Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ο ΙΕΡΕΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ...

Ο ΙΕΡΕΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ...




Α΄. Υπηρέτης του Ουρανού



     Ο πατέρας μου τάχθηκε ιερέας σ’ ένα χωριό που είχε μήκος όσο το Παρίσι και αριθμούσε διακόσιες ψυχές. Ήταν ένας υπερβολικά αδύνατος άνθρωπος. Ψηλός και ευθυτενής όπως ένα νεαρό έλατο. Θύμιζε περισσότερο έφηβο που αναπτύχθηκε πρόωρα, παρά ένα ώριμο άντρα και μάλιστα πατέρα.


     Μου έδινε την αίσθηση άυλης και εύθραυστης παρουσίας· τόσο ευάλωτης, που μικρός φοβόμουν μήπως μια δυνατότερη ανάσα του ανέμου θα τον σηκώσει από την γη και θα τον πετάξει στον ουρανό. Οι πτυχές του ράσου του μεταμορφώνονταν σε μεγάλα φτερά, σαν τα φτερά των Σεραφείμ και έτρεμα μην κάπως έτσι, σε μια στιγμή μέσα, τον χάσω και απομείνω ορφανός.


     Με τον καιρό συνήλθα και ηρέμησα γιατί στα μάτια μου ο πατέρας μεταλλασσόταν όλο και περισσότερο σε εικόνα, σε πλάσμα του ουρανού πιο πολύ, παρά κάτοικο του γήινου κόσμου. Δεν είναι δύσκολη η εξήγηση. Όλος ο κόσμος γνωρίζει πως οι καλοί υπηρέτες, οι ειλικρινείς, όσοι δηλαδή υπηρετούν πιστά, και ζώντας συνεχώς κοντά στους σπουδαίους κυρίους τους, τους μιμούνται τελικά. […]


     Έτσι ακριβώς συνέβη και με τον φτωχό μου πατέρα που έζησε ως υπηρέτης πιστός του Θεού. Το βλέμμα του το αγγελικό, η γλυκιά αλλόκοσμη φωνή του, το άσαρκο βάδισμα που θύμιζε αγγέλων πτήση, όλα τούτα τα ιδιώματα ήταν που τον βάφτιζαν από επίγειο σε ουράνιο· και ήταν ιδιώματα Θεού, του αφέντη του. Περνούσε όλο του το εικοσιτετράωρο κοντά στον Κύριό του· ξυπνούσε μέσα στην παρουσία του Θεού, έπεφτε και κοιμόταν μέσα στην παρουσία του Θεού, έτρωγε μέσα στην παρουσία του Θεού. Καμμιά άλλη έγνοια δεν είχε στη ζωή παρά να υπηρετεί τον Κύριό του. Δεν είχε να κυνηγά δικές του υποθέσεις, δεν είχε δικές του απόψεις, ούτε καμμιά δική του συναλλαγή. Δεν είχε παρά τις απόψεις του Θεού, τους λογισμούς του Θεού, δεν έπραττε παρά εκείνα που ο Θεός τον όριζε να πράξει. Και έτσι ήταν το σωστό. Γιατί κανένας δούλος δεν έχει προσωπικές ασχολίες, δουλεύει αποκλειστικά και μόνο για τον αφέντη του.
     Υπηρετώντας με τέτοια αγάπη και αφοσίωση το ποίμνιό του, θα μπορούσε να περιμένει κανείς πως θα ταυτιζόταν με τον κόσμο του ποιμνίου του ως υπηρέτης του πιστός. Κι όμως! Ο πατέρας μου, από πολύ νωρίς, μόνο με τον Θεό συνταυτίσθηκε. Γεννήθηκε μέσα στου Θεού τη διακονία. […] Φερόταν πάντα φυσικά όπως θα συμπεριφέρονται στον ουρανό. Είχε τους τρόπους και τις κινήσεις, τις χειρονομίες που έχουν εκεί ψηλά, όχι όπως οι άνθρωποι στον κόσμο. Γιατί η περιοχή όπου διακονούσε τον Θεό ήταν η ουράνια χώρα, ήταν του Θεού ο Οίκος. […]


     Ο υπηρέτης υπηρετεί τον κύριό του στον οίκο του μέσα. Και ο Οίκος του Θεού, ο κτισμένος στη γη, είναι ο ναός. Ασφαλώς ένας ναός είναι οικοδομημένος από πέτρα, από ξύλο ή μάρμαρα, έτσι όπως τον βλέπουμε να στέκει στο κέντρο των χωριών και των πόλεων. Όμως ο ναός, δεν είναι γήινο κτίσμα· συμβολίζει τον ουρανό που χτίζεται στη γη με τη χρήση συμβόλων, μια και δεν είναι μπορετό να χτίσει κανείς αλλιώς τις ουράνιες πραγματικότητες. Προκειμένου να φανεί καθαρά πώς μια εκκλησία προέρχεται από τον ουρανό και όχι από τη γη, φτιάχνεται σε σχήμα πλοίου· για να σημάνει πως υπάρχει στη γη όπως ένα πλοίο υπάρχει στη θάλασσα: πλέει. Είναι μια αλήθεια που έρχεται από το αλλού. […]


Β΄. Αβαρής σαν τους Αγγέλους


     Μικρό παιδί συνεχώς φοβόμουν πως ο πατέρας μου δεν είχε κανονικό σώμα, σώμα με σάρκα και κόκκαλα, σαν όλους τους ανθρώπους. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να εξακριβώσω αν πράγματι ήταν έτσι όπως φοβόμουν. Ποτέ μου δεν είδα τον πατέρα μου χωρίς να φοράει το ράσο του. Τρομαγμένος κολλούσα πάνω του σε κάθε αφορμή και με τα δάχτυλα ψηλαφούσα το ράσο να εξακριβώσω αν έχει σάρκα, κόκκαλα, μύες, όπως όλος ο κόσμος. Ψηλαφώντας τον, ένιωθα πως κάτω από το ράσο το σώμα του έμοιαζε τόσο ισχνό, που ήταν σαν να μην υπήρχε. Η φυσική μορφή του ήταν πλασμένη με μηδαμινά, με ελαφρότατα υλικά. Η φιγούρα του θύμιζε λεπτότατη γραμμή, ψηλή και κάθετη προς το χώμα. Έκανε μια ανυψωτική κίνηση όπως οι πύργοι των γοτθικών ναών, που από μακριά μοιάζουν με τη στενή αιχμή μιας πένας όπως χαράζει το πρωινό. Όπως οι φλόγες, όπως οι γλώσσες της φωτιάς που ξεπετάγονται από την πυροστιά να ξεφεύγουν ψηλά, να χαθούν στα νέφη.


     Όταν ο πατέρας μου κατέβαινε από τα βουνά και κατάκοπος προχωρούσε προς την εκκλησία, το κορμί του κυμάτιζε σαν φλόγα, ξεκολλούσε από τη γη και ταξίδευε κατά πάνω. Γι’ αυτά κι αυτά είχα πάντοτε φόβο, αγωνιούσα μην απομείνω ορφανός, μην τον χάσω όπως ένα παιδάκι χάνει τον χαρταετό του.
     Ήταν το πιο βέβαιο πως μια τέτοια συμφορά θα με έβρισκε μια κάποια μέρα. Ο πατέρας μου θα ξέφευγε από τη γη και θα χανόταν στα ύψη, μέσα στα πάλλευκα σύννεφα, όπως εξαφανίζεται μια φλόγα. Με αυτόν το φόβο έζησα όλη την παιδική ηλικία μου, με αγωνία για τούτο το δράμα, το αναπόφευκτο. Ποιος όμως μπορεί να αλυσοδέσει τη φλόγα, να την κρατήσει φυλακισμένη; Ποιος δεν το ξέρει καλά ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται; Κανένας δεν έχει τη δύναμη να κατακρατήσει δικιά του μια φλόγα και ο πατέρας μου μια φλόγα ήτανε.


     Το βάδισμά του ήταν περπάτημα σιωπηλό, αντίθετα από εκείνο των κατοίκων του χωριού μας. Οι χωρικοί ήταν άνθρωποι τραχείς, βουνίσιοι, χοντροκομμένοι και σκληροί σαν τα λιθάρια· τα δικά τους βήματα ηχούσαν όπως οι οπλές αλόγων. Εκείνος, μπορεί να είχε σάρκα και οστά –πράγμα, που ποτέ μου δεν κατάφερα να εξακριβώσω– όμως το σίγουρο ήταν πως είχε πλαστεί από πνεύμα κυρίως. Και το πνεύμα δεν έχει βαρύτητα· όπως δεν έχουν βαρύτητα και οι άγγελοι. Αφού λοιπόν δεν είχε βαρύτητα και έμοιαζε με αγγέλους, κάθε φορά που ο πατέρας μου έφευγε ή ερχόταν, ακουγόταν ένας ανάερος ήχος, ένα θρόισμα φτερών μεταξένιων.


     Συλλογίζομαι τώρα πως το περπάτημά του ήταν σιωπηλό, όχι μόνο επειδή έμοιαζε με περπάτημα αγγέλων, αλλά και επειδή έτσι είχε συνηθίσει υπηρετώντας μέσα στον Οίκο του Κυρίου, στον επί γης ουρανό. Γιατί μέσα στην εκκλησία κανείς οφείλει να προχωρά πατώντας στα δάχτυλα των ποδιών, άηχα· να εναρμονίζεται με τους αγγέλους που τελούν τη θεία Λειτουργία δίπλα στους ιερείς.
     Ήμουν τόσο περήφανος για τον πατέρα μου!
     Στον σημερινό κόσμο μας, συνηθίζεται να μην καμαρώνει κανείς για την ομορφιά, για την εξυπνάδα, για μιαν αξιοθαύμαστη σοφία· αλλά εγώ μια τέτοια στάση τη θεωρώ αιρετική. Δεν ήταν πάντα έτσι η αγάπη των ανθρώπων. Οι πιστοί ευγνωμονούν τον Θεό για την ωραιότητα μιας γυναίκας, για το ξεχωριστό ταλέντο κάποιου, για έναν πρωταθλητή, για ένα μυαλό σοφό. […]


     Το ίδιο κι εγώ· τις νύχτες πριν με πάρει ο ύπνος, με θέρμη ευχαριστούσα τον Θεό που μου χάρισε έναν τέτοιον πατέρα, ένα πλάσμα αγγελικό, μία εικόνα, έναν αφιερωμένο υπηρέτη Του· που έμοιαζε τον Ίδιο τον Κύριο και τους αγγέλους Του…

VIRGIL GHEORGΗIU
(1916–1992)


[Βίργκιλ Γκεοργκίου:
«Από την 25η ώρα, στην αιώνια ώρα»,
κεφ. 3ο και 4ο, σελ. 44–48 και 52–55,
εισαγωγή–απόδοση: Μάρω Βαμβουνάκη,
εκδόσεις «Αρμός», Αθήνα 2014.
Μία αναγκαία διευκρίνηση
Οι φωτογραφίες που φιλοξενούνται στον κορμό 
της παρούσας ανάρτησης 
ιδιαίτερα αυτές των κληρικών 
δεν έχουν καμμία ρεαλιστική σχέση 
με το κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης· 
έχουν όμως τεθεί παράλληλα με το κείμενο, 
εμφαίνοντας αισθητικότερα την πλοκή και το νόημά του.]




Ο διάσημος Ρουμάνος μυθιστοριογράφος
Βίργκιλ Γκεοργκίου (Virgil Gheorghiu)
γεννήθηκε το 1916 στο Ραζμποένι Νεάμτς της Μολδαβίας·
γης που γέννησε μεγάλους ποιητές και πεζογράφους.
Σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία
στο Βουκουρέστι και την Χαϊδελβέργη.
Εργάστηκε στον διπλωματικό κλάδο,
σε επιτροπές μορφωτικών σχέσεων
του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρουμανίας.
Το 1963 χειροτονήθηκε ιερέας στο Παρίσι,
όπου έζησε και πέθανε το 1992.
Υπήρξε πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος συγγραφέας
μυθιστορημάτων, δοκιμίων, χρονικών,
βιογραφιών και αυτοβιογραφιών.
Διεθνής και μεγάλη επιτυχία του,
το μυθιστόρημα: «25η ώρα».
Άλλα έργα του: 
«Η δεύτερη ευκαιρία», «Ο άνθρωπος που ταξίδευε μόνος»,
«Δερμάτινος χιτώνας», «Ο λαός των αθανάτων»,
«Η ζωή του Μωάμεθ», «Το σπίτι της Πετροντάβα», 
«Ο Θεός στο Παρίσι», κ.α.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου