Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

«ΕΠΑΝΑΓΑΓΕ ΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΟΣ»

«ΕΠΑΝΑΓΑΓΕ ΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΟΣ»


     Δυνατός σε υποβλητικότητα και ανεπανάληπτος σε αγία ποιητικότητα είναι αυτός ο λόγος του Χριστού προς τον Απόστολο Πέτρο: «ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος»! Είναι γνωστό από το ιερό Ευαγγέλιο, πώς όλη νύχτα ψάρευε ο άγιος Πέτρος με τους ανθρώπους του, εκεί στη λίμνη Γεννησαρέτ, χωρίς όμως να πιάσει ούτε ένα ψάρι. Όταν όμως άκουσε το λόγο του Χριστού: «Πήγαινε πιο βαθιά και ρίξε και πάλι τα δίχτυα σου», παρ’ όλη την απορία του, έκαμε υπακοή στο λόγο του Χριστού: «Όλη τη νύχτα κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε κανένα ψάρι, όμως για τούτο το λόγο που μου λες, θα το ρίξω το δίχτυ» (Λουκ. 5, 5). Το αποτέλεσμα της υπακοής αυτής υπήρξε θαυμαστό πραγματικά. Σαν έριξαν τα δίχτυα στα βαθιά, γέμισαν το δίχτυ τους από «μεγάλο πλήθος ψαριών· τόσο, που αυτό κόντευε να σπάσει»! Τότε φώναξαν και ζήτησαν βοήθεια απ’ τους ανθρώπους της γειτονικής ψαρόβαρκας. Κι εκείνοι αφού «ήρθαν, γέμισαν και τα δυο τα πλοία από τόσο πολλά ψάρια, ώστε κινδύνευαν αυτά να βυθιστούν». Το θαύμα είναι φανερό. Δείχνει καθαρά τι μπορεί να αποδώσει η υπακοή στο λόγο του Χριστού. Αλλά επειδή ο σύντομος αυτός λόγος του Χριστού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επιφανειακή και άβαθη εποχή μας, ας σταματήσουμε να δούμε τι έχει να πει και για μας σήμερα αυτό το «πάνε προς το βάθος» του Κυρίου.


     Πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε πως αυτή η εντολή του Χριστού «ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος», ηχεί κάπως παράξενα στη ρηχή κι επιφανειακή εποχή μας. Η ανεστιότητα έχει φύγει από τα ζοφερά βιβλία των φιλοσόφων κι έχει γίνει μόνιμη κατάσταση των συνανθρώπων μας, των συναμαρτωλών οδοιπόρων της δύσκολης εποχής μας. Το «ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος» μάς λέει να επιστρέψουμε πίσω στην εστία μας. Ν’ αναλάβουμε την «κατά Θεό ανάβαση, για να καταλάβουμε από τι πτωχεύουμε». Να δούμε τι έχασε ο καθένας μας και να θρηνήσουμε σαν τον Προφήτη Ιερεμία· γιατί, πραγματικά, «η κληρονομιά μας δόθηκε σε αλλότριους και το σπιτικό μας σε ξένους» (Θρήνοι 5, 2). Νοσταλγούμε το «κατ’ εικόνα» και το «καθ’ ομοίωσιν», που μας έδωσε στη Δημιουργία ο Θεός. Πιστεύουμε πως, «γνώρισμα της φύσης του ανθρώπου είναι η ομοίωσή του προς το Θείο», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης. Και αυτή η κίνηση και η φλογερή επιθυμία για την ομοίωσή μας με τον Θεό έχει έδρα και αρχή της την καρδιά μας, όταν θυμόμαστε την πρώτη μας δόξα, κοντά στον αγαπημένο ουράνιο Πατέρα μας. «Γι’ αυτό το λόγο», μας λέει ο άγιος Διάδοχος, απ’ αυτό το βάθος της καρδιάς μας αισθανόμαστε τον θείο πόθο ν αναβλύζει, όταν θυμόμαστε τον Θεό». Αν όμως σ’ αυτό το σκύψιμο προς τα μέσα μας, δούμε να είναι πληγωμένο το κορμί μας και λερωμένο το ναό του Θεού, να μη νομίζουμε πως φταίει το σώμα μας: «δεν είναι αίτιο αυτό για τα παθήματά μας, αλλά η προαίρεση που δημιουργεί τα πάθη», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Γι’ αυτό πρέπει, όσοι φύλαξαν καθαρό το σώμα τους, ν’ αγωνίζονται από τώρα και πέρα και για πάντα να τηρούν άσπιλο το ναό του Θεού. Κι όσοι πάλι ορφάνεψαν από τη Χάρη του Θεού και ρύπαναν το νου και την καρδιά τους με ρυπαρούς λογισμούς και πράξεις, τότε ας καθαρίσουν με τα δάκρυα τους πονηρούς λογισμούς και με τη μετάνοια και την εξομολόγηση τα έργα της αμαρτίας, ώστε να ξανάρθει μέσα μας Αυτός που υποσχέθηκε ότι «θα έρθει να κατοικήσει μέσα μας και να περπατήσει πλάι μας» (Λευϊτ. 26, 12). «Και έτσι, θα βγαίνει η δέησή μας μεσ από τα μάτια μας και, αντί για λόγια, θα έχει τα δάκρυα» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης). Πάντως, όποιοι και να είμαστε, δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ, ότι το θέλημα του Θεού είναι το «καθαρίσουμε με τη Χάρη τη ψυχή μας και να την προσφέρουμε καθαρή στον Θεό».


     Όσο δύσκολος είναι ο δρόμος προς τα εξωτερικά πράγματα του κόσμου, που δεν οδηγεί σε κανένα ασφαλές τέρμα του πνευματικού ανθρώπου, άλλο τόσο δύσκολος είναι και ο δρόμος προς τα έσω. Λέγει ο Προφήτης Ιερεμίας: «Πιο πολύ απ’ όλα, βαθιά κι ανεξερεύνητη είναι η καρδιά τ’ ανθρώπου. Και, ποιος μπορεί να τη γνωρίσει σε βάθος;» (Ιερ. 17, 9). Χρειάζεται ωστόσο ν’ αγωνιστεί κανείς σκληρά· να σκάψει μέσα του να βρει τους θαμμένους θησαυρούς, για τους οποίους ομιλεί ο Προφήτης Ησαΐας: «Θα σου δώσω θησαυρούς σκοτεινούς και απόκρυφους· και θα σου ανοίξω να δεις θησαυρούς αόρατους» (Ησ. 45, 3). Το πόσο δύσκολο, πραγματικά, είναι να μπει κανείς στα βάθη του και να ζητήσει από εκεί να πλησιάσει τον Κύριο απ’ τη θύρα της κατοικίας που βρίσκεται μέσα στην καρδιά, φαίνεται με πόση δυσκολία μαζεύουμε το νου μας στην προσευχή, έστω και για ένα τέταρτο ή για μισή ώρα τη μέρα· ενώ, απ’ την άλλη μεριά, με μεγάλη ευκολία και με πολλή άνεση σκορπίζουμε τη ψυχή μας στον κόσμο: στην καθημερινή εργασία μας, στις έκτακτες απασχολήσεις, στις διασκεδάσεις, στις συναντήσεις, στις πολύωρες συζητήσεις για καλλιτεχνικά ή πνευματικά, τάχατες, θέματα, στις πολιτικές ή αθλητικές αψιμαχίες, στις οικογενειακές ή φιλικές συναντήσεις, που καταντούν συχνά στο χαρτοπαίγνιο ή στην κατάκριση και στο κοτσομπολιό... Κι εδώ ο «μαμωνισμός» μας δεν μας επιτρέπει να γυρίσουμε προς τα έσω, προς τα βάθη μας, όπου πρέπει να κατοικεί ο Χριστός· αλλά μας ξεστρατίζει ολοένα προς τα έξω. Δεν μας αφήνει ούτε καν να σκεφτούμε πως μπορεί να έχουμε δικές μας αμαρτίες μέσα μας, που θέλουν γιατρειά. Αν είμαστε χριστιανοί, ο σατανάς προσπαθεί να μας δείξει τις αμαρτίες του διπλανού μας και μας λέγει πως πρέπει τάχα να τον διορθώσουμε. Όμως, όποιος σκύβει μέσα του, βλέπει «και βαστάζει τις αμαρτίες του και δεν βλέπει καθόλου τις αμαρτίες του πλησίον του», λέγει ο αββάς Μωυσής.


     Αξίζει εδώ ν’ αναφέρουμε το γεγονός που περιγράφει το «Γεροντικό», στ’ «Αποφθέγματα» του αββά Μωυσέως: 
     Έπεσε κάποτε σ’ ένα σοβαρό σφάλμα ένας μοναχός· και οι αδελφοί της Σκήτης, αφού έκαμαν συμβούλιο, είπαν να φωνάξουν από την έρημο τον αββά Μωυσή, για να πει κι εκείνος τη σοφή και δίκαιη κρίση του για την τιμωρία του μοναχού. Ο αββάς Μωυσής δεν ήθελε να ’ρθεί. Τότε ο πρεσβύτερος της Σκήτης έστειλε άλλους απεσταλμένους να τον παρακαλέσουν, λέγοντας: «Έλα, γιατί εδώ ο λαός σε περιμένει». Σηκώθηκε τότε ο Γέροντας και ήρθε στη Σκήτη. Οι Πατέρες, όμως, που έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν, τον είδαν να κρατά στον ώμο του ένα παλιό τρύπιο ντορβά, γεμάτο άμμο που έτρεχε καθώς περπατούσε. Οι Πατέρες τον ρώτησαν με απορία: «Τι είναι αυτό, πάτερ;». Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι οι αμαρτίες μου, που τρέχουν σαν τον άμμο, αλλά εγώ δεν τις βλέπω και τις προσπερνώ, ενώ ήρθα εδώ σήμερα για να κρίνω, ο ταλαίπωρος, ξένες αμαρτίες»! Οι Πατέρες της Σκήτης θαύμασαν τη σοφία και την αγιότητα του αββά Μωυσέως κι έφυγαν ο καθένας τους για το κελί του και για το «ταμείο» του, συγχωρώντας τον αδελφό τους, που είχε πέσει σε αμάρτημα. Ας τ’ ακούσουν αυτά οι σημερινοί κριτές και δικαστές των πάντων…


     Είναι δύσκολο και οδυνηρό να βλέπει κανείς σαν σε καθρέπτη μέσα την καρδιά του, γιατί βλέπει τις πτώσεις του και τις αμαρτίες του –τις σκέψεις και τις επιθυμίες ή τις πράξεις που δεν έπρεπε να κάμει. Όμως, «παρ’ όλο που πονούμε παραμένοντας εκεί μέσα στην καρδιά, είναι κοντά μας εκεί και η παράκληση που δίνει ο Θεός», μας λέγει ο άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος. Αυτός ο πόνος από τη συνεχή ενδοστρέφεια, η οποία γνώρισε τη μεγαλύτερη δόξα της στους Ησυχαστές, κάνει την καρδιά να χύνει θερμά δάκρυα αγάπης προς τον Ιησού και να φωτίζεται πλούσια από τη Χάρη Του. Γι’ αυτό και λέγει πάλι ο άγιος Ησύχιος: «Όπως εκείνος που ατενίζει τον ήλιο δεν είναι δυνατό να μην καταυγαστεί άφθονα από αυτόν, έτσι κι αυτός που σκύβει μέσα στο αγέρα της καρδιάς του δεν γίνεται να μη φωτιστεί». Εδώ είναι ο δρόμος της νήψης και της νοεράς προσευχής, που παίρνουν τη ψυχή μας από τα γήινα και την ανεβάζουν στα ουράνια. Γιατί οι Νηπτικοί Πατέρες μας αυτοί οι μεγάλοι άγνωστοι της εποχής μας μαζί με τη βύθισή μας στους θησαυρούς της καρδιάς, μας δείχνουν ταυτόχρονα και την αέναη ησυχία της διανοίας μας: «Βλέπειν τε ἀεὶ εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας καὶ ἡσυχάζειν ἀενάως τῇ διανοίᾳ».
     Ω, να μπορούσαμε κάθε μέρα να ψάλλουμε αυτό το στίχο (του Γ΄ Αντίφωνου, του Δ΄ Ήχου):
     «Ἡ καρδία μου πρὸς Σε, Λόγε, ὑψωθήτω·
     καὶ οὐδὲν θέλξει με τῶν τοῦ κόσμου τερπνῶν,
     πρὸς χαμαιζηλίαν».


     Για να υψωθεί όμως η καρδιά μας, πρέπει διηνεκώς να θεωρεί τα υψηλά, η ίδια να είναι λεπτή και ελαφριά. Να μη συλλογίζεται τα γήινα που την κάνουν βαριά και την κολλούν στη βρωμερή λάσπη. Αλλά ούτε και η φύση της καρδιάς δικαιολογεί να είμαστε «βαρυκάρδιοι» (Ψαλμ. 4, 3)· γιατί, κατά τη γνώμη των ειδικών, η καρδιά έχει κλειστό το κάτω μέρος και πλατύτερο το επάνω επίτηδες, για να είναι: προς μεν τη γη στενή και κλεισμένη, προς δε τον ουρανό ανοιχτή και πλατιά. Σε διευκολύνει λοιπόν, αδελφέ μου, (αυτή η φυσιολογία της καρδιάς) να τη διατηρήσεις καθαρή και προς τον ουρανό «ἀεὶ βλέπουσα». Θυμήσου και το λόγο του αγίου Μαξίμου, για να στηρίζεσαι: «Καρδία ἐστὶ καθαρά, ἡ παντάπασιν ἀνείδεον τῷ Θεῷ καὶ ἀδιαμόρφωτον παραστήσασα τὴν μνήμην καὶ μόνοις τοῖς αὐτοῦ ἕτοιμον ἐνσημανθῆναι τύποις, δι’ ὧν ἐμφανὴς πέφυκε γίνεσθαι».


     «Γι’ αυτό», σε συμβουλεύει και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «μην αφήνεις την καρδιά σου να θέλγεται και να γλυκαίνεται στα πράγματα αυτού του κόσμου. Μην αγαπάς τη ματαιότητα· μη ζητάς το ψέμα· μην παίρνεις την παρούσα ζωή για μεγάλο πράγμα και ξεχνάς έτσι την αιώνια· μη φανταστείς πως είναι ευτυχία η πρόσκαιρη δόξα και η εξουσία· και, μ’ ένα λόγο, ας μην τραβήξει την καρδιά σου κανένα πράγμα από τα τερπνά και τα ηδονικά αυτού του κόσμου· γιατί όλ’ αυτά είναι σαν κουρνιαχτός που τον σκορπίζει ο άνεμος και σαν καπνός που τον διαλύει ο αγέρας· σαν ένα όνειρο που τρεμοπαίζει και σαν μια σκιά που δε μπορείς να την κρατήσεις στα χέρια σου». Η μεγάλη ευτυχία και ηδονή για τον πνευματικό άνθρωπο είναι ο έρωτας της καρδιάς του προς τον Χριστό. Αυτή είναι η ηδονή που δε σβήνει: «Αυτή κάνει τον άνθρωπο μετάρσιο· αυτή απαλλάσσει τη ψυχή από τη βαρύτητα του σώματος· αυτή δίνει φτερά προς τον ουρανό και κάνει τον άνθρωπο νά ναι ψηλότερος απ’ όλα τα βιοτικά· αυτή, τέλος, τον γλυτώνει και από την κακία», κατά τον Ιερό Χρυσόστομο.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ



[Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
κεφ. Ε΄, §7, σελ. 461, 465–469,
Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 19844.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου