Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΟΣ, Ο ΒΡΟΝΤΩΔΗΣ ΨΑΛΤΗΣ

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΟΣ,
Ο ΒΡΟΝΤΩΔΗΣ ΨΑΛΤΗΣ


     Ο Γέρο Ανατόλιος ήταν από το χωριό Παγκράτι Καλαβρύτων. Κατοικούσε στην Καλύβη του Τιμίου Σταυρού της Σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Επρόκειτο περί πτωχού, ακτήμονα, απλού και ευλαβέστατου μοναχού. Για ένα διάστημα διετέλεσε υποτακτικός του ο Γέροντας Αθανάσιος, που αργότερα έγραψε το βιβλίο «Η Πλατυτέρα».

     Λόγω της μεγάλης πενίας του, ζητούσε από τον μυλωνά της Σκήτης ν’ αγοράζει το πρώτο άλεσμα, όταν χαράζουν τις μυλόπετρες, το οποίο δεν το παίρνει κανείς γιατί έχει μέσα άμμο. Αυτός όμως το αγόραζε, σαν πιο φθηνό. Το φαγητό του ήταν στις καταλύσιμες ημέρες πάντα με λίγο λάδι, που το έβαζε με το πιατέλο του φλιτζανιού του καφέ. Έβρεχε το κρεμμύδι στο λάδι κι όχι στο ψωμί που ρουφά πολύ. Μαγειρευμένο φαγητό έτρωγε μόνο όταν είχε φιλοξενούμενο ή όταν πήγαινε να δώσει το εργόχειρό του. Το δε εργόχειρό του ήταν να μαζεύει στον Άθωνα τσάι του βουνού και αμάραντα άνθη, τα οποία τα προτιμούσαν πολύ οι Ρώσοι μοναχοί και τα έστελναν στην πατρίδα τους.


     Η εικόνα του Εσταυρωμένου στην Καλύβη του συχνά δάκρυζε. Ο υποτακτικός του, του έλεγε πως είναι από το καντήλι. Του έλεγε ο Γέροντας: «Θα φύγω, θα πάω στο βουνό να μαζέψω τσάι, μετά θα πάω στις Καρυές να το δώσω και θ’ αργήσω. Εσύ, μην ανάβεις το καντήλι, σκούπισε καλά την εικόνα και θα δούμε». Και η εικόνα πάλι δάκρυζε.

     Ο Γέροντας Ανατόλιος είχε μεγάλη αγάπη στην Παναγία. Συνήθιζε όταν ξύπναγε το βράδυ, για να γυρίσει από το άλλο πλευρό και μέχρι ν’ αποκοιμηθεί, έλεγε το «Ἄξιον Ἐστι» με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Είχε δε μια βροντώδη φωνή και ήξερε λίγα μουσικά. Το έλεγε σε δεύτερο ήχο, όπως το πρωτοείπε ο Αρχάγγελος, κατά την Παράδοση. Μπορούσε να το πει μέχρι και δέκα φορές σε μια βραδιά, μέχρι να σηκωθούν νωρίς για την ακολουθία. Ο υποτακτικός του στην αρχή δεν μπορούσε να ησυχάσει, μετά συνήθισε. Μα, μόλις συνήθισε, αναχώρησε για τις Καρυές του Αγίου Όρους.


     Όταν ο Γέρων Ανατόλιος ερχόταν στις Καρυές για να δώσει το τσάι, απαραιτήτως θα πήγαινε στο Κελλί του «Ἄξιον Ἐστι» εκεί όπου παρουσιάσθηκε ο Αρχάγγελος και υπέδειξε τούτο τον θεομητορικό ύμνο στον όσιο μοναχό. Αφού προσκυνούσε κι έκανε τις μετάνοιές του, στεκόταν ευλαβικά κι έψαλλε το «Ἄξιον Ἐστι» ένδακρυς. Το καντήλι της Παναγίας κουνιόταν. Οι πατέρες του Κελιού τού έλεγαν πως επειδή είχε βροντώδη φωνή και είναι κοντά στο καντήλι, γι’ αυτό κινείται το καντήλι. Τότε πήγαινε στον νάρθηκα κι έψαλε από εκεί, αλλά και πάλι κουνιόταν το καντήλι. Μόλις άρχιζε το ψάλσιμο άρχισε να κινείται το καντήλι, μόλις τελείωνε σταματούσε κι εκείνο. Δοκίμαζαν και οι άλλοι, έψελναν, μα δεν κουνιόταν το καντήλι…

     Ήταν πολύ απλός και ταπεινός μοναχός. Χαιρόταν με το παραμικρό, σαν παιδί. Σε μια πανήγυρη της Καλύβης των Ιωσαφαίων έψαλλε με τη συνήθη του ευλάβεια και ιερό ενθουσιασμό. Στο τέλος δε της τραπέζης τον παρασημοφόρησαν με μια επιχρυσωμένη δραχμή και η χαρά του ήταν μεγάλη. Εκοιμήθη ειρηνικά στην Καλύβη του στις 20 Σεπτεμβρίου του 1938.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
(1893–1988)


[Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου:
«Αγιορείτικες Διηγήσεις
του Γέροντος Ιωακείμ»,
κεφ. 56ο, σελ. 149–150,
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 19982.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου