Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ


     Ακριβώς όπως και στη φωτογραφία· έχουμε πιάσει κι εμείς τη θεία Χάρη από τα μαλλιά! Και, βέβαιοι ότι αυτή αποτελεί πια δικό μας αναφαίρετο κεκτημένο, στρεφόμαστε προς την ανοιχτωσιά του κόσμου με μία απίστευτη πνευματική απληστία ή με μία ανεπίτρεπτη αγνόηση. Φαίνεται να είμαστε φορείς ενός ανιαρού και αδιάφορου μονολόγου. Εύκολα ο άμβωνας μπορεί να μεταλλαχθεί σε έπαλξη κηρυγματικής επίθεσης αφ’ υψηλού. Στις καρδιές μας παλμογραφείται η ανομολόγητη αλλοτρίωση της διακονίας μας. Τα ξέρουμε όλα· διακρίνουμε τα πάντα, προφητεύουμε τα μακρινά και τα επερχόμενα. Επιπλήττουμε «για το καλό» με κακότητα, ελέγχουμε με δριμύτητα ψυχές που σέβονται οι άγγελοι. Χάνουμε την πραότητα γιατί μας ριπίζει το κενό μας. Στάζουμε αμετροέπεια και πολυπραγμοσύνη. Αυξάνουν ολοένα τα δεκανίκια των δικαιολογιών που αποκτούμε από σκόρπια και ασυνάρτητα εδάφια και ρητά. Το σύστημα της εκκλησιαστικής διοίκησης ψάχνει να βρει φλέβες αυθεντικότητας για να στηριχθεί στο πλατύσκαλό του. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, συνιστά ή καλύτερα επιβάλλει υπακοή και υποταγή, κοχλασμένες καλά στο καζάνι της σιωπής. Ακίνητα μολυβένια στρατιωτάκια, οι ιερείς, στα πολυαρχιερατικά πανηγύρια· τα απλανή βλέμματα των περισσοτέρων εκεί, συντηρούν την παγερή ευπρέπεια μιας μουσειακής εικόνας. Το παρελθόν μάς κατατρύχει, μας νικά. Το μέλλον, μας καταδιώκει. Το τώρα, μας παραλύει. Μετά, αρχίζει επαίσχυντα η υποταγή της καρδιάς στο σχήμα. Το σχήμα· το σύνορο του ψεύδους. Οι μανδύες, τα μανικετόκουμπα, όλη η βατικάνεια ατσαλακωσιά, προδίδουν απορία, ένδεια και φτώχεια, πνευματική ασχήμια, τελεταρχικό κιτς που εξοστρακίζουν οι καρδιές. Αποφεύγουμε ανόρεχτοι τη συμπόρευση, δεν καθυστερούμε πουθενά, δεν στεκόμαστε σε κανέναν, ο χρόνος τρέχει για όλους. Ορεγόμαστε την εκτίμηση των άλλων σαν ποθητό φωτοστέφανο για την παρουσία μας. Είμαστε ειρηνικοί και αναπαυμένοι εάν μας αποδεχτούν. Συγχυσμένοι, ανειρήνευτοι και εξοργισμένοι όποτε μας απορρίπτουν. Όλα τα επιφανή μας έργα σκορπούν ανασφάλεια, μοναξιά και απόσταση. Μας φταίει συνεχώς η αποστασία των άλλων. Ελέγχουμε τους δραπέτες, μα δεν εμπνέουμε τη διαμονή κανενός στη θεία μάνδρα. Μοιράζουμε γελαστοί ελεημοσύνη στους πάσχοντες μπροστά στον φακό, σιάζοντας πρώτα τα εγκόλπια. Ανταλλάξαμε το ποιμαντικό σκίρτημα με τον χρυσοποίκιλτο πειρασμό της εξουσίας. Από τα χρυσοστολισμένα στέρνα λάκισε ο πόνος και το πένθος, το σαράκι του πόθου για Θεό και άνθρωπο. Τα μάτια δε βγάζουνε καημούς, οικειότητα, βούρκωμα στοργής. Είναι καθαρή ουτοπία για την απονιά μας να αποκυήσει λυγμούς. Τα χέρια παγωμένα και αδρανή, δεν εκπέμπουν γνήσιο εναγκάλισμα. Η χαρά και η εγκαρδιότητα μεταλλάχθηκαν σε στυφή χαρωπότητα που συνεχώς απωθεί. Παίζουμε επικίνδυνα με τη συχνή και γελοία χρήση της χαράς, με την επιτηδευμένη δοξολογία, με τη «θεολογική» ελαφρότητα και αβάθεια, μαγνητίζοντας απλά εντυπώσεις. Η σκληρότητά μας, έχει τη μηλωτή της φιλοκαλίας. Το πνεύμα της «οικονομίας» μας, θυμίζει περισσότερο τέχνη κολακείας παρά ευρηματική αγωνία του σώζειν. Η ατσάλινη «ακρίβεια» των στυγνών σωθικών μας, προδίδει απωθημένα και ανελευθερία· μια ψυχότροπη αδυναμία του αγαπάν. Είμαστε πατερικοί όταν πρέπει να κρατήσουμε αποστάσεις για να αναπτυχθεί ο μύθος μας. Είμαστε κοινωνικά πιο αποδεκτοί και προσφιλείς εάν γνωρίζουμε γλυκά και ανένοχα να προτεσταντίζουμε. Παραβλέπουμε εκείνον τον αθεώρητο «αλάθητο πάπα» που ενδημεί μέσα μας, απασχολούμενοι μ’ έναν άλλον πιο εξόφθαλμον αντίπαλο, μόνιμα έξω μας, πάντα απέναντί μας. 
     Πότε θα ξεχωρίσουμε την αγεφύρωτη ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην «ομολογία» και την εκτόνωση; Πότε θα γίνουμε «ακέραιοι σα τα φίδια και φρόνιμοι όπως τα περιστέρια;» (βλ. Ματθ. ι΄ 16). Πότε θα πάψουμε να είμαστε αχαρίτωτοι και στείροι; Ανεδαφικοί και υπερβολικοί, γι’ αυτό και ελλείπεις και ανεπαρκείς; Άτεγκτοι και ακατάβλητοι «για τη δόξα της Ορθοδοξίας» που δε ζήσαμε; Πότε θα εκτελέσουμε τις μονομέρειες, τις εμμονές, τις ιδεοληψίες, τις θεωρίες μας; Πότε θα ζήσει όποιος τυχόν δεν τις επικροτεί; Πότε θα πάψουμε να ανεχόμαστε ή να υπομένουμε και άλλες παρουσίες, δράσεις, λόγους, αρχίζοντας να αγαπάμε πραγματικά την ελευθερία του άλλου; Πότε θα δέσουμε την ιερατική δέηση σφιχτά με την πατρική παρουσία; Πότε η ευχή θα γίνει έργο μας και το έργο μας ευχή; Πότε θα καρφιτσώσουμε όλα τα πτυχία μας στο βάθος της κένωσης; Πότε οι τίτλοι σπουδών θα μετανίζουν στην υπερβατική ζωή της ταπείνωσης και της αγάπης; Πότε θα πλησιάσουμε δίχως να πολιτευόμαστε; Πότε θ’ ατενίζουμε συνειδήσεις με τσαλακωμένη τη διπλωματία; Πότε θα επικοινωνούμε με χορηγό την ανιδιοτέλεια; Πότε θα εγκαταλείψουμε βόλεψη για να ενθρονίσουμε θυσία; Πότε θα ακούσουμε; Πότε θα αφουγκραστούμε; Πότε θα σιωπήσουμε; Πότε θα πονέσουμε και θα συμπονέσουμε; Πότε θα καταλάβουμε ότι ακόμη δε καταλάβαμε τίποτε; Πότε θα συνετιστούμε με τη σοφία του Θεού που είναι σκέτη μωρία για τον αφώτιστο κόσμο; 


     Η Χάρη του Θεού τελικά δεν έχει μαλλιά· για να γραπώνεται από τη δραξιά της αλαζονείας, της κενοδοξίας και της αυταπάτης μας. Μια φορά, η ιερωσύνη, δε μας δόθηκε γι’ αυτές. Εμείς είμαστε που πρέπει να πιαστούμε και να ασφαλιστούμε μέσα σε αυτήν. 
     Όμως αυτό που δε μας συμφέρει, εύκολα το λησμονούμε: 
     «Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. ι΄ 31). 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου