Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

«ΥΠΝΟΣ ΔΙΚΑΙΩΝ»

«ΥΠΝΟΣ ΔΙΚΑΙΩΝ»


Έπεφταν να κοιμηθούν και Άγγελος Κυρίου ρίπιζε τα σκονισμένα τους πλευρά. Παραδίδονταν αρχοντικά και αδούλωτα στην επίμονη ασθένεια του σαρκίου. Έτσι συγκαταβατικά, «έδιδαν ύπνο στους οφθαλμούς τους, στα βλέφαρά τους νυσταγμό κι ανάπαυση στους κροτάφους τους» (πρβλ. Ψαλμ. ρλα΄ 4). Μα, και τότε ακόμη, τους έτρεμαν οι μισόκαλοι δαίμονες. Ο ψεύτικος ύπνος τους, ισοδυναμούσε με μια λιγότερη ήττα για τους αόρατους τυράννους. Κι ενώ η μάχη συνεχιζόταν, η νίκη χαριζόταν ακόμη και με σφαλιστά τα βλέφαρα. Νηφάλιοι στο αδιάλειπτο, νουνεχείς στο διάζωμα του αιωνίου, αγλαείς υπόπτεροι νόες στην βίγλα της Εκκλησίας· μετέωροι στο επέκεινα, αυτοί και οι ενδόστερνες αδολεσχίες τους, οι στιλπνές και ακμαίες οι απαντοχές τους. Έκλειναν τα μάτια με ευπρέπεια κι άνοιγε στοργικά ο Ουρανός. Άγγελοι θαύμαζαν το πείσμα της πάλης τους με την αρχέγονη νύστα· μα συνιστούσαν οικονομία, επιτιμώντας αυστηρά τον αυτοσπαραγμό. Ο θείος έρως άγγιζε θωπευτικά το αυτομίσος. Ο θείος πόθος ακύρωνε νόμο φύσεως και λύγιζε δύναμη ακραίας κοπώσεως. Η ασθένεια πολιορκούνταν από την ακατάβλητη έφεση. Τα επουράνια μπολιάζονταν στον παλμό των άγρυπνων ευχετών. «Το κεφάλι τους γέμισε δροσιά και τα μαλλιά τους από σταγόνες της νύχτας» (πρβλ. Άσμα Ασμάτων ε΄ 2). Οι φιλόθεοι ελεγμοί τους σκόνταφταν επάνω στα ψυχρά νώτα του κόσμου, αλλά η Χάρη σκέπαζε τα δεητικά χέρια, αντιστήριζε τις ικέσιες κεφαλές τους. Το ευγενές της ψυχής δέσποζε στο αδιάβλητο του χοϊκού. Ποιός να τους ακούσει; Και, ποιός να τους δει; Βλεπομένη η αρετή τους, γινόταν αρά και κατάρα και απόρριμμα. Εκλαμβανομένη ως κακία ή ως μωρία το σκάμμα τους, προκαλούσε άφατη ευφροσύνη στα σωθικά τους. Στόλιζαν την Έρημο με την μυστικότητα των θείων εξάρσεων. Δίπλωναν την λατρεία τους στην σινδόνα της αγίας αφάνειας. Μέσα στις οπές και τις σπηλιές της γης θά 'βρισκες τις λυχνίες τους αναμμένες. Παννυχίδες, λειτουργίες, κανόνες, τροπάρια και ύμνοι: όλα, αναβαθμοί στην μεταρσίωση· δακρύρροες ιχνηλατήσεις του Ηγαπημένου Νυμφίου. Όλα ήσυχα, ταπεινά, αθεώρητα, αλλαργινά. Η Έρημος για τούτο είναι έρημος· βαπτίζει τα πάντα στην αγγελοφίλητη αδοξία. Στην πανσέληνη ησυχία καθαρίζεται το ανύστακτο κάθυγρο όμμα· σκορπάει καρδιοστάλακτες ευχές ο αφανής αναχωρητής. Οι κόποι της αγρύπνιας στέκονται σαν άνθη χαρίτων, σα κρίνοι πανεύοσμοι που φράσσουν το αγκάθιασμα της ενδοκόσμιας αμαρτίας. Ο ύπνος ήταν πια υπηρέτης και δούλος. Τού ’λεγαν «έλα» κι ερχόταν πειθήνια· τού ’λεγαν «φύγε» κι έφευγε σα δραπέτης. Έπαυε για λίγο η διακονική κίνηση στο ταλαιπωρημένο κορμί· μα, ουδέποτε το δροσοβόλο κόχλασμα της Ευχής στην καρδιά. Ο ύπνος των δικαίων, των αγίων και των οσίων, δεν έχει δείγμα, ίχνος και σπορά θανάτου, γιατί είναι «δῆγμα» (=δαγκωματιά) στην ενδημούσα αμαρτία. Γι’ αυτό και η αχέρωχη ύπνωση τούτων των ακοιμήτων πυκτών είναι για 'μας πρόταση γι’ ανάσταση φρονήματος. Αχνόφεγγη ιδέα γι’ αφύπνιση από έναν βαριά νυσταλέο και δυσέγερτο κόσμο. Που τον ναρκώνει η αμαρτία, τον δουλαγωγεί το μούδιασμα των παθών κι η ανημποριά της ψυχής. Αλλά, «ὥρα ἤδη ἡμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι» (πρβλ. Ρωμ. ιγ΄ 11). Ο ύπνος των Δικαίων ραίνει δαψιλώς την αντίληψή μας με εμπνεύσεις υπερβάσεων της θείας αγάπης. Μ’ αχώριστο οίακα την ελευθερία των τέκνων του Θεού. «Ἐγείρεσθε· ἄγωμεν ἐντεῦθεν» (Ἰωάν. ιδ΄ 31). Η νύχτα των παθών στην «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» (πρβλ. Ψαλμ. πα΄ 7), φεύγει σιωπηλά. Χαράζει, ταπεινά και επινίκια, η πανώρια Ανατολή…

[1]  «…Ἀναστὰς ἔκαυσέ με ψάλλων»

     Κάποιος αναχωρητής είδε έναν δαίμονα να παροτρύνει έναν άλλον δαίμονα να πάει και να ξυπνήσει έναν μοναχό που κοιμόταν. Και ακούει τον άλλον να του λέει: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό· κάποτε που πήγα και τον ξύπνησα, σηκώθηκε και μ έκαψε με την ψαλμωδία του και τις προσευχές του».

[2]  «Οὐδέποτε ἐκοιμήθην ἔχων κατά τινος»

     Είπε κάποτε ο αββάς Αγάθων:
     «Ποτέ μου δεν πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας δυσαρεστηθεί με κάποιον· αλλά ούτε και άφησα –όσο μπορούσα– άλλον αδελφό να πέσει να κοιμηθεί, έχοντας κάτι αυτός με μένα».


[3]  «Ἦλθέ τις ὦδε κοιμωμένου μου;»

     Ένας Γέροντας πήγε στο κελλί του αββά Ιωάννη και τον βρήκε να κοιμάται· και είδε έναν Άγγελο να στέκεται αθόρυβα δίπλα του και να τον «ριπίζει», δηλαδή να του κάνει αέρα, δροσίζοντάς τον. Και μόλις το είδε αυτό το εξαίσιο θέαμα, αναχώρησε ήσυχα και διακριτικά.
     Και όταν σηκώθηκε ο αββάς Ιωάννης ρώτησε τον μαθητή του:
     –Ήρθε κανείς την ώρα που εγώ κοιμόμουν;
     Και του απαντά ο μαθητής του:
     –Ναι, ήρθε ο τάδε Γέροντας.
     Τότε, ο αββάς Ιωάννης, κατάλαβε ότι ο Γέροντας που τον επισκέφθηκε ήταν των δικών του πνευματικών μέτρων. Γι’ αυτό και μπόρεσε και είδε και τον «Ριπιστή» Άγγελο δίπλα του.

[4]  
«Ἐὰν εἴπω τῷ ὕπνῳ ὕπαγε, ὑπάγει· καὶ ἐὰν εἴπω ἐλθέ, ἔρχεται»

     Έλεγαν για τον αββά Σαρματά ότι πολλές φορές έκανε άσκηση επί σαράντα ημέρες σύμφωνα με την γνώμη του αββά Ποιμένα, και περνούσαν οι μέρες σαν ένα τίποτα γι’ αυτόν. Ήρθε ο αββάς Ποιμήν και του λέει: «Πες μου τι έχεις κερδίσει κάνοντας τόσον κόπο;». Εκείνος έλεγε: «Τίποτε περισσότερο». Του λέει πάλι ο αββάς: «Δεν θα σ’ αφήσω, αν δεν μου πεις!». Εκείνος είπε: «Ένα μόνο είδα· ότι αν πω στον ύπνο “πήγαινε”, πηγαίνει. Και αν πω “έλα”, έρχεται».

[5]  «Ἔλεγε τῷ ὕπνῳ· δεῦρο, κακὲ δοῦλε!»

     Έλεγε ο αββάς Δανιήλ για τον αββά Αρσένιο: «Όλη την νύκτα την περνούσε άγρυπνος. Και όταν, κατά τα ξημερώματα, από ανάγκη της ανθρωπίνης φύσεως ήθελε να κοιμηθεί, έλεγε στον ύπνο: “Έλα, κακέ δούλε!”. Και τον άρπαζε για λίγο καθισμένος και ευθύς σηκωνόταν πάλι».

[6]  «Οὐκ ἔθηκα ἑαυτὸν ἐπὶ πλευροῦ»

     Είπε ο αββάς Βησσαρίων: «Σαράντα μερόνυχτα έμεινα όρθιος ανάμεσα σε παλιουριές χωρίς να κοιμηθώ καθόλου. Και σαράντα χρόνια δεν έπεσα στο πλευρό μου, αλλά κοιμόμουν καθισμένος ή όρθιος».

[7]  «Λαλοῦντος γάρ μου περὶ ὠφελείας πρός τινας ἀδελφούς,
ὕπνῳ βαρεῖ κατεσχέθησαν»

     Ο αββάς Κασσιανός διηγήθηκε για κάποιον Γέροντα που ζούσε στην έρημο, ότι παρακάλεσε τον Θεό να του δώσει το χάρισμα να μη νυστάξει ποτέ, όταν αρχίζει μια ομιλία πνευματική. Και εάν κανείς αρχίζει την καταλαλιά ή αργολογεί, ευθύς να τον παίρνει ο ύπνος, για να μη δοκιμάζουν τ αυτιά του τέτοιο πνευματικό δηλητήριο.
     Ο ίδιος έλεγε ότι ο διάβολος έχει ζήλο πολύ για την αργολογία, ενώ πολεμάει κάθε διδασκαλία πνευματική· και χρησιμοποίησε το εξής παράδειγμα: «Όταν μιλούσα κάποτε –είπε– σε μερικούς αδελφούς για την ψυχική τους ωφέλεια, τους έπιασε μια τόσο βαριά νύστα, ώστε να μη μπορούν ούτε τα βλέφαρά τους να κινήσουν. Εγώ, θέλοντας να τους δείξω ότι είναι ενέργεια δαιμονική, παρενέβαλα λίγη αργολογία με την οποία χάρηκαν κι αμέσως ξύπνησαν. Τότε, στέναξα και είπα: “Ως την ώρα αυτή που μιλούσαμε για ουράνια πράγματα όλων σας τα μάτια έκλειναν από τον ύπνο. Όταν όμως ήρθε και κύλησε ο αργός ο λόγος, όλοι πρόθυμα ξυπνήσατε. Παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, αντιληφθείτε την ενέργεια του πονηρού δαίμονα και προσέχετε τον εαυτό σας προφυλάσσοντάς τον από την νύστα, όποτε κάνετε ή ακούτε κάτι πνευματικό”».

[8]  «Θέλων ποτὲ νικῆσαι τὸν ὕπνον, ἐκρέμασεν ἑαυτὸν»

     Διηγήθηκε κάποιος από τους Πατέρες για τον αββά Σισόη του Καλαμώνα ότι, θέλοντας κάποτε να κατανικήσει τον ύπνο, κρέμασε τον εαυτό του από τον γκρεμό της Πέτρας. Αλλά ήλθε Άγγελος Κυρίου και αφού τον έλυσε, του παρήγγειλε να μη το ξανακάνει ποτέ αυτό, ούτε και σ άλλους να αφήσει μια τέτοια παράδοση.

[9]  «Ἐγὼ εἰς τὴν ἁμαρτίαν κοιμῶμαι 
καὶ εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἐγείρομαι»

     Ένας αδελφός ρώτησε τον ίδιο τον αββά Σισόη που έμενε στην Πέτρα για ένα ρητό που είπε κάποτε ο συνώνυμός του αββάς, ο Σισόης ο Θηβαίος και του είπε ο Γέροντας: «Εγώ αμαρτωλός πέφτω και κοιμάμαι και αμαρτωλός ξυπνάω».


ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ



Το Μέγα Γεροντικόν»,
Θεματική Συλλογή
(1) Τόμ. Β΄: κεφ. δ΄, §2, §75, σελ. 20-21, 64-65·
κεφ. ζ΄, §5-6, σελ. 288-289.
(2) Τόμ. Γ΄: κεφ. ια΄, §43, σελ. 298-299·
κεφ. ιβ΄, §29, σελ. 376-377.  
(3) Τόμ. Δ΄: κεφ. ιζ΄, §4, σελ. 236-237· 
κεφ. ιε΄, §156, σελ. 122-123·
κεφ. ιη΄, §15, σελ. 314-315· κεφ. κ΄, §16, σελ. 480-481.
Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσ/νίκης,
(1) Οκτώβριος 19951, (2) Ιούνιος 19971, (3) Μάρτιος 19991.] 
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου