Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

«ΑΘΩΟΣ ΑΠΟΛΥΤΟΣ, ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ»

«ΑΘΩΟΣ ΑΠΟΛΥΤΟΣ,
ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ»
–«Επιστολή σ’ έναν σύγχρονο νέο»



     Οι παλιοί δάσκαλοι στηριγμένοι στα ελληνικά κείμενα, προσπαθούσαν να μας μάθουν ότι ελευθερία σημαίνει χρέος, ευθύνη και θυσία. Με άλλα λόγια, μας έδειχναν το είδωλο ενός ΕΣΥ, για να γίνει φρέαρ ζωής μέσα μας. Από αυτό το ΕΣΥ αντλούσε την ύπαρξή της η ελληνική παιδεία, την οποία, με τόσο πάθος, άκριτοι και άρριζοι μηχανουργοί δυναμίτισαν, υπονομεύοντας και το δικό σου μέλλον.


     Αν δεν κατάλαβες τι είναι αυτό το δεύτερο πρόσωπο, θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω. Είναι το μαχαίρι της αγάπης, με το οποίο θυσιάζουμε την αυτολατρεία μας. Είναι η αναίμακτη θυσία της μακαριότητας και της ησυχίας μας. Είναι το αδυσώπητο ερωτηματολόγιο: Τι, γιατί και ποιον θαυμάζω; Σε τι υπηρετώ και σε ποιον θέλω να μοιάσω; Τι πρέπει ν’ αποφεύγω και τι να επιδιώκω; Τι με κάνει να ντρέπομαι και τι με κάνει περήφανο; Για ποιο λόγο θέλω ν’ αγωνιστώ και τι να επιτύχω; Γιατί υπάρχω μέσα στην κοινότητα; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα συνθέτουν το ΕΣΥ του ανθρώπου. Και εξαρτάται η διαμόρφωση του ΕΓΩ μας από το υπόδειγμα ζωής που έχουμε. Αυτό είναι παιδεία. Η ενανθρώπιση του θηρίου, η απομηχανοποίηση του ατόμου και, πάνω απ’ όλα, η συνειδητοποίηση ότι η τεχνολογία πρέπει να είναι εργαλείο του Αγαθού και όχι αυτοσκοπός. Από αυτό το ΕΣΥ εξαρτάται όχι μόνο η ερμηνεία των ατόμων, αλλά η τύχη ενός πολιτισμού.


     Όσο κι αν πεισμώνεις, φίλε, αυτό το δεύτερο πρόσωπο είναι το πιο παραγωγικό στοιχείο στις κοινωνικές διαδικασίες και αυτό χαρακτηρίζει την αυθεντική πρόοδο. Αυτήν που έχει μάτια και βλέπει ότι η δημιουργική φαντασία τρέφεται από την μνήμη. Αυτή την πραγματική πρόοδο, που καρποφορεί το καινούργιο με το λίπασμα της παράδοσης. Η πρόοδος έχει ανθρώπινο υποκείμενο. Είναι δηλαδή ηθική κατηγορία. Η τυφλή μεταβολή δεν υποκαθιστά την Ιστορία, γιατί είναι μία φυσική ουδετερότητα. Το να δίνεις σ’ αυτή την ουδετερότητα αξιολογικούς προσδιορισμούς, είναι πλάνη. Το μέλλον δεν ανήκει στον εαυτό του. Ανήκει στο ΕΣΥ που θα το προετοιμάσει. Σ’ ένα πρόπλασμα. Σε μια παιδεία.


     Ξέρω ότι αυτά που συζητούμε δεν τα αισθάνεσαι τώρα. Θα τα αισθανθείς όμως αύριο. Κι αν δεν τα πιστεύεις σήμερα, θά ’ρθει η ώρα που θα τα πιστέψεις. Το αν θα το ομολογήσεις ποτέ, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Σου θυμίζω την περίφημη εξέγερση του ’68 στο Παρίσι. Τι έγινε; Οι ηγέτες της, φαντάζομαι, είναι κουρασμένοι σε κάποιο γραφείο και εισπράττουν, ίσως, νοσταλγία και μηνιάτικο. «Συμβιβάστηκαν!...», θα μου πεις. Όχι. Συμβαίνει κάτι άλλο που θα το διαβάσεις λίγο παρακάτω και είμαι βέβαιος ότι θα εκμανείς. Υπομονή.


     Ας έρθουμε για λίγο στις δικές σου μικροεξεγέρσεις, στο θρυλικό σου «χάσμα τῶν γενεῶν» και στο γραφικό σκιάχτρο σου του κατεστημένου. Σ’ αυτά τα βολικά σου εκτοπλάσματα που πιστοποιούν ότι οι νέοι έχουν πάντα δίκιο και οι γέροι πάντα άδικο. Για να επιβάλεις το δίκιο σου, εξεγέρθηκες, βγήκες στους δρόμους, φώναξες, έδειρες γέρους και γυναίκες, έσπασες προθήκες, έγινες προκλητικός, βίαιος, άγριος, «ἀλλοιῶς ὡραῖος» που λέει ο ποιητής. Έγινες και συ, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων σου και κατά το μέτρο των συνθηκών της εποχής σου, «ἥρως»!


     Για την παρέα σου, ήσουν αξιοθαύμαστος. Για το μαντρί σου, ήσουν χρήσιμος. Για τον απλοϊκό παρατηρητή, ήσουν μια χαλασμένη γενιά. Για τους κοινωνιολόγους, μια αυτόματη έκρηξη διαμαρτυρίας. Για τους γονείς σου, ένα ανεξήγητο πρόβλημα. Για τους ρομαντικούς, ένας Δον Κιχώτης. Για τους ψυχολόγους, μια φυσική εκδήλωση των ορμών της ήβης. Μπορεί να υπήρχε κάτι απ’ όλα αυτά μέσα σου. Και κανένα από αυτά δεν είναι αβάσιμο. Επίτρεψέ μου, όμως, να προσθέσω κι εγώ κάτι σ’ αυτά, που, όπως σου είπα λίγο πριν, θα σε κάνει έξω φρενών. Και θα σε κάνει έξω φρενών, όχι γιατί χρησιμοποιώ τον ισοκράτειον «λόγον τὸν τολμῶντα ἐπιπλήττειν», που είσαι ασυνήθιστος σ’ αυτόν, αλλά διότι πρόκειται να φανερώσω ένα μυστικό σου, φίλε. Και το ξέρω αυτό το μυστικό, γιατί πέρασα όλη μου την ζωή αμετακίνητα με την δική σου ηλικία που υπήρξε το μόνιμο δικό μου ΕΣΥ. Και μπορεί βέβαια να νοσταλγώ με τους στίχους του Ελύτη το ιδανικό σου πρόσωπο:

        «Χαῖρε πρώτη νεότης μου
        καὶ ἀδάμαστο χείλι
        ποὺ τὸ βότσαλο δίδαξες τῆς τρικυμίας
        καὶ τῆς βροντῆς ἀντιμίλησες».


     Δεν μπορώ όμως να μη σου πω ότι, στην περίπτωσή σου, πότε καμάρωνα εσένα τον αθώο απόλυτο και πότε αιφνιδιαζόμουνα με έναν επιτήδειο υποκριτή. Και το μυστικό σου ακριβώς είναι, ότι δύνασαι να είσαι και αθώος και υποκριτής. Και, είσαι υποκριτής, με την διπλή σημασία του όρου. Δηλαδή, η περίπτωσή σου, βρίσκεται δυσεξιχνίαστη κάπου ανάμεσα στην υποκρισία και στην υποκριτική. Τέχνη της ηλικίας σου, που θα σου την εξηγήσω, όσο μπορώ καλύτερα.


     Κάθε φάση της οργανωμένης ή και της ανοργάνωτης ζωής, έχει το θέατρό της. Είναι το απαραίτητο παιγνίδι της. Παίζουμε και πάνω και κάτω απ’ την Σκηνή. Υποκρινόμαστε κάτι. Έναν ανθρώπινο τύπο, μια κατάσταση, μια ιστορία. Ενσαρκώνουμε ρόλους. Είναι το μεγάλο παιγνίδι του «ΤΙ ΕΙΜΑΙ» και του «ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΔΕΙΞΩ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ» στους άλλους. Ο ηθικός εκπεσμός της σημασίας στην λέξη «υποκριτής» χαρακτηρίζει το πράγμα.


     Λοιπόν. Έτσι και συ έπαιξες το θέατρό σου με πάθος και φανατισμό, ως προς το ρεπερτόριο και τους ρόλους, ακολουθώντας το ήθος και το ύφος, την «ώρα» της εποχής σου. Δεν λέω. Κάθε άνθρωπος παίζει, κάθε ηλικία παίζει, αλλά η νεανική ηλικία είναι ταλαντούχος στο παίξιμο. Γιατί έχει ανάγκη να την θαυμάζουν, είτε κάνει το γύρο του θανάτου με το μηχανάκι είτε παριστάνει τον Σπάρτακο είτε αντιγράφει τους Μπόνυ και Κλάιντ («Bonnie Αnd Clyde»: αμερικάνικη αστυνομική ταινία του 1967). Αυτή η ανάγκη της επιδείξεως παρατηρείται βέβαια σε κάθε γενιά. Και εξαρτάται από την ποιότητα και το είδος των έργων που προσφέρει η παιδεία και η ιδεολογία κάθε εποχής, για να αξιολογηθεί μια παράσταση, ως τραγωδία ή κωμωδία. Γιατί συχνά το θέατρο της ήβης μεταβάλλεται σε θέατρο της Ιστορίας, όταν υπάρχουν οι συνθήκες. Μη με παρεξηγήσεις και νομίσεις ότι μιλάω γι’ αυτό το θέατρο. Μιλάω για το καθημερινό θέατρο των ποικιλιών, που το παρακολουθούμε θέλοντας και μη.


     Και πρέπει να ομολογήσεις ότι αυτό το θέατρο το έπαιξες με την ψυχή σου. Έκανες το παν για να μας καταπλήξεις. Αν η θεατρική σου προσφορά είχε ή δεν είχε ποιότητα και ειλικρίνεια, αυτό θα το καταλάβεις ύστερα από λίγο, όταν η πραγματικότητα σε υποχρεώσει να αποστασιοποιηθείς. Όταν δηλαδή σε λίγο χάσεις και θίασο και κοινό. Όταν καταλάβεις και συ, όπως όλοι μας, ότι το παιγνίδι της «μεγαλειότητάς» σου «ἦταν ἀγέρας κι’ ἔφυγε, κορυδαλλὸς κι’ ἐχάθη», που έλεγε κι ο Νίκος Γκάτσος (1911–1992). Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά να σε προετοιμάσω, γιατί σε λίγο ίσως αναγνωρίσεις ότι η πραγματικότητα του «τέλους του παιγνιδιού» μοιάζει με την ζοφερή κωμωδία του ομώνυμου έργου του Σάμιουελ Μπέκετ (1906–1989).


     Η επιστολή μου αυτή, δεν ήταν βέβαια το χειροκρότημα που θα ήθελες, που το έχεις συνηθίσει και που το έχεις ανάγκη. Ωστόσο, κλείνει αυλαία το γράμμα μου. Για μένα, σημασία έχει ότι υπήρξα ένας πιστός θεατής σου. Γι’ αυτό ένιωσα την ανάγκη «νὰ σοῦ δώσω τὴν λέξη», χωρίς να περιμένω να «μοῦ δώσεις τὸ χέρι σου», όπως θα το ήθελε ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901–1975). Και είναι φυσικό. Αυτά που σου έγραψα δείχνουν σαφέστατα ότι δεν σε εκτιμώ. Δεν τα παίρνω πίσω. Η αλήθεια όμως είναι ότι, ενδόμυχα, παρακαλώ και προσεύχομαι να με διαψεύσεις. Νιώθω δηλαδή, σαν το πλατωνικό εκείνο νευρόσπαστο στον «Φαίδωνα», που έχει τον πόνο και την χαρά, αν και είναι δύο συνημμένα εκ μιάς κορυφής.


     Και δεν ξέρω γιατί, αλλά νιώθω την ανάγκη να κλείσω την επιστολή μου αυτή, φίλε, με τους παρακάτω στίχους του Μίλτου Σαχτούρη (1919–2005):

        «Σήμερα
        κοιτάξτε καλὰ αὐτὸ τὸ βουνὸ
        κοιτάξτε καλὰ αὐτὸ τὸ δάκρυ τοῦ Θεοῦ
        γιατὶ αὔριο θὰ στεγνώσει.
        Αὔριο, δὲν θὰ βλέπετε τίποτα πιά».

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8 Νοεμβρίου 1984


ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ
(1926–1989)


[Τάσου Λιγνάδη:
«Καταρρέω»,
α΄ μέρος, κεφ. 7ο, 
(«Το Εσύ του ανθρώπου – 
Επιστολή σ’ έναν σύγχρονο νέο»), 
σελ. 43–47,
εκδόσεις «Ακρίτας»,
2η επανεκτύπωση, Μάιος 1990.]









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου