Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

«ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΔΕΣΠΟΙΝΑ!... ΜΗ Μ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ!...»

«ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΔΕΣΠΟΙΝΑ!...
ΜΗ Μ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ!...»


[Απόσπασμα από το βίο 
της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας 
του πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου (560–638). 
Η οσία διηγείται στον αββά Ζωσιμά τη ζωή της…]

     «Αδελφέ μου, εγώ είμαι από την Αίγυπτο. Έφτασα δώδεκα χρονών και, αν και είχα γονείς, αδιαφορώντας γι’ αυτούς, τους παράτησα και ήρθα στην Αλεξάνδρεια.«
     »Για περισσότερα από δεκαεφτά χρόνια –συγχώρα με!– ήμουν για τον κόσμο μια ολοφάνερη πρόκληση της λαγνείας. Μοναδική μου επιθυμία ήταν να κάνω έρωτα αχόρταγα και χωρίς τελειωμό και να κυλιέμαι στο βούρκο της αμαρτίας.«


     »Έφτασα στα Ιεροσόλυμα μαζί με άλλους προσκυνητές. Χρήματα δεν είχα. “Έχω το κορμί μου και ας πάρουν αυτό αντί για ναύλα”, είπα. Και σε κάποιους νεαρούς γύρισα και είπα: “Πάρτε με μαζί σας, όπου κι αν πηγαίνετε, και δεν θα το μετανιώσετε!”. Ξεστόμισα κι άλλα, ακόμη πιο βρώμικα λόγια, και όλοι τους ξέσπασαν σε γέλια. Δεν έμεινε ακολασία που να μπορεί ή να μη μπορεί να την ξεστομίσω και να μη τους τη δασκάλεψα.«
     »Με τέτοιες ασχολίες φτάσαμε τελικά στα Ιεροσόλυμα. Τις μέρες που πέρασα στην πόλη πριν τη γιορτή (της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου), τις ξόδεψα με τον ίδιο τρόπο και ακόμα χειρότερα, γιατί μαγάρισα πολλούς άλλους ντόπιους και ξένους.«


     »Όταν έφτασε η αγία γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού, έφτασα στην αυλή του ναού πάνω στην ώρα ακριβώς της θείας Ύψωσης. Μόλις πάτησα το κατώφλι της εισόδου του ναού και ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ελεύθερα, εμένα κάποια θεία δύναμη με σταματούσε, απαγορεύοντάς με να τη διαβώ.«
     »Τρεις ή τέσσερις φορές αποπειράθηκα μόνη μου να διαβώ το κατώφλι, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Κατέφυγα σε μια γωνιά του αυλόγυρου του ναού και μόνο τότε συνειδητοποίησα την αιτία (η οποία ήταν η αμαρτωλή και άσωτη ζωή μου) που μου έφραζε τη θέα του Τιμίου και Ζωοποιού Ξύλου.«


     »Άρχισα να κλαίω σπαραχτικά, να οδύρομαι και να θρηνολογώ. Καθώς χτυπιόμουν, βλέπω πίσω μου τη μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου (ήταν η εικόνα της Παναγίας, η οποία ήταν αναρτημένη πάνω στον τοίχο του ναού).«


     »Προσπέφτω σ’ αυτή και της λέω:
     »“Παναγία μου Δέποινα, εσύ που γέννησες το Σώμα του Θεού Λόγου, το ξέρω, είναι παράλογο, εγώ η βρώμικη και γεμάτη πάθη να σηκώνω τώρα τα μάτια στη μορφή σου, την παντοτινά παρθενική και αγνή, σε σένα που, σώμα και ψυχή, τα έχεις άσπιλα και αμόλυντα. Έχεις δίκιο να με μισείς και να σιχαίνεσαι εμένα τη μαγαρισμένη. Αλλά έχω ακουστά ότι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έγινε ο Θεός, που γέννησες, άνθρωπος, για να καλέσει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Βοήθησέ με κι εμένα, την έρημη και μόνη. Πρόσταξε ν’ αντικρίσω το Ξύλο που πάνω του σταυρώθηκε ο Θεός, ο Γιος σου, που έδωσε το ίδιο Του το αίμα για χάρη μου. Όρισε, Κυρία μου, να ξεσφραγιστεί για μένα η πόρτα προς τη θεία προσκύνηση του Σταυρού· κι εγώ, στο Θεό που γέννησες, σε ορίζω από ’δω και πέρα αξιόπιστη Εγγυήτρια, ότι ποτέ πια δεν θα προσβάλλω το σώμα μου με βρώμικο σμίξιμο. Μόλις δω το Ξύλο του Σταυρού του Γιου σου, θα εγκαταλείψω αμέσως τους ανθρώπους και τα εγκόσμια και θα πάω εκεί όπου εσύ, σαν Εγγυήτρια της σωτηρίας μου, θα με καθοδηγήσεις και θα με πας”.«


     »Έτσι απολογήθηκα και αφού πήρα σαν επιβεβαίωση τη φλόγα της πίστης, αναθάρρησα νιώθοντας την ευσπλαχνία της Θεοτόκου. Αξιώθηκα ν’ αντικρίσω τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό. Είδα τα μυστήρια του Θεού κι ένιωσα πόσο είναι στ’ αλήθεια πρόθυμος Αυτός να δεχτεί τη μετάνοια των ανθρώπων. Σωριάστηκα στο άγιο έδαφος και το προσκύνησα. Βγήκα, μετά, τρέχοντας για να πάω σ’ εκείνη που εγγυήθηκε για μένα. Στον τόπο που συντάχθηκε το συμφωνητικό της εγγύησης.«


     »Γονάτισα μπροστά στην Αειπάρθενο Κυρία Θεοτόκου και προσευχήθηκα:
     »“Σπλαχνική Παναγία μου, μου έδειξες το έλεός σου και δεν σιχάθηκες την παράκληση, εμού της ανάξιας. Είδα τη δόξα του Θεού που, δίκαια, δεν βλέπουμε εμείς οι άσωτοι. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός που δέχεται τις πρεσβείες σου για τη μετάνοιά μας. Τι περισσότερο έχω, εγώ η αμαρτωλή, να σκεφτώ ή να ξεστομίσω; Δέσποινα Θεοτόκε, είναι καιρός να πραγματοποιηθεί η συμφωνία που κάναμε. Οδήγησέ με τώρα όπου προστάζεις. Γίνε δάσκαλος και καθοδηγητής μου στο δρόμο της μετάνοιας”.«


     »Ψελλίζοντας, αφουγκράστηκα μια φωνή να μου λέει από μακριά:
     »“Αν διαβείς τον Ιορδάνη, θα βρεις την ανάπαυση”.«
     »Πίστεψα ότι αυτή η φωνή απευθυνόταν σ’ εμένα και με ολοφυρμούς αναβόησα προς την Παναγία: “Δέσποινα, Δέσποινα! Μη μ’ εγκαταλείπεις! Και μη μ’ απαρνιέσαι, εμένα την κριματισμένη!”.«
     »Και, τότε, βγήκα από τον περίβολο της εκκλησίας και απομακρύνθηκα βιαστικά.«


     »Νομίζω ότι έχουν περάσει σαράντα εφτά χρόνια, από τότε που έφυγα από την Αγία Πόλη. Πίστεψέ με, αββά, συνέχισε εκείνη, δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια πλανιέμαι σ’ αυτή την έρημο και πάλεψα με άνομες επιθυμίες σαν με θηρία ανήμερα, χύνοντας ποτάμια δάκρυα. Φανταζόμουν πως ήμουν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου –της Αναδόχου μου– και έκλαψα πικρά ικετεύοντάς την να διαλύσει τις επιθυμίες που με πολιορκούσαν. Όταν χόρταινα το κλάμα και το μοιρολόγι, έβλεπα μια λάμψη να περιχύνεται γύρω μου· μετά την τρικυμία, ερχόταν η γαλήνη. Συνέβαινε να περάσω μια νύχτα και μια μέρα πεσμένη εκεί στο χώμα και δεν ανασηκωνόμουν πριν να με σκεπάσει στοργικά με τη λάμψη του εκείνο το γλυκό φως, που σκόρπιζε τους τυραννικούς λογισμούς μου. Είχα συνέχεια τα μάτια της σκέψης μου στραμμένα προς την Εγγυήτριά μου, ικετεύοντάς την να με βοηθήσει, εμένα που παράδερνα μέσα στο πέλαγος της ερήμου και την είχα βοηθό και συμπαραστάτη στη μετάνοιά μου. Έτσι, κύλισαν δεκαεφτά χρόνια, παλεύοντας με μύριους κινδύνους. Από τότε και μέχρι σήμερα, η Κυρία Θεοτόκος Μαρία, είναι βοηθός μου σε όλα και με καθοδηγεί στο κάθε τι».


     Έλεγε ο μακαριστός Αγιοπαυλίτης Καθηγούμενος π. Ανδρέας (1904–1987) για τη μνήμη Θεού, παίρνοντας τρανό παράδειγμα από το θαυμαστό βίο της Οσίας Μαρίας: «Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία είδε μία φορά την εικόνα της Παναγίας που δεν την επέτρεψε να μπει στο ναό, και αυτή η μνήμη της εικόνας την ενίσχυε για σαράντα χρόνια μόνη της στην έρημο. Εμείς θέλουμε να δούμε το ένα και το άλλο και πάλι δεν έχουμε μνήμη Θεού».



[(1) Αρχιμ. Θεοφύλακτου Μαρινάκη:
«Γεροντικό της Παναγίας»,
μέρος 2ο, κεφ. 5ο, σελ. 317–319,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20012.
(2) Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων:
«Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας»,
κεφ. Ιη΄–Κε΄ και Κη΄–Κθ΄,
σελ. 56–69 και 72–75,
Έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα,
Άγιον Όρος, 19965.
(3) «Από την ασκητική και ησυχαστική
Αγιορειτική Παράδοση»,
μέρος 1ο, Συναξάριο Ιζ΄, σελ. 208–210,
Άγιον Όρος 20111.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση
κειμένων: π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου