Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

ΚΑΘΩΣ ΠΕΘΑΙΝΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΚΑΘΩΣ ΠΕΘΑΙΝΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


        Στις αρχές, τά ’χασα. Δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ. Έχανα τα πάντα. Μ’ ένα τίποτε πώς να ζήσω; Τρόμαζα, καθώς ανακάλυπτα τη γύμνια μου. Σαν ο ενθουσιασμός χαμήλωνε, έλεγα: «Γύρνα πίσω, βρε! Δεν τα βγάζεις πέρα. Θα μετανοιώσεις και θά ’ναι αργά. Δεν είναι για τα κότσια σου εδώ. Μην κάνεις τον γενναίο. Γύρνα στην καλή Αθήνα πριν τα βρεις μπαστούνια. Δίχως μια μόνιμη παρηγοριά στα χέρια και μια ασφαλή βεβαιότητα». Κάτι έπρεπε να γίνει. Απ’ την άλλη, δεν τό ’βαζα εύκολα κάτω. Τελικά, κατάλαβα πως, αυτή η παρτίδα του παιγνιδιού μέσα στη νύχτα έπρεπε να παιχθεί αποκλειστικά μ’ εμένα και τον Θεό, δίχως επευφημούντες θεατές και χαρούμενους ακροατές. Όταν το ένιωσα, αισθάνθηκα να πέφτω στο κενό. Μετά, αισθάνθηκα κάτι φοβερότερο. Τις σφιγμένες γροθιές μου, ο Συμπαίχτης μου να τις χαϊδεύει! Κόντεψα να τρελαθώ! Αυτά που διάβαζα στα βιβλία, τα ζούσα κι εγώ, μπορούσα να τα ζω, θα τα ζούσα και θα ζούσα. Ήμουν μέσα σ’ ένα πυρωμένο καμίνι δίχως να καίγομαι. Μετά, άρχισα κι εγώ να βλέπω, ν’ ακούω, ν’ αγαπώ διαφορετικά. Για κάτι σημαντικό μας έφερε ο Θεός στον κόσμο. Δεν επιτρέπεται να ζούμε για το τίποτε.

        Φοβόμουν τον εαυτό μου ή τον αγαπούσα; Ήθελα ή δεν ήθελα να μπω σε μπελάδες αγώνων; Καλά ήταν κι έτσι. Όλοι με λέγανε «καλό παιδί»«Ήλθα να ησυχάσω!...», έλεγα. Τι κουβάρια είναι αυτά, που ξετυλίγονται και ξαναμπερδεύονται; Κρυβόμουν; Ξεγελούσα τον εαυτό μου; Ήταν δυνατόν· μέσα στα «καλά» λόγια και τις «καλές» πράξεις, μου διέφευγε λοιπόν ο εαυτός μου. Βγάζει δηλαδή το άχτι του, τώρα; Ζητά εξηγήσεις. Ήλθε ο καιρός. Καλώς τον!

        Ο Θεός της πόλης, των κατηχητικών, των κηρυγμάτων, της θείας μου, ήταν πολύ διαφορετικός από Τον εδώ. Έπρεπε τώρα να ξαναρχίσω. Ν’ αναποδογυριστώ. Η πόλη με τις μάσκες της, με είχε απογοητεύσει. Μόνο μπροστά μπορούσα πια να κάνω. Ρίχτηκα στο κενό, δίχως αλεξίπτωτο. Μια από τις πολύ λίγες πράξεις μου, για τις οποίες θερμά ευχαριστώ τον Θεό.

        Χτυπήθηκα πολύ με τους ανθρώπους. Ήθελα νά ’ναι όπως τους ήθελα: «καλοί»«ευγενικοί»! Ήμουν βλάκας! Δεν μπορούσα να καταλάβω το τόσο απλό: έπρεπε να δεχθώ τον καθένα, όπως ήταν. Όπως δέχεται η μάνα το παιδί της. Όχι με «συγκατάβαση»· με ψευτοαγάπη και χαζοϋπομονή, με πονηροευγένειες και σαχλοϋποχωρήσεις.

        Ένα βράδυ, σχεδόν τρόμαξα, όταν σκέφθηκα σε Ποιον απευθύνομαι προσευχόμενος. Μετά, ένιωσα πως, όλους τους ακούει ο Θεός και ησύχασα. Το θέμα είναι, πως η αθανασία είναι κάτι το πολύ σίγουρο. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να ζούμε. Καθώς πέθαινε ο Θεός της πόλης και ανασταινόταν ένας άλλος Θεός, η νύχτα ομόρφαινε και δεν ήθελες να κοιμηθείς.

        Η κακομοιριά, είναι απ’ τις πιο μεγάλες φτώχειες του χριστιανού. Το μεγαλύτερο λάθος είναι, αυτή την κακομοιριά, εμείς να τη λέμε «ταπείνωση»! 

        Είναι τόσο όμορφες αυτές οι παλιές εκκλησιές και μορφές! Μην τις αγγίξετε, παρακαλώ. Μην τις καθαρίσετε και μη θέλετε να τις ομορφύνετε εσείς. Τα μάτια, θέλουν πλύσιμο. Το σήμερα, πάλιωσε. Τα παλιά, είναι μια πείρα ζωντανή. 

        Μοναχός αληθινός, είναι «ὁ ἀεὶ χαίρων». Μόνωσις «ἐν τῇ κοινωνίᾳ». Προσευχή «ἐν τῇ διακονίᾳ». Ησυχία και υπακοή. Ο μοναχός, όχι μόνο αποφεύγει τη θέα του κακού, αλλά ακόμη και του ωραίου. Είναι ο έσχατος. Κάθε κίνηση που δεν οδηγεί στον Θεό, είναι μοιχεία. Κάθε περισπασμός, διώχνει την ειρήνη του Θεού.

        Οι συνήθειες, είναι αγαπητά τέκνα. Δεν αγαπάς μήτε τους αδελφούς, μήτε τους τόπους, μήτε τα σχήματα, τις προσευχές, τους αγγέλους, τα βιβλία, τις εικόνες, τις «ευγένειες». Μόνο τον Θεό! 

        Ο Θεός, ψάχνει εναγώνια να βρει μια στιγμούλα μεταμέλειας μέσα στους αιώνες, για να μας πάρει. Ο κακά απομονωμένος άνθρωπος είναι ο πιο δυστυχής· το δείχνουν τα μάτια του, το πρόσωπό του, οι αντιρρήσεις του, τα πάντα του. Χύνει αίμα συνεχώς. Αντίθετα, ο καλά ευρισκόμενος εν μονώσει βρίσκεται στην τελειότητα.

        Η διακονία, είναι ό,τι πιο θαυμάσιο. Διακονία είναι ό,τι προσφέρεις με χέρια, λόγο, προσευχή στους άλλους. Δίχως διακονία, δεν μπορείς να σταθείς.

        Ο πολυλογάς, ο κουτσομπόλης, ο αστειευόμενος είναι φονιάς και νεκροθάφτης της αδελφότητος.

        Η φυσική ησυχία συντείνει στην εσωτερική. Όμως, αν αυτή δεν υπάρχει, πρέπει να υπομείνεις σ’ ό,τι βρίσκεις και ο Θεός θα σου δώσει τα μεγαλύτερα.

        Ψάξε να βρεις γιατί δεν έχεις ειρήνη. Κάτι λείπει. 

        Η τελειότητα της προσευχής είναι η Ευχή. Ό,τι αρέσει στον Θεό. Η προσευχή: το «νῦν» να βιούται σαν τέλος. Να ζεις πάντα το έσχατο. Να μη σε μέλλει για τίποτε. Κι αν ο Θεός σού δίνει συγκίνηση και σου μιλά, κι αν στέκει ψυχρός, μακρινός, αδιάφορος, εσύ εκεί! Τον αγαπάς· δεν έχεις Άλλον ν’ αγαπήσεις! Αυτός είναι και αυτός είσαι. Περνάνε μέρες δίχως να πιάσεις κομποσχοίνι και πάλι απ’ την αρχή. Πάλι, μόνος με τον εαυτό σου. Μόνος με τον Θεό. Μην κοιτάς γύρω σου πουθενά. Για όλα φταίει ο εαυτός σου. Να ζεις σαν νεκρός και να χαίρεσαι. Να θλίβεσαι, για να χαίρεσαι. Να χάσεις τον εαυτό σου, για να βρεις τον Θεό. 

        Είναι μια μεγάλη ευλογία αυτές οι συνάξεις (του Γέροντος Αιμιλιανού). Με τον γερό μαΐστρο που έπιασε, δεν μπόρεσε να πάει στου Κωνσταμονίτου, να κάνει μια παρόμοια σύναξη. Ίσως καλύτερα, γιατί συνέχισε εδώ: 

        Ο θάνατος να μας βρει στο διακόνημα, στην προσευχή ή στη μελέτη. Αλίμονο, αν μας βρει κοιμώμενους ή ομιλούντες. Οι κουβέντες μας νά ’ναι ό,τι μας είπε ο Θεός στην προσευχή και στη μελέτη. Αν λύπησες τον αδελφό σου, δεν μπορείς να κοινωνήσεις. Το πρόβλημα δεν είναι στα τυπικά…


ΜΩΫΣΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1952–2014)



[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Αγρυπνία στο Άγιον Όρος», 
κεφ. 16ο (σελ. 43–45), 
κεφ. 26ο (σελ. 58–60), 
εκδόσεις «Ακρίτας», 
Αθήνα,
(2η ανατύπωση) 
Φεβρουάριος 1995.]









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου