκα μέσα στην Εκκλησία, άναψα όλα τα καντήλια και, τότε, το φως υποχώρησε!».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)

[Ιερομονάχου Ισαάκ: «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου», κεφ. ια΄, §δ΄, σελ. 217–218, στ΄ έκδοσις, Άγιον Όρος 2008.]



«ΦΩΣ ΤΑΙΣ ΤΡΙΒΟΙΣ ΜΟΥ» 

       «Βρισκόμουν στο Μοναστήρι του Σταυρονικήτα. Ήταν εσπέρα. Φεύγοντας, βρίσκω έξω από την πόρτα του Μοναστηριού έναν λαϊκό που ήθελε να μου μιλήσει. Προχωρώντας, άρχισε να μου λέει τα προβλήματά του. Η ώρα περνούσε και ήμουν άρρωστος. Ήταν τέτοια η αρρώστια, που, ούτε μπορούσα να καθήσω να ξεκουραστώ, ούτε και να στέκομαι όρθιος. Ενώ λοιπόν μου μιλούσε, πέρασε η ώρα και νύχτωσε. Σκέφθηκα, σε μια στιγμή, την αρρώστια μου και θέλησα να διακόψω την συζήτηση, αλλά είπα: ‘‘Ο άνθρωπος έχει τόσα προβλήματα, εγώ τον εαυτό μου θα κοιτάζω;’’. Κι έτσι, συνέχισε να μου μιλά, μέχρι που νύχτωσε τελείως. Ο λαϊκός είχε να κοιμηθεί κάπου, σε γνωστό του Κελλί. Η πόρτα του Μοναστηριού είχε κλείσει.« 
       »Αφού τελειώσαμε, πήρα τον δρόμο για να πάω στο Καλύβι μου. Μπήκα στο μονοπάτι και θα περνούσα από ένα σημείο που είναι στενό και απότομο. Όταν έφθασα στο σημείο αυτό, επειδή δεν έβλεπα, δεν είχα και φακό μαζί μου, πέφτω μέσα στα κλαδιά και στα βάτα και πιάστηκα από τα κλαδιά. Δεν έβλεπα καθόλου και μου ήρθε το σακκίδιο στο κεφάλι μου.«
       »Στην θέση που βρισκόμουν, σκέφθηκα: ‘‘Τί, να κάνω;! Ας κάνω το Απόδειπνο!’’. Αρχίζω: ‘‘Άγιος ο Θεός…’’ κ.λπ. Σε μια στιγμή, ανάβει ένα φως δυνατό. Το κεφάλι μου, έγινε σαν λάμπα! Γύρω μου, έγινε μέρα! Οπότε, είδα πού βρισκόμουν και σκαρφάλωσα και βγήκα. Το φως, συνέχιζε να φωτίζει γύρω μου. Η καρδιά μου, ήταν γεμάτη από ουράνια αγαλλίαση. Έφθασα στο Καλύβι, πήρα τα κλειδιά από την θέση που τα είχα, άνοιξα, μπήκα μέσα στην Εκκλησία, άναψα όλα τα καντήλια και, τότε, το φως υποχώρησε!». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ 
ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994) 

[Ιερομονάχου Ισαάκ: «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου», κεφ. ια΄, §δ΄, σελ. 217–218, στ΄ έκδοσις, Άγιον Όρος 2008.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου