Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ


     «Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων», γράφει ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911) γιὰ τόν, ἐκ τῆς νήσου Νάξου, Ἅγιο Νικόλαο τὸν Πλανᾶ (18511932), «ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοί, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοί, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἂς μὴν ἐκφωνοῦσι λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον. Γνωρίζω ἕναν ἱερέα εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καὶ ὁ ἁπλοϊκώτερος τῶν ἀνθρώπων. […] Εἶναι ὀλίγον τι βραδύγλωσσος καὶ περισσότερον ἀγράμματος. Εἰς τὰς εὐχάς, τὰς περισσοτέρας λέξεις, τὰς λέγει ὀρθάς· εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, τὰς περισσοτέρας, ἐσφαλμένας. Θὰ εἴπητε, διατί ἡ ἀντίθεσις αὕτη; Ἀλλὰ τὰς εὐχὰς τὰς ἰδίας ἀπαγγέλλει καθ’ ἑκάστην, ἐνῷ τὴν δεῖνα περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου θὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἅπαξ ἢ δὶς ἤ, τὸ πολύ, τρὶς τοῦ ἔτους, ἐξαιρέσει ὡρισμένων περικοπῶν συχνά, ἀλλ’ ἀτάκτως ἐπανερχομένων, ὡς εἰς τοὺς Ἁγιασμούς, εἰς τὰς Παρακλήσεις. Τὰ λάθη, ὅσα κάμνει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, εἶναι πολλάκις κωμικά. Καί, ὅμως! Ἐξ ὅλων τῶν ἀκροατῶν του, ἐξ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος, κανείς μας δὲν γελᾶ. Διατί; Τὸν ἐσυνηθίσαμεν καὶ μᾶς ἀρέσει! Εἶναι ἀξιαγάπητος. Εἶναι ἁπλοϊκὸς καὶ ἐνάρετος. Εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου Μακαρισμοῦ τοῦ Σωτῆρος (βλ. Ματθ. ε΄ 3Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν).
     Τώρα, ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἱερεὺς εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ ἱεροδιδασκαλεῖον, παλαιὸν ἢ νέον. Θὰ εἶχεν διαφορὰν ἐπὶ τὸ βέλτιον; Θὰ ἦτο πασαλειμμένος μὲ ὀλίγα ἀτελῆ, κακοχώνευτα καὶ συγκεχυμένα γράμματα, μὲ περισσοτέραν οἴησιν καὶ ἀξιώσεις. 
     Θὰ ἦτο, διὰ τοῦτο, καλύτερος;».
  
1. «Έχασες το δρόμο, πάτερ μου;»

     Κάποτε, όταν ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς δεν ήτανε ακόμη και τόσο πολύ ηλικιωμένος, ξεκίνησε να πάει μόνος του σ’ ένα ερημοκκλήσι στο Περιστέρι, όπου θα γινόταν εκεί αγρυπνία. Αφού πήγε για ένα διάστημα, έχασε το δρόμο και πήρε κάτι μονοπάτια μέσα στα χωράφια· δεν ήξερε πού πήγαινε! Κι ενώ προχωρούσε στενοχωρημένος και προσευχόμενος, βλέπει μπροστά του ένα νέο παλληκάρι να του λέει: «Έχασες το δρόμο, πάτερ μου; Να σε οδηγήσω εγώ!». Μπροστά πήγαινε ο νέος και στο κατόπι ο παπα–Νικόλας, ώσπου έφθασαν μέχρι την πόρτα της εκκλησίας. Εδώ, στο σημείο αυτό, το συμβάν αυτό, το αφηγείται μόνος του, ο ίδιος ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς: «Μόλις φτάξαμε ὣς τὴν πόρτα, γύρισα νὰ τοῦ δώσω εὐχαρίστηση καὶ ἀμέσως ἤλαμψένε (σὲ ναξιώτικη προφορὰ = ἔλαμψε) καὶ τὸν ἔχασα».

2. «Ακούς τους Αγγέλους;»

     Όταν λειτουργούσε, ήθελε τα πάντα να συντελούν στη μεγαλοπρέπεια της Λειτουργίας. Δεν ήθελε π.χ. κατά την είσοδο του Ευαγγελίου να προηγείται μικρό κεράκι, επειδή ήθελε μεγάλες λαμπάδες, όπως και μπροστά στην Αγία Πύλη. Όταν έλεγε τη νύκτα τα «Τριαδικά», άναβε πολλά–πολλά κεριά μπροστά στην εικόνα του Χριστού. Φορούσε το φελόνι του κι έπαιρνε επίσημη στάση. Τα έψελνε με τέτοια κατάνυξη, ώστε μια από τις πολλές φορές ενώ αυτός έψαλλε, άκουσε τα «Τριαδικά» να τα ψέλνουν Άγγελοι! Διέκοψε ο άγιος Παππούς τη ψαλμωδία και πιάνει το χέρι της πνευματικής κόρης που τον βοηθούσε και της λέει: «Ακούς; Ακούς, Μαριγούλα τους Αγγέλους;» – «Δεν τους ακούω, πάτερ μου!». Αμέσως, μετάνιωσε που είπε αυτό το λόγο και μονολογούσε: «Δεν έπρεπε να το πω!... Δεν έπρεπε να το πω!...». Εκείνη τη νύκτα που έγινε αυτό, έτυχε να απουσιάσουν οι άλλες μαθήτριές του και τις το μετέφερε αυτό το γεγονός η αδελφή που ήτανε μαζί του. Κι άλλες οπτασίες έβλεπε, μα τις έλεγε μόνο τη στιγμή εκείνη σ’ όποιον ήτανε κοντά του. Αν τον ρωτούσες άλλη ώρα, δεν τις έλεγε. Μονάχα έλεγε: «Δὲν εἶδα τίποτα· ἀπὸ λόγου μου τὰ λέω!».

3. «Κοιτάξτε τι σημείο μού έκανε ο Θεός!»

     Στο διάστημα του μισού και πλέον αιώνα που λειτουργούσε χωρίς διακοπή, επειδή δεν αρρώστησε ποτέ, τύχαινε κάποια φορά να μην έχει πρόσφορο. Αλλά και μαζί του να μην είχε, εύκολα έβρισκε από τους γύρω φούρνους ή του πήγαιναν σχεδόν πάντοτε άλλοι πιστοί. Μια μέρα, είχε προχωρήσει αρκετά ο Όρθρος και πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά! Έστειλε δύο από τη συνοδία του να πάνε στους φούρνους να βρουν, καθώς και σε κάποιες νοικοκυρές που ήξερε πως πάντα είχαν πρόσφορα, κοίταξε κι ο ίδιος μέσα στα ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει κανένας άλλος ιερέας κανένα πρόσφορο, τίποτα! Σε όλα αυτά, πλήρης αποτυχία! Έπειτα από μια τέτοια και τόση λειτουργική συνέχεια χρόνων, και τώρα να κάνει διακοπή! Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων. Όπου, τον βλέπουν να βγαίνει στην Αγία Πύλη κρατώντας στο χέρι του ένα πρόσφορο, φρέσκο–φρέσκο. Το πρόσφορο αυτό το βρήκε πάνω στην Αγία Τράπεζα. Συγκινημένος από χαρά, λέει: «Κοιτάξτε, παιδιά μου, τι σημείο μού έκανε ο Θεός!». Όλα τα θαύματα, «σημεία», τα έλεγε. Δεν πολυεμβάθυνε όμως σ’ αυτά τα φαινόμενα· τα θεωρούσε φυσικά –δεν ξέρω πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω– και αυτό γιατί ο ίδιος είχε μέσα του μεγάλη πίστη. Δεν τα σχολίαζε πολύ, για να μη δίνει αξία στον εαυτό του. Όπως βλέπουμε και στους βίους των αγίων, ότι Άγγελος Κυρίου εξυπηρετούσε τους ασκητές στην έρημο, με αποκαλύψεις και με υπερφυσικές βοήθειες που τους προσέφερε, έτσι ακριβώς και στον άγιο πατέρα Νικόλαο.


4. «Σσσσσώπα!... Είναι ο άγιος ιερομάρτυς Φωκάς!...»

     Μια νύχτα, ξημέρωνε η γιορτή του αγίου ιερομάρτυρος Φωκά (22 Σεπτεμβρίου). Είχαν συγκεντρωθεί όλες οι αδελφές που τον διακονούσαν για τον Όρθρο. Μία από τις κατά πνεύμα θυγατέρες του, ήταν δίπλα του από τα δεξιά· και όπως ήτανε όρθια, την πήρε ένας ελαφρύς ύπνος. Και βλέπει πίσω από τον άγιο πατέρα Νικόλαο να βρίσκεται ένας μεγαλοπρεπής Ιερέας με επανωκαλύμμαυχο και να παρακολουθεί την ακολουθία. Συνήλθε αμέσως και λέει σιγά στον πατέρα Νικόλαο: «Πάτερ..., ένας μεγαλοπρεπής Ιερέας πίσω σας, παρακολουθεί προσεκτικά πώς ψάλλουμε την ακολουθία…». Ο άγιος Νικόλαος έφερε το δάχτυλο στο στόμα του και της λέει: «Σσσσσώπα!... Είναι ο άγιος ιερομάρτυς Φωκάς!...». Και σώπαινε να μη το ακούσουν αυτό και οι άλλες. Όσο μπορούσε, τέτοια συμβάντα τα έκρυβε. Είχε μεγάλη επικοινωνία με τους Αγίους· και το νόμιζε πολύ φυσικό να τους βλέπει.

5. «Είμαι ο Ιάκωβος· μ’ έστειλε ο παπα–Νικόλας!»

     Πριν από σαράντα και παραπάνω χρόνια, τον κάλεσε μια οικογένεια, εδώ στην Αθήνα, να πάει να της κάνει Ευχέλαιο. Ένα δωμάτιο του σπιτιού της το είχε νοικιάσει κάποιος που ήταν άρρωστος σε προχωρημένο επίφοβο βαθμό. Όταν τελείωσε το Ευχέλαιο, του είπε η οικοδέσποινα να περάσει και στον ασθενή να τον μυρώσει. Αφού τον μύρωσε σταυροειδώς με το λάδι του Ευχελαίου, κάθισε κοντά του, και τον ρώτησε πώς τον λένε κ.τλ. Του λέει ο ασθενής ότι τον λένε Ιάκωβο. – «Ααα! Μπράβο, παιδί μου! Έχεις και τ’ όνομα του Αδελφοθέου Ιακώβου, αδελφού του Κυρίου!». Αυτός, όμως, με αρκετή απιστία και με σχετική ειρωνεία, του είπε: «Μπααα! Είχε κι άλλα αδέλφια ο Χριστός;!». Κάθισε ο Παππούς και του ανέπτυξε το ζήτημα και του εξιστόρησε ότι ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ, πριν ακόμη μνηστευθεί την Κυρία Θεοτόκο, είχε από νόμιμο γάμο πέντε παιδιά, γι’ αυτό και ο γιος του, ο Ιάκωβος, ονομάσθηκε «Αδελφόθεος». Του ανθρώπου αυτού, του ήρθε κατάνυξη από την αφήγηση του αγίου πατέρα μας Νικολάου και του είπε: «Αχ, πάτερ μου! Παρακάλεσε τον άγιο Ιάκωβο να γίνω καλά, κι εγώ θα τον γιορτάζω κάθε χρόνο, όσο πιο επίσημα μπορώ!». Διηγείται τα περαιτέρω ο ίδιος ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς: «Όταν πήγα κι εγώ στο σπίτι μου, έκαμα το καθήκον μου ως ιερεύς...». Ζήτημα δηλαδή είναι αν θα κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ ο άγιος πατέρας Νικόλαος! Γιατί, το ίδιο εκείνο βράδυ, βλέπει στον ύπνο του, ο ασθενής, έναν μεγαλοπρεπή Αρχιερέα να κρατά στα χέρια του ένα κουτάκι με αλοιφή και να του λέει: «Γύρισε μπρούμυτα να σταυρώσω τις πλάτες σου!». Γύρισε κι ο ασθενής και μ’ αυτή την αλοιφή τού σταύρωσε τις πλάτες.
     Τον ρωτά, μετά, ο άρρωστος: «Ποιος είσαι συ;». Και του απαντά: «Είμαι ο Ιάκωβος· μ’ έστειλε ο παπα–Νικόλας!». Με το όραμα αυτό έγινε ο άνθρωπος σωματικά καλά, αλλά αναγεννήθηκε και ψυχικά και, από την πλησμονή της χαράς του, παντρεύτηκε και την κόρη της οικογενείας όπου έμενε. Έκτοτε, ο άνθρωπος αυτός, γιόρταζε τον άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο επισημότατα, με αρτοκλασία και γλυκά. Μέχρι και μπάντα μουσικής έφερε για να παίξει εορταστικό εμβατήριο προς τιμήν του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου.

6. «Σου άρεσα, παιδί μου, έτσι όπως με είδες;»

     Ο άγιος πατέρας μας Νικόλαος ήξερε να ελέγχει, να φωτίζει, να διορθώνει ψυχές χωρίς ρητορικά κηρύγματα, παρά μόνο με την αγία ζωή και την σεπτή παρουσία του. Μια κυρία, γνωστού εμπόρου των Αθηνών, αρρώστησε. Η κυρία αυτή, είχε μια ξαδέλφη που είχε έρθει από την Αίγυπτο, πλούσια, Ελένη Βλάχου ονομαζόταν. Ήρθε για να δει την άρρωστη ξαδέλφη της. Με τη συζήτηση που έγινε, της είπε προτρεπτικά: «Να στείλεις να φέρεις τον παπα–Νικόλα να σου διαβάσει καμιά ευχή “υπέρ υγείας”!». Στην κόρη της άρρωστης, της άρεζε υπερβολικά και ήθελε πολύ την εξωτερική (την κοκεταρίστικη και φιλάρεσκη) ομορφιά. Ο Παππούς, όμως, λόγω του ότι λειτουργούσε καθημερινά, ανακατεμένος με κεριά όλη την ώρα, μέσα σε σκονισμένα ερημοκκλήσια με τις λαδιές τους κ.λπ., δεν μπορούσε να διατηρηθεί ολοκάθαρος. Βέβαια, καθαρός ήτανε, αλλά όχι όπως ακριβώς θα τον ήθελε η δεσποινίδα εκείνη. Λέει λοιπόν αυτή στη θεία της: –«Καλή μου θεία, να φέρουμε από τις μεγάλες εκκλησιές κανέναν άλλον ευπρεπή ιερέα, κι όχι αυτόν που θά ’ναι σκονισμένος».
     Την ίδια νύχτα κιόλας, βλέπει στον ύπνο της τον ευλογημένο παπα–Νικόλα, με ολόχρυση αμφίεση και με φελόνια χρυσά κ.τλ., να της λέει: «Σου αρέσω, παιδί μου;». Ξύπνησε έντρομη η κοπέλα κι έστειλε αμέσως να φωνάξει τη θεία της και την παρακάλεσε να φροντίσει να φωνάξει, το συντομότερο δυνατό, τον καλό Παππούλη. Αυτή, πάλι, ανέθεσε σε μια βαπτιστήρα της την υπόθεση και της λέει: «Πήγαινε γρήγορα από μέρους μου να πεις τον Παππού να έρθει αμέσως μετά τη Λειτουργία στο σπίτι». Ήρθε η κοπέλα συγκινημένη για τα όσα προηγήθησαν και μας τα είπε. Μετά, πήρε τον άγιο παπα–Νικόλα και τον πήγε στην ασθενή. Όταν ανέβαιναν τις σκάλες, κατέβηκε πρώτη η κόρη της άρρωστης να τον υποδεχθεί, με μεγάλη ευλάβεια. Και καθώς αυτή έσκυβε να του φιλήσει το χέρι, της λέει ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς: «Σου άρεσα, παιδί μου, έτσι όπως με είδες;». Συγκίνηση και κατάπληξη διαπέρασε όλο της το σώμα. Ποτέ δεν περίμενε έναν τέτοιο έλεγχο για τη ματαιοδοξία της.  





[Μάρθας Μοναχής (Παπαδοπούλου· 1888–1973),
Μαθήτριας του Αγίου Νικολάου Πλανά:
«Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς
(Ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων)»,
σελ. 17–19 (εισαγωγή Φώτη Κόντογλου· 1895–1965)
μέρος 1ο, κεφ. κα΄, κδ΄–κη΄, σελ. 40–47,
εκδοτικός οίκος «Αστήρ», Αθήνα (χ.χ.).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

2 σχόλια:

  1. καλησπέρα σας, θα ήθελα να ρωτήσω σχετικά με την εικόνα του Αγίου Νικολάου Πλανά που έχετε στην αρχή της σελίδας και φαίνονται στο πλάι διάφορα μέρη όπως η Ναξος, η Αθήνα τα άλλα δύο δεν έχω καταλάβει κάτω απο την Νάξο και πάνω απο την Ακρόπολη. Ευχαριστώ πολύ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ό,τι και να σας πω εγώ θα είναι σίγουρα «ψέματα», καθότι μη Αθηναίος. Προφανώς στην δεξιά πλευρική στήλη της «ζωγραφιστικής» εικόνας του αγίου Νικολάου Πλανά περιλαμβάνονται οι κύριοι και βασικοί τόποι στους οποίους αυτός έζησε και από τους οποίους πέρασε: Νήσος Νάξος, Αθήνα, Ακρόπολη, Φιλοπάππου (;), μέρη της Αθήνας οπωσδήποτε. Κάποιος Αθηναίος επισκέπτης του ιστολογίου ασφαλώς θα μπορούσε να κάνει καλύτερη αναγνώριση των τόπων που ζωγραφίζονται παράπλευρα.

      Διαγραφή