Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΡΟΥΣΝΙΚΩΦ

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΡΟΥΣΝΙΚΩΦ
(1879–1938)


1. Για την οικογένεια· την πρώτη εκκλησία

     Το χωριό Τρόιτσκι της επαρχίας Μόσχας ήταν η γενέτειρα του ιερομάρτυρος Αλεξάνδρου. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου του 1879 και ήταν γιος του ιερέα Σεργίου Παρούσνικωφ, εφημέριου του Ναού της Αγίας Τριάδος του χωριού αυτού.
     Ο π.Σέργιος και η πρεσβυτέρα του Αλεξάνδρα είχαν δεκατρία παιδιά. Ο Αλέξανδρος, ήταν το δωδέκατο.
     Η πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα κοιμήθηκε από φυματίωση σε ηλικία μόλις 46 ετών. Από τότε η μεγαλύτερη κόρη του π.Σεργίου, η Όλγα, τον βοηθούσε στην ανατροφή των μικρότερων παιδιών του. Η Όλγα, ήταν άνθρωπος με βαθιά πίστη και ευσέβεια. Αφιερώνοντας τη ζωή της στη διακονία του Θεού και του πλησίον, δεν παντρεύτηκε. Έτσι, αργότερα, επιμελήθηκε την ανατροφή και των ανιψιών της.



2. Σπουδές, γάμος, διορισμός

     Ο Αλέξανδρος, αφού τελείωσε τις θεολογικές του σπουδές στην Εκκλησιαστική Σχολή Ντονσκόι και στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο της Μόσχας, νυμφεύθηκε το 1908 την Αλεξάνδρα Πουσκάρεφ από το κοντινό χωριό Ράμενσκι. Ο Θεός χάρισε σε αυτό το ευσεβές ζεύγος δέκα παιδιά.
     Στις 6 Μαΐου του 1908 ο μητροπολίτης Μόσχας Βλαδίμηρος (Μπογογιαβλένσκι), γνωρίζοντας τον πόθο του Αλεξάνδρου να υπηρετήσει την Εκκλησία, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τον διόρισε εφημέριο του Ναού της Αγίας Τριάδος, όπου διαδέχθηκε τον πατέρα του π.Σέργιο. Παράλληλα με την εφημεριακή του διακονία, ο νέος κληρικός δίδασκε θρησκευτικά στην Επαρχιακή Σχολή Κισίνεφ και στο Γυμνάσιο Θηλέων Ράμενσκι.


3. «Τίποτα δεν έφερες;»

     Οι ενορίτες αγαπούσαν τον π.Αλέξανδρο για την καλοσύνη του, την καταδεκτικότητά του και την ακτημοσύνη του. Πηγαίνοντας για ιεροτελεστίες στα σπίτια των χωρικών μετά την επιβολή του μπολσεβικικού καθεστώτος, όταν ο λαός δοκιμαζόταν από μεγάλη πείνα, δεν δεχόταν από κανέναν ούτε χρήματα ούτε τρόφιμα. Η πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα, του έλεγε:
     –Πάτερ, μην ξεχνάς ότι στο σπίτι μας δεν έχουμε τίποτα. Αν σου δώσουν κάτι…
     –Καλά, το ξέρω!..., τη διέκοπτε ο π.Αλέξανδρος.
     Αλλά πάντοτε γύριζε με άδεια χέρια. Η πρεσβυτέρα του τον κοίταζε λυπημένη και τον ρωτούσε:
     –Τίποτα δεν έφερες;
     –Μα, πώς να φέρω; Όπως δεν έχουμε εμείς, έτσι δεν έχουν και οι άλλοι.


4. «Ποτέ δεν μάλωνε· μόνο νουθετούσε με αγάπη»

     Όταν λειτουργούσε ο π.Αλέξανδρος, στην εκκλησία επικρατούσε απόλυτη ησυχία και προσευχητική ατμόσφαιρα. Οι νέοι, γνωρίζοντας πως είχε πλατιά μόρφωση, έρχονταν συχνά στον Ναό ή στο σπίτι του και συζητούσαν μαζί του για διάφορα θέματα, κυρίως για τον Θεό και την ορθόδοξη πίστη. Με τα παιδάκια ήταν πάντοτε στοργικός· ποτέ δεν τα μάλωνε, μόνο τα νουθετούσε με απέραντη αγάπη.


5. «Αυτά, είναι για τη γιορτή!»

     Όταν άρχισε ο διωγμός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από το σοβιετικό καθεστώς, η οικογένεια του π.Αλεξάνδρου βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Καθώς οι ιερείς, οι πρεσβυτέρες τους και τα παιδιά τους στερήθηκαν τα δικαιώματα που είχαν οι άλλοι πολίτες, δεν έπαιρναν από τις αρχές δελτία τροφίμων, προκειμένου να προμηθεύονται από τα κρατικά καταστήματα τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Και, καθώς τα ελάχιστα ιδιωτικά καταστήματα που είχαν απομείνει ήταν πανάκριβα, όλες οι ιερατικές οικογένειες είχαν παραδοθεί στο έλεος του Θεού και στην αγάπη των πιστών.


     Κάποια παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι του π.Αλεξάνδρου δεν υπήρχε ούτε ψωμί. Η πρεσβυτέρα του, καθόταν περίλυπη με το κεφάλι σκυμμένο, δίπλα στο άδειο τραπέζι. Ο π.Αλέξανδρος ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία για την ακολουθία. Μόλις άνοιξε την πόρτα, φώναξε:
     –Αλεξάνδρα, έλα ’δω!
     Η πρεσβυτέρα βγήκε, και τι να δει! Στο κατώφλι βρίσκονταν δυο τσουβάλια, που είχαν μέσα ψωμί, σιμιγδάλι και πατάτες.
     –Αυτά, είναι για τη γιορτή! της είπε ο π.Αλέξανδρος.


6. «Λυπηθείτε τα παιδιά!»

     Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι αρχές δήμευσαν το μισό σπίτι του π.Αλεξάνδρου και εγκατέστησαν εκεί τον διοικητή του τοπικού αστυνομικού τμήματος, ο γιος του οποίου δούλευε στην Κεντρική Διεύθυνση της ΓκεΠεΟυ Μόσχας. Ο διοικητής έπασχε από φυματίωση, ασθένεια από την οποία και πέθανε αργότερα. Άθεος και μοχθηρός καθώς ήταν, κάθε λίγο και λιγάκι πήγαινε στο άλλο μισό σπίτι, όπου ζούσε η ιερατική οικογένεια, κι έφτυνε πέρα-δώθε, για να διασπείρει τα μικρόβια.


     Ο π.Αλέξανδρος πολλές φορές έπεσε στα πόδια του και τον ικέτεψε να σταματήσει.
     –Σ’ εμένα, του έλεγε, κάνετε ό,τι θέλετε. Μου αξίζει και ο θάνατος. Λυπηθείτε, όμως, τα παιδιά!
     –Η παπαδική λέρα πρέπει να αφανιστεί! αποκρινόταν εκείνος, κοιτάζοντάς τον με μίσος. 


     Σύντομα ένας γιος του π.Αλεξάνδρου αρρώστησε από φυματίωση. Ακολούθησε άλλος ένας γιος. Έπειτα αρρώστησε μια κόρη και λίγο αργότερα άλλη. Δεν περνούσε χρόνος κατά τον οποίο να μη συνοδεύσει κάποιο από τα παιδιά του στο κοιμητήριο.
     Στο σχολείο, πάλι, όσα παιδιά του έμειναν ζωντανά, δεν είχαν την ίδια μεταχείριση με τους συμμαθητές τους. Οι δάσκαλοι πρόσφεραν κάθε μέρα πρωινό στους μαθητές και τις μαθήτριες, εκτός μόνο από τα παιδιά των ιερέων, που τα κάθιζαν την ώρα εκείνη σ’ έναν ξεχωριστό πάγκο και τα άφηναν νηστικά.


7. «Όλα μπαίνουν στον κουμπαρά μας»

     Μια μέρα ο π.Αλέξανδρος βάδιζε στο δρόμο με τη μικρή του κόρη, την οποία κρατούσε από το χέρι. Κάποιοι διαβάτες, μόλις διασταυρώνονταν μαζί τους, γύριζαν ασύστολα και έφτυναν τον ιερέα από πίσω. Η μικρή, σφίγγοντας το χέρι του μ’ όση δύναμη είχε, συλλογιζόταν: «Γιατί, Χριστέ μου, φτύνουν τον πατέρα μου; Είναι τόσο καλός!». Ο π.Αλέξανδρος, νιώθοντας τη θλίψη της κορούλας του, έσκυψε και της ψιθύρισε παρηγορητικά στο αυτί:
     –Δεν πειράζει, Τατιανή! Όλα αυτά μπαίνουν στον κουμπαρά μας… 


8. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18)

     Μιαν αγελάδα, τη μοναδική περιουσία και το τελευταίο μέσο συντηρήσεως της ιερατικής οικογένειας, τους την πήραν κι αυτήν οι αρχές κάποια μέρα. Ο π.Αλέξανδρος ήταν τότε στον Ναό. Επιστρέφοντας στο σπίτι, είδε την πρεσβυτέρα του πολύ ταραγμένη.
     –Τι έγινε; τη ρώτησε.
     –Πήραν την αγελάδα μεσ’ από την αυλή μας, απάντησε εκείνη με φωνή τρεμάμενη.
     –Πήραν την αγελάδα;!… Αλεξάνδρα!... Παιδιά!... Ελάτε όλοι!... Γρήγορα, γονατίστε!... Ας κάνουμε ευχαριστήρια προσευχή στον προστάτη της οικογένειάς μας, τον άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό!...
     Η πρεσβυτέρα, τον κοίταζε με απορία.
     –Πάτερ;!..., ψέλλισε.
     –Αλεξάνδρα, της είπε, γιατί απορείς; Ο Κύριος μάς έδωσε την αγελάδα, ο Κύριος και μας την πήρε. Δοξασμένο το όνομά Του! Ελάτε να κάνουμε την ευχαριστήρια προσευχή.


     Ο καλός ιερέας ήθελε να δείξει έτσι στην πρεσβυτέρα του και στα παιδιά του ότι στην κακία πρέπει να απαντούμε με την ακακία, και ότι τον Κύριο πρέπει να Τον ευγνωμονούμε όχι μόνο για τις χαρές αλλά και για τις πίκρες, προκειμένου να γευθούμε τους γλυκούς καρπούς του παραδείσου.
     Από τη μέρα που στερήθηκαν την αγελάδα, κάθε πρωί έβρισκαν στο κατώφλι της εξώπορτας ένα καλάθι με μια μπουκάλα γάλα και δυο καρβέλια ψωμί. Τα μεγαλύτερα παιδιά για καιρό έμεναν άγρυπνα ως αργά τη νύχτα, παρατηρώντας την εξώπορτα από ένα κοντινό παράθυρο, προκειμένου να μάθουν ποιος ήταν εκείνος που τους έφερνε το γάλα και το ψωμί. Δεν κατόρθωσαν, ωστόσο, να ανακαλύψουν τον ευεργέτη τους.


9. «Άφησε, πια, την Εκκλησία!»

     Καθώς τα δύσεκτα εκείνα χρόνια κυλούσαν, όλο και πιο συχνά, καλούσαν τον π.Αλέξανδρο στη ΝιΚαΒεΝτε για εκφοβιστική ανάκριση. Κάποια φορά του είπαν:
     –Άφησε, πια, την Εκκλησία! Δεν λυπάσαι τα παιδιά σου;
     –Και τα παιδιά μου λυπάμαι και όλους τους ανθρώπους, αλλά υπηρετώ τον Θεό και θα μείνω στην Εκκλησία ως το τέλος της ζωής μου, απάντησε ο ιερέας.
     Πολλές φορές πήγαινε το πρωί να λειτουργήσει, αφού είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος στη ΝιΚαΒεΝτε. Οι ενορίτες τον έβλεπαν με χαρά αλλά και με έκπληξη κάθε φορά, καθώς δεν πίστευαν πως οι αρχές θα τον άφηναν ελεύθερο.


10. Κάτω από τη γέφυρα

     Στις 24 Μαρτίου του 1938, τον καιρό του μεγάλου διωγμού, ο π.Αλέξανδρος συνελήφθη με χαλκευμένες κατηγορίες και υποβλήθηκε σε σκληρές ανακρίσεις για δύο περίπου μήνες. Στο διάστημα αυτό, ήταν προφυλακισμένος στα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Ράμενσκι. Εκεί, υπηρετούσε κάποιος αστυνομικός με το επώνυμο Πλότνικωφ, ο οποίος είχε αναλάβει να οδηγεί τον κρατούμενο ιερέα στον ανακριτή και, σε τακτές ημέρες, στα λουτρά. Μια νύχτα, επισκέφθηκε την πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα και της είπε:
     –Αύριο θα πάω με τον άνδρα σας στα λουτρά. Αν θέλετε, ελάτε να τον δείτε. Κρυφθείτε κάτω από τη γέφυρα, απ’ όπου θα περάσουμε και θα σας τον φέρω εκεί.
     Την άλλη μέρα η πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα κίνησε για τη γέφυρα, παίρνοντας μαζί της φαγητό και καθαρά ρούχα. Πράγματι, ο αστυνομικός έφερε τον π.Αλέξανδρο και απομακρύνθηκε λίγο, αφήνοντάς τον μόνο με την πρεσβυτέρα του. Οι σύζυγοι συζήτησαν για κάμποση ώρα, ώσπου ο αστυνομικός τούς πλησίασε πάλι και είπε:
     –Ζητώ συγγνώμη, παππούλη, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε.
     Αποχαιρετιστήκανε με δάκρυα. Ο π.Αλέξανδρος οδηγήθηκε στα λουτρά και η πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα γύρισε πίσω στο σπίτι.


11. Τρία ανεξίτηλα σημειώματα της καρδιάς

     Από τα κρατητήρια ο καλός ιερέας του Υψίστου έστειλε στην οικογένειά του τρία σημειώματα γραμμένα σε τσιγαρόχαρτα, που τα μετέφερε ένας αποφυλακισμένος κρυμμένα στο τακούνι της μπότας του. 
     Σε αυτά, έγραφε:

«Αγαπημένη μου Αλεξάνδρα,
     Σε ευχαριστώ για την ευτυχία που μου πρόσφερες. Μην κλαις για μένα. Θα γίνει το θέλημα του Θεού».

«Παιδιά μου,
     Σας φιλώ και σας σφίγγω νοερά στην αγκαλιά μου. Να αγαπιέστε μεταξύ σας, να σέβεστε τους μεγαλυτέρους, να φροντίζετε τους μικροτέρους. Τη μητέρα σας να την προστατέψετε μ’ όλες σας τις δυνάμεις. Ο Θεός να σας ευλογεί!».

«Αγαπημένε μου Σέργιε,
     Σε αποχαιρετώ. Εσύ, ως ο μεγαλύτερος γιος μου, παίρνεις τώρα τη θέση μου στην οικογένεια. Σε παρακαλώ, να νοιαστείς για τη μητέρα σου, τις αδελφές σου και τους αδελφούς σου. Έτσι ο Θεός θα σε ευλογήσει και θα προκόψεις στη ζωή σου. Σας νοσταλγώ όλους και θα σας νοσταλγώ ως τον θάνατο. Σας ζητώ γι’ άλλη μια φορά να με συγχωρήσετε».


12. «Τατιανή, πόσο μεγάλωσες!»

     Στο τέλος Μαΐου, όταν ολοκληρώθηκε η ανάκριση, ο π.Αλέξανδρος, οδηγήθηκε φρουρούμενος στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκείνη την ώρα η μικρή του κόρη έπαιζε στον δρόμο μαζί με άλλα παιδιά. Μόλις είδε τον πατέρα της, έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. Τότε κατάλαβε πόσο είχε αδυνατίσει στη φυλακή. Ο π.Αλέξανδρος έβαλε το χέρι του στο κεφάλι της και της είπε τρυφερά:
     –Τατιανή, πόσο μεγάλωσες!... 
     Τη στιγμή εκείνη, ο επικεφαλής της αστυνομικής φρουράς έπιασε το κορίτσι από το μπράτσο και το ανάγκασε να απομακρυνθεί. Η Τατιανή έτρεξε αμέσως στη μητέρα της και της είπε ότι είδε τον πατέρα.


13. Στο τραίνο για τη Βασιλεία της Αγάπης

     Η πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα πετάχτηκε από το σπίτι κι έτρεξε προς τον σταθμό. Πρόφτασε τον άνδρα της την ώρα που έμπαινε στο τρένο μαζί με τους αστυνομικούς. Κάποιος απ’ αυτούς έδιωξε τους επιβάτες από ένα κουπέ, έβαλε εκεί τον π.Αλέξανδρο και κάθισε δίπλα του. Μπήκε και η πρεσβυτέρα. Βλέποντας πού είναι ο άνδρας της, πήγε και κάθισε πίσω του. Στη μέση της διαδρομής ο φρουρός του την άφησε να καθίσει δίπλα του. Έτσι μπόρεσαν να πουν πολλά. Ήταν η τελευταία τους συνάντηση.


14. Το τέλος των ανθρώπων και η αρχή του Θεού

     Στις 2 Ιουνίου του 1938 η τρόικα της ΝιΚαΒεΝτε καταδίκασε τον π.Αλέξανδρο, που βρισκόταν τότε στις φυλακές Ταγκάνκα της Μόσχας, σε θάνατο με τουφεκισμό. Εκτελέστηκε στις 27 Ιουνίου και τάφηκε σε άγνωστο κοινοτάφιο στο Μπούτοβο, κοντά στη Μόσχα. 




[Ηγουμένου Δαμασκηνού (Ορλόφσκι):
«Άγιοι Κατάδικοι
(Ρώσοι Ιερομάρτυρες και Ομολογητές
του 20ου αιώνα)»,
–Διασκευή από τα ρωσικά–
κεφ. 35ο, σελ. 305–312,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, Απρίλιος 20141.
Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες 
διακρίνεται η ειρηνική φυσιογνωμία 
του ιερομάρτυρος Αλεξάνδρου· 
στην τελευταία δε, τον βλέπουμε καθήμενο 
ανάμεσα στα αγαπημένα του παιδιά.]




    


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου