Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

«ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ, ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ!... ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ, ΕΙΜΑΙ!...»

«ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ, ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ!... ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ, ΕΙΜΑΙ!...» 


     Ο Γέροντας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης (κατά κόσμον Αναστάσιος–Αθανάσιος Γραίκας· 1905–1991), ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, γεννήθηκε το 1905 στην Δρόβιανη της επαρχίας Δελβίνου, Βορείου Ηπείρου. Είχε εξαιρετική επίδοση στα γράμματα γιατί ήταν ευφυής και είχε καλή μνήμη. Την βασική του μόρφωση την έλαβε στον Πειραιά και την Αθήνα, όπου και γνώρισε και τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως (1846–1920) στην Ριζάρειο Σχολή. Από τον Πειραιά, έφυγε με πλοίο για το Άγιον Όρος το 1923.
     Μετέβη στην Καλύβη του Τιμίου Προδρόμου, στην Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης υπό τον μικρασιάτη γέροντα ιερομόναχο Μελέτιο (Ιωαννίδη). Μετά από μια πενταετία, αναχωρεί ο γέροντάς του έξω για τον κόσμο και μένει μόνος, κατάμονος στην έρημο. Η παρουσία του Θεού, του γίνεται πιο αισθητή τότε. Μόνη παρηγοριά του, η προσευχή και η μελέτη. Μελετούσε συνέχεια, αχόρταγα, προσεκτικά. Ο μακάριος Γέροντας, δίδασκε και με την σιωπή και με τον λόγο του. Την σιωπή, την θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων ἐννοιῶν». Ο δε λόγος του, ήταν πάντα προσεγμένος, ωραίος, διδακτικός και ψυχωφελής. Οι κατά καιρούς φιλοξενούμενοί του, καταγοητεύονταν από την συνομιλία μαζί του. 
     Ο μακαριστός λόγιος Μοναχός Μωϋσής ο Αγιορείτης (1952–2014), έγραψε ότι, πολλά χρόνια πριν, θυμόταν να του λέει χαρακτηριστικά ο ταπεινός και σοφός Υμνογράφος: 
     «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι, το μόνο το οποίο αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός, είναι το να ενωθεί με τον ακάθαρτο άνθρωπο. Σ’ αυτό, αδυνατεί…». 


     Εκεί όμως που αναδείχθηκε και έγινε παντού γνωστός είναι η υμνογραφία του. Να, πώς περιγράφει ο ίδιος την αρχή του έργου του, περίπου το 1926: 
     «Όταν συνέταξα τον πρώτο κανόνα της Παναγίας, τον είδε ο μακαρίτης ο Γέροντας ο δικός μου· ήξερε λίγα γράμματα. 
     “Πολύ ωραίος είναι!”, είπε. 
     Τον πήγα και στον Γέροντα Καλλίνικο τον Ησυχαστή, στα Κατουνάκια (1853–1930). Αυτός, ήταν έγκλειστος σαράντα χρόνια, με νοερά προσευχή, με θείο φωτισμό και τον συμβουλευόμουν. Λίγα γράμματα γνώριζε. Αλλά είχε πείρα μεγάλη και Χάρη Θεού. 
     Λέει λοιπόν ο Καλλίνικος: 
     “Είναι άριστος ο κανών. Αλλά, ένα σου λέω: ταπείνωση, ταπεινοφροσύνη! Πρόσεχε καλά, μη σε πολεμήσει ο διάβολος!”».
     Άλλοτε, είπε τα εξής ο Γέροντας Γεράσιμος:
     «Ό,τι κάνω, το οφείλω στην προσευχή. Πριν από την εργασία, θα κάνω μία ένθερμη προσευχή. Αυτοσχέδια μεν, αλλά θερμότατη. Η οποία, ενεργεί και επενεργεί και φέρνει ό,τι ωραίο αποτέλεσμα φέρνει. Το παν, είναι η προσευχή. Μη στηριζόμαστε στην εξωτερική σοφία…».
     Το πλούσιο υμνογραφικό του έργο, υπολογίζεται σε περισσότερο από 2000 ιερές ακολουθίες! 


     Το τέλος του (το Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 1991), ήρθε όταν ήταν 86 ετών. Ήταν οσιακό, αβαρές, ήρεμο, ήσυχο και μακάριο. Αυτό το τέλος, σε συνδυασμό με τις παράδοξες κατοπινές εμφάνειές του, προδηλώνουν σαφέστατα την αγιότητα του βίου του και την καλή παρρησία που απέκτησε προς τον αγαπημένο του Κύριο. Για όλα αυτά, η παρακάτω κατανυκτική διήγηση, ανήκει ολοκληρωτικά στον καλό και αφοσιωμένο υποτακτικό του, τον ιερομόναχο π.Νεκτάριο:
     «Πολλές φορές του έλεγα: “Γέροντα, αν πάθεις τίποτε, εμείς τι θα κάνουμε;”. “Τι, τα λες αυτά, παιδάκι μου;”, απαντούσε· “Ο Θεός, ‘δύναται ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ’ (πρβλ. Ματθ. γ΄ 9· Λουκ. γ΄ 8)”. “Γέροντα, αν βρεις παρρησία, κάνε τίποτε για ’μας!”, του έλεγα. “Παιδάκι μου, τι παρρησία να βρω εγώ ο ταλαίπωρος, ο παλιόγερος! Που δεν έκανα τίποτε όλα μου τα χρόνια; Στην κόλαση, θα πάω. Είμαι για την κόλαση!”. “Τουλάχιστον, Γέροντα, σε παρακαλώ πολύ, να έρχεσαι να μας βλέπεις, να μας παρηγορείς!”. “Αν με αφήνουν, παιδάκι μου, θα έρχομαι. Εγώ θα ζητήσω από τον Χριστό, αν βρω παρρησία, όπου πάω εγώ να πάρω και τα παιδιά μου κοντά, να είμαστε μαζί!”. “Να έρχεσαι, Γέροντα”, του έλεγα, “σε παρακαλώ να έρχεσαι!”. 


     Ό,τι αφορά τον θάνατό του, είχε παρακαλέσει την Παναγία να έχει σώο τον νου του μέχρι τέλους και να μη μας κουράσει. Πράγματι, είχε διαύγεια· μέχρι την τελευταία στιγμή μιλούσαμε. Η δε αναπνευστική του κρίση, λόγω της ανεπάρκειας της καρδιάς, ήταν ολιγόωρη που, ούτε κι εμείς καταλάβαμε καλά–καλά ότι κοιμήθηκε. Σαν πουλάκι. Επικαλέσθηκε τελευταία τον Άγιο Νεκτάριο. “Άγιε Νεκτάριε, βοήθει μοι!”, είπε τρεις φορές. Και, μετά από λίγο, εξέπνευσε. Λίγη ώρα μετά τον θάνατό του, το πρόσωπό του πήρε μια άλλη όψη. Νόμιζες ότι κοιμόταν μ’ ένα πρόσωπο γεμάτο ευφροσύνη και χαρά, σαν νά ’βλεπε ένα παραδεισένιο όνειρο. Νόμιζες ότι θ’ ανοίξει τα μάτια του και θα σου μιλήσει. Ήταν πανέμορφος! Δεν μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι, αυτός ο άνθρωπος, ήταν νεκρός! Νόμιζες ότι κοιμάται για λίγο. Το πρόσωπό του, χαριτωμένο. Αφ’ ενός είχαμε λύπη, αφ’ ετέρου μας γέμισε χαρά. Πολύ χαρά!
     “Ὕπνος ἀναδέδεικται τῶν πιστευόντων ὁ θάνατος”. 


     Την ώρα του θανάτου του, πολλοί γνωστοί και μη, δέχτηκαν αποκαλύψεις όπου κι αν βρίσκονταν χωρίς να γνωρίζουν τίποτε για τον θάνατο του Γέροντα. Σε άλλους, εμφανίστηκε και τους χαιρέτισε· άλλοι, είδαν μια στήλη πυρός, μάλλον στήλη φωτός από το κελλί του μέχρι τον ουρανό· άλλοι, είδαν διάφορες οπτασίες που μας τις διηγήθηκαν ατομικά. Όντως, άγιος άνθρωπος! Σε αδελφούς της Συνοδείας μας που ήταν πολύ θλιμμένοι από την απουσία του, εμφανίστηκε και τους είπε ότι είναι κοντά και δεν τους άφησε. Συγκεκριμένα: “Είμαι εδώ, δεν έφυγα! Κοντά σας, είμαι!”. Και σε πολλούς κοσμικούς που επικαλέσθηκαν την βοήθειά του, αυτός εμφανίστηκε και τους βοήθησε. Αλλά και άγνωστοι άνθρωποι που τον είδαν στον ύπνο, χωρίς να τον γνωρίζουν, τους βοήθησε σε διάφορες ανάγκες τους, όπως μας διηγήθηκαν οι ίδιοι, χωρίς εμείς καν να τους γνωρίζουμε.
     Και όντως. Μετά από λίγες μέρες από την κοίμησή του και, όπως ήμουνα απαρηγόρητος, υπερβολικά λυπημένος, βλέπω στον ύπνο μου να κάνουν οι Πατέρες λιτανεία το λείψανο του μακαριστού Γέροντος και, στο τέλος, να το εναποθέτουν στην μέση αυτού του μεγάλου χώρου που κινούνταν. Πήγα από πάνω του και τον κοιτούσα στο πρόσωπο. Σε λίγα λεπτά, το νεκρό του πρόσωπο άρχισε να ζωντανεύει. Γέμισε ζωή, χαρά, ευφροσύνη. Άνοιξαν τα μάτια του και με κοίταζε κατάματα με μια απερίγραπτη μακαριότητα, σαν να μου έλεγε: “Εδώ, είμαι!”. Και ξαφνικά, το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο και η λάμψη αυτή μου θάμπωσε τα μάτια αλλά, συγχρόνως, με γέμισε με θεία αγαλλίαση και χαρά. Ξύπνησα γεμάτος χαρά. Παρηγορήθηκα αφάνταστα. Ευχαρίστησα τον Θεό και τον μακαριστό Γέροντα που κράτησε τον λόγο του και με την παρουσία του με γέμισε αμέτρητη χαρά. Κι έτσι, κατάλαβα ότι μας παρακολουθεί και είναι κοντά μας. Άλλοτε πάλι, δύο–τρεις φορές τον είδα στον ύπνο μου να με συμβουλεύει γι’ αρκετή ώρα και, τελευταία, πριν ξυπνήσω, να με χαιρετάει. 


     Εκείνο πάλι που με εντυπωσίασε και με κατένυξε μέχρι δακρύων, ήταν, όταν λίγες μέρες μετά την κοίμησή του, θέλησα να πλύνω τα ρούχα του που φορούσε όταν πέθανε, για να τα φυλάξουμε σαν ενθύμιο και σαν κειμήλιο στο κελλί του, καθαρά. Μόλις άνοιξα το δέμα, άρρητη ευωδία γέμισε το δωμάτιο! Ευωδία, σαν να έσπασαν εκατοντάδες φιάλες με άρωμα! Τόσο δυνατή ευωδία, ώστε δυσκολευόμουν ν’ αναπνεύσω! Ήταν θείο σημείο. Συγχρόνως δε, γέμισα από ευφροσύνη κι άρχισα να κλαίω απ’ την χαρά μου. Βγήκα έξω στο μπαλκόνι για να δω μήπως ήταν η ιδέα μου και ξαναμπήκα μέσα. Το δωμάτιο, ήταν γεμάτο ευωδία. Άρρητη, αλλά και υπερβολικά έντονη ευωδία. Και κάθισα εκεί, σαν μεθυσμένος και, το μόνο που έκανα, ήταν να κλαίω ασταμάτητα για την ευλογία αυτή, που ήταν μια μεγάλη πληροφορία από τον Θεό για τον μακαριστό Γέροντα. Αυτό, κράτησε περίπου δέκα λεπτά. Ύστερα, χάθηκε. Βγήκα, ξαναμπήκα, ξαναβγήκα…, τίποτε! Αυτό το έκανα αρκετές φορές. Είχε σταματήσει. Έτρεξα επάνω και, γεμάτος δάκρυα, διηγήθηκα στους πονεμένους Πατέρες το θαύμα του Γέροντα, οι οποίοι, άρχισαν να κλαίνε κι αυτοί και να δοξάζουν τον Θεό. 


     Άλλοτε πάλι, τον παρακαλούσα επίμονα γι’ αρκετό διάστημα να με βοηθήσει σε διάφορα θέματα και ήμουν απελπισμένος, διότι δεν έβλεπα από πουθενά φως. Ώσπου, ένα μεσημέρι, τον βλέπω στον ύπνο μου με μια εξαϋλωμένη μορφή. Το πρόσωπό του, ήταν όλο φως· αλλά και γύρω από το κεφάλι του, σαν να είχε ένα λαμπρό νέφος, σε κάποια ακτίνα γύρω–γύρω, κι εγώ ήμουν γονατιστός στα πόδια του, όπου του λέω: “Γέροντά μου, καλέ! Δεν βλέπεις πως κάθε μέρα σε παρακαλώ και σου λέω, ‘Άγιε Γέροντα βοήθει μοι!’ ‘Άγιε Γέροντα βοήθει μοι!’; Δεν με βλέπεις που σου λέω, ‘Έλα να με δεις να με παρηγορήσεις! Να μου πεις δύο λόγια!’; Πού ήσουν Γέροντα;…”. Και, μ’ αυτό το εξαϋλωμένο πρόσωπο, μου απαντά: “Τώρα είμαι εδώ, παιδάκι μου! Είμαι κοντά!”. “Γέροντά μου”, επαναλαμβάνω εγώ, “δεν ακούς που σου λέω, ‘Άγιε Γέροντα βοήθει μοι!’, συνέχεια, ‘Άγιε Γέροντα βοήθει μοι!’…;”. Τότε, γύρισε από την άλλη το πρόσωπό του, σαν δυσαρεστημένος. Απ’ ό,τι κατάλαβα, δεν του άρεσε το “Άγιε Γέροντα” και μου λέει: “Όχι, σε μένα, παιδί μου! Στον Δεσπότη Χριστό!...” (εννοούσε δηλαδή, Αυτόν να παρακαλώ και προς Αυτόν να προσεύχομαι), και μου δείχνει προς τα πάνω τον Ουρανό και χάθηκε. Πήρα απερίγραπτη χαρά, παρηγοριά και ενίσχυση. Κι άρχισα να εφαρμόζω την εντολή του, με αποτέλεσμα να διαλυθούν όλα τα σύννεφα του πειρασμού και να βγω και ωφελημένος, κάνοντας αυτήν την μεταθανάτια υπακοή προς τον μακαριστό Γέροντα Γεράσιμο. Τον θεωρώ ευεργέτη μου…». 





[(1) Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου (1916–2006):
«Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης,
Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας»,
κεφ. 21ο και 22ο, σελ. 240, 249, 252–255,
«Οργανισμός Θεσσαλονίκη
Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997»·
(2) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου (1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων Αγιορειτών 20ου αιώνος»,
τόμ. γ΄, σελ. 1315–1323,
«Μυγδονία», Θεσσαλονίκη Σεπτέμβριος 20111.]













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου