Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Η ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΩΡΑ

Η ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΩΡΑ


      Την τελευταία εβδομάδα πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή απαρνούμαστε το κρέας για οχτώ εβδομάδες. Και την ίδια στιγμή μνημονεύουμε την Τελική Κρίση. Την «μνημονεύουμε», δηλαδή την «θυμούμαστε». Πόσο σημαντική είναι μια τέτοια ορολογία! Διότι συνήθως δεν μνημονεύουμε ένα μελλοντικό γεγονός, δεν θυμούμαστε κάτι που ακόμα δεν έχει γίνει. Όμως η παραδοξότητα αυτής της έκφρασης είναι απολύτως αναγκαία, αν θέλουμε να ψηλαφίσουμε την αλήθεια. Ο Ίδιος ο Χριστός, που μας λέει ότι κάποια μέρα θα επανέλθει μαζί με τους αγίους αγγέλους και θα «καθίσει πάνω σε θρόνο δοξασμένο» και θα συναχθούν μπροστά Του «πάντα τα έθνη» της γης, ο Ίδιος έχει πει, προβλέποντας το θάνατό Του στο Σταυρό, «έφτασε η ώρα που ο κόσμος αυτός θα κριθεί» (Ιωάν. ιβ΄ 31).

      Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το μυστήριο της Εξομολόγησης, δεν μπορούμε να συλλάβουμε το νόημα της μετάνοιας, αν δεν αντιληφθούμε ότι ήδη από την ημέρα της Σταύρωσης, η Τελική Κρίση είναι παρούσα στο «ενθάδε», όπως ακριβώς και η μέλλουσα Βασιλεία του Θεού είναι «ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» από την ημέρα ήδη της Πεντηκοστής. Όταν μοιραζόμαστε τη θεία Κοινωνία, παίρνουμε μέρος στο εσχατολογικό Δείπνο του μέλλοντος αιώνος. Και όταν προσερχόμαστε στο μυστήριο της Εξομολόγησης, δεν στεκόμαστε μπροστά στον ιερέα ή στην εικόνα του Χριστού, αλλά ενώπιον του τρομερού θρόνου του Κριτού, η εικόνα του Οποίου, μας έρχεται από τα βάθη των Εσχάτων και αποκαλύπτεται στο τώρα.

      Για να εισέλθουμε στην ουσία της χριστιανικής πίστης, πρέπει να μάθουμε να εγκαταλείπουμε την τρισδιάστατη οπτική του πεπερασμένου χρόνου αυτού του κόσμου. Στον κόσμο εκείνο που ο Χριστός μάς εισάγει, η παρούσα πραγματικότητα της ζωής μας είναι μπολιασμένη με την αιωνιότητα. Όλα τα πράγματα έχουν γίνει ένα και αποκαλύπτονται μέσα σε ένα διαρκές τώρα.

      Όμως υπάρχει μία ακόμα πτυχή της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής της Απόκρεω, η οποία θα μας διαφύγει, αν δεν διευρύνουμε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Στο Ευαγγέλιο της Κρίσεως, ο Χριστός δύο φορές λέει: «Αφού ελεήσατε έναν από τους ελάχιστους και άσημους αδελφούς Μου, Εμένα ελεήσατε». Τι σημαίνει αυτό; Έχει τόσο ταυτιστεί ο Χριστός με τον φτωχό, τον άρρωστο, τον πεινασμένο, τον φυλακισμένο, ώστε ό,τι κάνουμε σ’ αυτούς ή γι’ αυτούς, να είναι, για τη δική Του λογική, κάτι που κάνουμε ή δεν κάνουμε στον Ίδιο; Έχει ταυτιστεί ο Χριστός με τον φτωχό, με τον τρόπο που εμείς ταυτιζόμαστε ενδεχομένως μαζί του;

      Το πραγματικό νόημα των λόγων αυτών του Χριστού θα μας διαφύγει, αν δεν επεκτείνουμε τη σκέψη μας στο βάθος τους. Διότι ο Υιός του Θεού, ο αιώνιος Λόγος του Θεού, αποτελεί την εσώτερη δομή κάθε υπαρκτού. Ο,τιδήποτε υπάρχει, έχει τη ρίζα της ύπαρξης και της μορφής του στον Υιό του Θεού. Το διαμάντι και το σμαράγδι, μας μιλούν για τον Θεό· το λιοντάρι και η φάλαινα, μας μιλούν για τον Θεό· κάθε τι, εκφράζει τον Λόγο του Θεού και, πάνω απ’ όλα, ο άνθρωπος είναι που εκφράζει, έστω ατελώς, τον Λόγο του Θεού. Μόνο εμείς έχουμε πλασθεί «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» με την απόλυτη έννοια.


      Οπότε, όταν ο Χριστός λέει: «αφού ελεήσατε έναν από τους ελάχιστους και άσημους αδελφούς Μου, Εμένα ελεήσατε», κυριολεκτεί απόλυτα. Δεν συμπονά απλά τους φτωχούς ο Θεός· δεν επιλέγει απλά να ταυτιστεί μαζί τους· δεν επιδιώκει να μας κάνει να φανταστούμε ότι, με κάποιο τρόπο, μπορούμε να δούμε στο πρόσωπό τους το δικό Του Πρόσωπο. Όχι. Η σάρκα του Λόγου του Θεού αποτέλεσε, ευθύς εξ αρχής, την εσώτερη δομή κάθε υπαρκτού. Κάθε τι, Τού είναι γνωστό, όχι απλά έξωθεν αλλά έσωθεν. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που πάντοτε Εκείνος θα μας γνωρίζει καλύτερα απ’ ό,τι εμείς γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Κι έτσι, όταν αντικρίζουμε τα βάθη μιας ανθρώπινης ύπαρξης –κάθε ανθρώπινης ύπαρξης– αντικρίζουμε τον Χριστό, την ίδια τη σάρκα του Λόγου του Θεού, ο Οποίος διαφέρει από μας μόνο στο ότι το Πρόσωπο του Χριστού είναι και το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Γι’ αυτό και δεν μας ξενίζει η φράση που χρησιμοποιούσαν οι ασκητές της ερήμου στην Αίγυπτο: «ο αδελφός μου, ο Θεός μου!».

     Το Ευαγγέλιο της Κυριακής της Απόκρεω, μας καλεί να πάρουμε την πίστη μας στα σοβαρά. Μας καλεί να ανακαλύψουμε στο πρόσωπο του διπλανού μας –και κάθε ανθρώπινου όντος– το αντικείμενο της πιο εντεταμένης μας προσοχής και φροντίδας. Στην πραγματικότητα, καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι τόσο μακριά μας, όσο ο Χριστός. Και ο Χριστός, είναι περισσότερο κοντινός μας κι από τον ίδιο μας τον εαυτό.

     Και, αυτό είναι το μέτρο που θα μας κρίνει Αυτός: έχουμε άραγε ανακαλύψει τον Χριστό στο πρόσωπο των άλλων; Και αυτή μας η ανακάλυψη συνεπάγεται, άραγε, την ανακάλυψη της δικής σωτηρίας; 


     Ο Ρώσος νομπελίστας λογοτέχνης Αλεξάντρ Ησάγεβιτς Σολτζενίτσιν (19182008), έχει πει σε μια αξιομνημόνευτη φράση του, ότι, «η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του καλού και του κακού περνά μέσα από την καρδιά του κάθε ανθρώπου». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον παράδεισο και την κόλαση σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο: συμπλέκονται, τόσο έξω από μας, όσο και μέσα μας!

      Στον παρόντα αιώνα, η κόλαση δεν είναι κάτι απόμακρο για τον δίκαιο· αλλά ούτε και ο παράδεισος είναι κάτι απόμακρο για τον αμαρτωλό. Αυτές οι καταστάσεις των Εσχάτων διαπερνούν τον κόσμο μας. Μπορούμε να τις συναντήσουμε στην καρδιά του καθενός μας. Στην πραγματικότητα, αν είχαμε τη δυνατότητα να αντικρίσουμε με καθαρότητα όσα συμβαίνουν, θα αντιλαμβανόμασταν ότι στεκόμαστε, κάθε ώρα και στιγμή, στο μεταξύ τους μεθόριο –είτε τείνουμε προς τη μία κατάσταση είτε προς την άλλη. Η εμπειρία του χριστιανού παρομοιάζεται με αυτήν ενός διαβάτη που φτάνει σε ένα σταυροδρόμι: πρέπει να επιλέξει· και, η επιλογή, είναι ανάμεσα στο καλό και το κακό, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Όλοι μας, όμως, κάθε ώρα και στιγμή, κοντοστεκόμαστε σε σταυροδρόμια και διαρκώς επιλέγουμε –άλλοτε με επίγνωση των πράξεών μας και άλλοτε όχι.

      Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την ευαγγελική περικοπή της Κρίσης: η απόφαση που παίρνουμε αναφορικά με το χορτασμό των πεινασμένων, τον ιματισμό των γυμνών, τη φροντίδα των αρρώστων και τη συνδρομή των φυλακισμένων, μπορεί να ιδωθεί πραγματοποιούμενη σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Συνεπώς, δεν υπάρχουν μονάχα ο παράδεισος και η κόλαση ως παρούσες πραγματικότητες, πρόσφορες να βιωθούν εδώ και τώρα, με την προσδοκία των εσχάτων, αλλά υπάρχουν και οι επιλογές που μας οδηγούν στον ένα ή τον άλλο δρόμο και πρέπει να λαμβάνονται κάθε ώρα και στιγμή.


      Κάθε στιγμή της ζωής μας κοντοστεκόμαστε μπροστά σε σταυροδρόμια, ζυγιάζοντας τη διάβαση της μίας ή της άλλης οδού. Και ο σκοπός της Μεγάλης Σαρακοστής, ο σκοπός κάθε ασκητικής προσπάθειας, είναι να μας καταστήσει ελεύθερους να αποφασίζουμε. Όσο ζυγώνουμε στη Σαρακοστή, ας έχουμε κατά νου πως, μπορεί μεν η απόσταση που χωρίζει τον Λάζαρο από τον πλούσιο της παραβολής στον άλλον κόσμο να είναι «χάσμα μέγα», όμως σε τούτο τον κόσμο στεκόμαστε στο σημείο επαφής της ζωής και του θανάτου, στο σύνορο μεταξύ της Βασιλείας που έχει ετοιμαστεί «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» και του «αἰωνίου πυρός». Και, επιπλέον, ας έχουμε κατά νου πως, κάθε ώρα και στιγμή, βρισκόμαστε μπροστά σε σταυροδρόμια: ακόμα μια ανεπαίσθητη στροφή, μια αλλαγή στη ρότα της ζωής μας, μπορεί να μας οδηγήσει στο βίωμα της αιώνιας ζωής... 


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΟΣΜΠΟΡΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΡΓΚΙΕΒΟ






[Βασιλείου Όσμπορν, Επισκόπου Σεργκίεβο:
«Φως Χριστού
(Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής)»,
κεφ. 4ο («Κυριακή της Τελικής Κρίσης»),
§i και §ii, σελ. 64–71,
μετάφραση–επιμέλεια: Βασίλης Αργυριάδης,
εκδόσεις «Ἐν Πλῷ», Αθήνα, Απρίλιος 20052.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
 







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου