Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

ΑΓΙΑ ΥΠΑΠΑΝΤΗ

ΑΓΙΑ ΥΠΑΠΑΝΤΗ


— 1 —
Από το εόρτιο και πάντερπνο Συναξάρι

     Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα μέρες, που ο Μωσαϊκός Νόμος ορίζει για τον καθαρισμό της μητέρας ενός νεογέννητου (βλ. Λευ. 12, 2-4), η Υπεραγία Θεοτόκος και ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ οδήγησαν το Θείο Βρέφος στην Ιερουσαλήμ για να Το παρουσιάσουν στον Κύριο. Κάθε πρωτότοκο αγόρι, ανήκοντας δικαιωματικά στον Κύριο (βλ. Εξ. 13, 15), έπρεπε να Του αφιερωθεί στον Ναό και, κατά κάποιο τρόπο, να εξαγορασθεί με την θυσιαστική προσφορά ενός αμνού ενός έτους ή δύο τρυγονιών ή δύο περιστεριών για τις φτωχές οικογένειες (βλ. Λευ. 12, 8).


     Ο Κύριος του ουρανού και της γης και ο Νομοθέτης του λαού Του Ισραήλ, Αυτός που δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο, αλλά να τον πληρώσει (Ματθ. 5, 17), προσλαμβάνοντας στην δική Του υπόσταση την εκ της παρακοής θνητή μας φύση, την αποκαθιστά με την έλευσή Του στον κόσμο, γινόμενος ο Ίδιος υπάκουος σε όλα τα προστάγματα του Νόμου.


     Πηγή κάθε δωρεάς και κάθε χάριτος, γίνεται ο ταπεινότερος και ο πτωχότερος ανάμεσά μας. Υποτάσσεται στον Νόμο, που Εκείνος μας έδωσε και που εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε παύσει να παραβιάζουμε, δείχνοντάς μας με τον τρόπο αυτό, ότι η υπακοή είναι η μόνη οντολογική, προσωπική και εκκλησιαστική οδός της συμφιλίωσής μας με τον Θεό.


     Παρόλο που, μήτε Εκείνος μήτε η άμωμη Μητέρα Του, είχαν ανάγκη καθαρισμού, την όγδοη ημέρα υπέβαλε την Σάρκα Του στην περιτομή και περίμενε κατόπιν στην Βηθλεέμ να περάσει το καθορισμένο διάστημα των σαράντα ημερών για να παρουσιάσει στον Ναό της δόξης Του αυτό το Σώμα που προσέλαβε, για να το καταστήσει νέο, τέλειο Ναό της Θεότητάς Του.


     Αυτός ο απρόσιτος και απερινόητος Θεός συγκαταβαίνει να ανταλλαγεί με την προσφορά των πτωχών: τα περιστέρια και τα τρυγόνια, χαρακτηριστικά σύμβολα της αγνότητας, της ειρήνης και της αθωότητας που ο φιλάνθρωπος Σωτήρας μας ήλθε στον κόσμο για να μας φέρει, ενσαρκώνοντάς τα πλήρως στον Εαυτό Του διά της οδού της δικής Του θείας κένωσης και της ταπείνωσης.


     Φθάνοντας στον Ναό, τους υποδέχθηκε ο αρχιερέας Ζαχαρίας, ο πατέρας του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστού, ο οποίος απρόσμενα οδήγησε την Θεοτόκο στον τόπο τον προορισμένο μονάχα για τις παρθένες. Την στιγμή εκείνη, έφθασε στον Ναό και ένας άνθρωπος ονόματι Συμεών. Δίκαιος και ευλαβής τηρητής των εντολών του Θεού, περίμενε με πόθο, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, την εκπλήρωση της Προφητείας που του είχε εμπνεύσει από παλιά το Άγιο Πνεύμα· ότι δηλαδή δεν θα πέθαινε, πριν δει και αγγίξει τον Σωτήρα Χριστό. Ο γέροντας αυτός, που στο πρόσωπό του εικονιζόταν η απ’ αιώνος ιερή προσδοκία του Ισραήλ, έτεινε τότε τους βραχίονές του, με τα χέρια του καλυμμένα από τις πτυχές του ιματίου του, για να δεχθεί τον Σωτήρα όπως επί ενός χερουβικού θρόνου και, ευχαριστώντας τον Θεό, είπε: «Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις τον δούλο Σου να φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο και να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τώρα είδαν τα μάτια μου τον Σωτήρα» (Λουκ. 2, 29).


     Η Διαθήκη του Ισραήλ, που ακυρώθηκε διά της παρουσίας του Χριστού, και ο σκοτεινός Νόμος ζητούσαν τώρα διά μέσου του πρεσβύτερου Συμεών να αποσυρθούν μπροστά στο φως της Χάριτος. Ο γέροντας αυτός, βλέποντας και αγγίζοντας τον Σωτήρα που είχαν αναγγείλει και προετοιμάσει οι Δίκαιοι και οι Προφήτες από αιώνες, μπορούσε πια να ζητήσει με παρρησία από τον Θεό να τον λυτρώσει από τα δεσμά της σαρκός και της φθοράς, για να κάνει τόπο στην αιώνια νεότητα της Εκκλησίας. Ανήγγελλε έτσι επίσημα την κατάργηση όλων των αρχαίων προτυπώσεων και απάγγελνε την έσχατη Προφητεία όσον αφορά τον Σωτήρα, προλέγοντας στην άχραντη Μητέρα Του, ότι το Πάθος Του και η ζωοποιός Ανάστασή Του θα είναι σημείο αντιλεγόμενο και ότι αυτό θα επιφέρει την πτώση των ασεβών και την ύψωση όσων θα πιστέψουν ειλικρινά σ’ Αυτόν (βλ. Λουκ. 2, 34-35).


     Οι παρευρισκόμενοι φαρισαίοι, ακούγοντας τέτοιες αποκαλύψεις και έξαλλοι που έβλεπαν την Θεοτόκο Μαρία να ίσταται Πρώτη μεταξύ των παρθένων, έσπευσαν να αναφέρουν όλα τα συμβάντα στον βασιλιά Ηρώδη. Εκείνος κατάλαβε ότι αυτό το Παιδί πρέπει να ήταν ο νέος βασιλέας για τον οποίον του είχαν κάνει λόγο οι Μάγοι που είχαν ακολουθήσει το Αστέρι από την Ανατολή και έστειλε αμέσως στρατιώτες να το θανατώσουν. Προειδοποιημένοι εγκαίρως η Μαρία και ο Ιωσήφ, άφησαν την πόλη και κατέφυγαν στην Αίγυπτο, οδηγημένοι από Άγγελο Κυρίου. Κατά την Παράδοση, δεν επέστρεψαν, παρά μετά από δύο χρόνια στην Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Και το Παιδί μεγάλωνε ήσυχα, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για την δημόσια αποστολή Του.


     Σύμφωνα με μια Παράδοση που αναφέρουν αρχαίοι χρονογράφοι, ο δίκαιος και άγιος γέροντας Συμεών καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν μεταξύ εκείνων των Εβδομήκοντα σοφών και περισπούδαστων Εβραίων που επελέγησαν κατά τους χρόνους του φαραώ Πτολεμαίου Φιλαδέλφου (285–246 π.Χ.) για να μεταφράσουν στα Ελληνικά την εβραϊκή Βίβλο, και ήταν επιφορτισμένος ειδικά με την μετάφραση του Προφήτου Ησαΐα. Πρέπει να σημειωθεί ότι Παράδοση αυτή έχει αξία περισσότερο συμβολική παρά πραγματική, αφού προϋποθέτει αυστηρά ότι ο Συμεών πρέπει να είχε φθάσει σε ηλικία τουλάχιστον 270 ετών κατά την εποχή της έλευσης του Χριστού. Δεν γίνεται όμως δεκτή από τον άγιο Νικόδημο και από τους περισσότερους των Πατέρων· την μεταφέρουμε ωστόσο εδώ, διότι ανακαλεί εν είδει εικόνας την καθαρά ορθόδοξη ερμηνεία της Προφητείας αυτής του Ησαΐα. Κατ’ άλλους, ο Συμεών φέρεται ως υιός του Χιλλέλ και πατέρας του Γαμαλιήλ, του πάνσοφου διδασκάλου του αγίου Αποστόλου Παύλου (βλ. Πράξ. 22, 3). Η καθιερωμένη Παράδοση αναφέρει, όμως, ότι ο άγιος Συμεών δεν ήταν ούτε ιερέας ούτε φαρισαίος, αλλά ένας άνθρωπος δίκαιος και ευσεβής, ηλικίας περίπου 112 χρόνων.


     Όταν, λοιπόν, έφθασε ο Συμεών στο περίφημο εδάφιο όπου ο Προφήτης Ησαΐας αναγγέλλει την εκ Παρθένου γέννηση του Χριστού λέγοντας: «Θα σας δοθεί από τον Κύριο το εξής σημείο: Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο, ο Οποίος θα ονομαστεί “Εμμανουήλ”» (Βλ. Ησ. 7, 14), εντελώς αμήχανος, πήρε το μαχαιρίδιο για να ξύσει με σκοπό να απαλείψει την λέξη «παρθένος» και να την αντικαταστήσει με την λέξη «νεανίς». Την στιγμή εκείνη όμως, Άγγελος Κυρίου τού φανερώθηκε και τον εμπόδισε να αλλάξει το ιερό κείμενο, εξηγώντας του ότι, αυτό που φαινόταν αδύνατον σε αυτόν, ήταν στην πραγματικότητα μία κρίσιμη Προφητεία για την έλευση στον κόσμο του Υιού του Θεού και, για του λόγου το αληθές, του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον έβρισκε ο θάνατος έως ότου δει και αγγίξει ο ίδιος αυτοπροσώπως τον Μεσσία, Αυτόν, τον εκ της Παρθένου γεννηθέντα. Όταν, μετά από χρόνους πολλούς, ο Χριστός οδηγήθηκε από την Υπεραγία Θεοτόκο στον Ναό της Ιερουσαλήμ, Πνεύμα Κυρίου αποκάλυψε στον πρεσβύτερο Συμεών ότι η ποθούμενη ώρα για να εκπληρωθεί η παλαιά υπόσχεση είχε πια φθάσει. Ωθούμενος, λοιπόν, από Αυτό το Πνεύμα το Άγιο ο Δίκαιος άνθρωπος του Θεού, Θεοδόχος Συμεών, έσπευσε στον Ναό του Θεού και, παίρνοντας το Παιδί στην αγκαλιά του, μπορούσε πια να πει στον Θεό με όλη την καρδιά του, μέσα σε μια άφραστη κατάσταση ιερής συγκίνησης και μέθεξης: «Άσε, πια, τον δούλο Σου να φύγει, Δέσποτα Κύριέ μου, σύμφωνα με τον λόγο της υπόσχεσής Σου, τώρα πια που είδα με τα ίδια μου τα μάτια τον Σωτήρα» που έστειλες όχι μόνο στον Ισραήλ, αλλά και σ’ ολάκερο τον κόσμο (πρβλ. Λουκ. 2, 29). Και όντως, εκοιμήθηκε εν ειρήνη λίγες μέρες αργότερα. Τα λείψανά του τιμώνταν στην Κωνσταντινούπολη στον Ναό του Αγίου Ιακώβου που κτίσθηκε την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστίνου.


     Μια γυναίκα ονόματι Άννα, από την φυλή Ασήρ –προχωρημένης ηλικίας και γνωστή σε όσους σύχναζαν στον Ναό, γιατί μετά από επτά χρόνια γάμου είχε χηρεύσει πρόωρα και, έκτοτε, υπηρετούσε εκεί διαρκώς τον Θεό, αναμένοντας την έλευση του Μεσσία με νηστεία και προσευχή–, προχώρησε και αυτή προς το Παιδίον και άρχισε να δοξάζει τον Θεό, αναγγέλλοντας σε όλους με θεία και πύρινα λόγια την λύτρωση του Ισραήλ.


     Αν ο γέροντας Συμεών ήταν η ζωντανή εικόνα του παλαιού Ισραήλ, της Παλαιάς Διαθήκης, που ανέμενε την έλευση του Μεσσία για να εξαφανισθεί και να κάνει τόπο στο φως και στην αλήθεια του Ευαγγελίου, η αγία Άννα αντιπροσώπευε από την δική της μεριά τον χορό των αγίων χηρών, παρθένων και μοναχών που αποτάσσονται κάθε κοσμική μέριμνα για να παραμείνουν στον Ναό του Κυρίου, προσφέροντας με νηστείες, ύμνους και προσευχές, την φλογερή τους αναμονή για την μυστική έλευση του Σωτήρα. Και όταν, όπως η Άννα και ο Συμεών, θα έχουν δει με τα μάτια τους και θα έχουν αγγίξει με τις πνευματικές τους αισθήσεις τον Χριστό που θα έχει έλθει να σκηνώσει εντός τους, θα αναγγείλουν τότε σε όλους τους ανθρώπους, με χαρά και με βεβαιότητα, ότι ο Σωτήρ δεν παύει να έρχεται σε αυτόν τον κόσμο, ως «Φως που φωτίζει όλα τα έθνη και δοξάζει τον λαό του (Νέου) Ισραήλ» (Λουκ. 2, 32), αυτού του περιούσιου λαού της Εκκλησίας Του.


     Η εορτή αυτή της Υπαπαντής του Κυρίου –η και «του Εξαγνισμού της Θεοτόκου», όπως ονομάζεται στην Δύση– ήταν γνωστή από τον 4ο αιώνα στα Ιεροσόλυμα, όπου εορταζόταν στις 14 Φεβρουαρίου για να συμπίπτει με την τεσσαρακοστή ημέρα από την Γέννηση του Χριστού που εορταζόταν τότε στις 6 Ιανουαρίου. Εισήχθη στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 542 και κατατάχθηκε τότε μεταξύ των δεσποτικών εορτών. Όμως, παρά το γεγονός ότι είναι δεσποτική εορτή, η «Υπαπαντή» διατηρεί τον χαρακτήρα και την λειτουργική τάξη θεομητορικής εορτής. Ως εκ τούτου, δεν παραλείπεται η ακολουθία της Αναστάσεως εάν τύχει ημέρα Κυριακή· εάν τύχει δε ημέρα νηστείας (Τετάρτη ή Παρασκευή), γίνεται μόνο κατάλυση ιχθύος. 

— 2 —
Διάλογος από τη χαρμονή των τροπαρίων


Α΄. ΚΥΡΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ:

     Οι άλλοι γέροντες, που πέρασε όλη τους η ζωή μέσα από διάστημα πολλών ετών, εάν τυχόν θελήσει κανείς ν’ αφήσει πάνω τους κάποιο φορτίο και κανένα βάρος, ακόμη κι αν είναι το πιο ελαφρύ απ’ αυτό, στεναχωριούνται και αδημονούν. Και πολύ σωστά· γιατί, μόλις που μετά βίας μπορούν να βαστάζουν τα σωματικά τους μέλη από τα γηρατειά τους. Εσύ, όμως, μακάριε και θειότατε γέροντα Συμεών και μύστη των απόρρητων μυστηρίων του Θεού, κάνεις το εντελώς αντίθετο από όλους εκείνους. Επειδή όχι μόνο δεν λυπάσαι, αλλά χαίρεσαι και με αγαλλίαση μεγάλη αγκαλιάζεις τον προαιώνιο Λόγο του Πατρός, Αυτόν που γεννήθηκε από μένα κι έγινε νήπιο κατά το ανθρώπινο. Δέξαι, λοιπόν, Συμεών, Τούτον στην αγκαλιά σου, σύμφωνα με τον πόθο σου. Γιατί σε σένα χρηματίσθηκε να κάνεις κάτι τέτοιο, δηλαδή αποκαλύφθηκε από το Άγιο Πνεύμα να μη δεις θάνατο πριν να Τον δεις· «Καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἐν Ἱερουσαλήμ,
ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ Πνεῦμα Ἅγιον ἦν ἐπ’ αὐτῷ· καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον, πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου» (Λουκ. 2, 25–26).


Β΄. ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ:

     Ω, Πάναγνη Δέσποινα, φωτιά βαστάζεις στα χέρια σου! Γι’ αυτό κι εγώ τώρα φρίττω ν’ αγκαλιάσω αυτό το Βρέφος, γιατί δεν είναι μονάχα ένα κοινό βρέφος, αλλά είναι και Θεός και υπερκόσμιος άνθρακας. Φοβάμαι μη κατακαώ και μόνο από που θα Τον πλησιάσω. Μήπως κι εκείνο το Σεραφείμ που είχε δει σε όραμα ο Προφήτης Ησαΐας (Ησ. 6, 6–7) δεν προεικόνιζε εσένα, Παρθένε, κι εκείνη η λαβίδα κι η πυράγρα δεν προεικόνιζε τα δικά σου δυο χέρια, από τα οποία κρατιέται με άρρητο τρόπο τούτο το άυλο πυρ της Θεότητας που κρύβεται μέσα στη σάρκα; Αλλά, Παρθένε, εσύ που είσαι ενδοξότερη κι από εκείνο το Σεραφείμ, εάν θελήσεις και δώσεις και σ’ εμένα τον Θεό Λόγο που βαστάζεις τώρα βρεφοπρεπώς, με τα χέρια σου τα άγια, οπωσδήποτε δεν πρόκειται να με καταφλέξει, αλλά μάλλον να με καθαρίσει από τις αμαρτίες, που τυχόν ως άνθρωπος έχω, και ασφαλώς να με φωτίσει.


     Ο πρεσβυτικώτατος Συμεών, βλέποντας με τα ίδια του τα μάτια εκείνο «τὸ Σωτήριον» που πέμφθηκε προς όλους τους λαούς της γης, τόσο στους Ιουδαίους όσο και στους Εθνικούς, δηλαδή το γεγονός της Σάρκωσης του Μονογενούς, την οποία ευδόκησε ο Θεός να γίνει, πριν καν να γίνουν όλοι αιώνες, βόησε με θαυμασμό προς Εσένα Κύριε. Τι πράγμα εβόησε; «Ω, Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, Εσύ που προήλθες Θεός από τον Θεό, δηλαδή γεννήθηκες ομοούσιος Θεός από τον Θεό και Πατέρα, πριν απ’ όλους τους αιώνες!». Παρόλο που ο δίκαιος Συμεών βάσταζε βρέφος στα χέρια του κι έβλεπε να είναι νήπιο ο Δεσπότης Χριστός κατά την ανθρωπότητα, ωστόσο δεν έμεινε και δεν στάθηκε ο νους του μονάχα στο εξωτερικό και φαινομενικό ταπεινό σχήμα της ανθρώπινης φύσης, αλλά δια μέσου των θείων μελών του Παναγίου Βρέφους, σαν δια μέσου κάποιων λεπτών υμένων ή γυαλιών, πρόκυπτε προς το μέσα κρυμμένο Φως της Θεότητος· και, βλέποντας αυτό το Φως, ομολογούσε τον Χριστό, σαν τέλειο Θεό. 

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


[(1) Οσίου Πατρός ημών
Νικοδήμου του Αγιορείτου:
«Εορτοδρόμιον»
(Ερμηνεία
εις τους Ασματικούς Κανόνας
των Δεσποτικών
και Θεομητορικών Εορτών).
Τόμ. Α΄, σελ. 345 και 353–355,
(Ερμηνεία σε: ωδή Δ΄, τροπάριο 1ο·
ωδή Ε΄, τροπάριο 3ο· ωδή Στ΄, ειρμός).
Έκδοσις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 19873.
(2) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος, Φεβρουάριος,
σελ. 20–22 και 25–26.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, προσάρτηση
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου