Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΠΑΠΑ–ΔΑΝΙΗΛ

Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΠΑΠΑ–ΔΑΝΙΗΛ


     Από τα πρώτα βήματα του ξεκινήματός του, ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897–1959), νοσταλγούσε τη συνάντηση με κάποιον πνευματικό πατέρα· μ’ έναν άνθρωπο πνευματικό, με όλη τη σημασία της λέξης, με την κατάλληλη πείρα, ο οποίος να μπορεί να τον διδάξει και να τον οδηγεί σ’ αυτή την τόσο λεπτή και μυστηριώδη ζωή του Πνεύματος και, παρ’ όλες τις απογοητεύσεις του, καθώς ο ίδιος μας έλεγε, δεν έπαυε από το να τον αναζητά και να ελπίζει να τον βρει. Υπήρχε τότε και η φήμη για κάποιους ασκητές που ήταν αθέατοι στους πολλούς, που ζούσαν άγνωστοι και παρουσιάζονταν ενίοτε σε ορισμένους πάλι πνευματικούς λειτουργούς και κοινωνούσαν. Αυτό για πολύ καιρό έγινε πρόβλημα και πειρασμός για τους γέροντες της εποχής, γιατί προσπαθούσαν και ερευνούσαν αδιάκοπα μήπως και τους συναντήσουν. Προσπαθώντας επίμονα, περιήλθαν όλα τα σπήλαια και τις καλύβες και ό,τι άλλο ίχνος παλαιάς κατοικίας ή τόπου, που να μαρτυρούσε ότι κάποτε κάθισε εκεί ασκητής.

     Στο Κάθισμα του Αγίου Πέτρου, μετά από τα Κρύα Νερά, στην περιφέρεια της Μεγίστης Λαύρας, ησύχαζε τότε ο περίφημος παπα–Δανιήλ. Δεν έβγαινε από τη μάνδρα του και αγωνιζόταν στην αγρυπνία και την ευχή, λειτουργώντας καθημερινά. Φύση σιωπηλή και απράγμων, που ακολουθούσε τελείως διαφορετικά προγράμματα ζωής. Δεν είχε επισκέπτες κι ούτε δεχόταν εύκολα στις ώρες της ησυχίας και της προσευχής του και, ιδίως στη Λειτουργία, που συνήθως γινόταν κατά το μεσονύκτιο. Ο Γέρων Ιωσήφ διαπίστωσε την πνευματικότητα του περιβάλλοντός του και την αγιότητα αυτού του Γέροντα και τον παρακάλεσε να τους επιτρέψει πότε–πότε να λειτουργούνται εκεί σ’ αυτόν, μια και κάθονταν στον Άγιο Βασίλειο που δεν απείχε πάρα πολύ και να εξομολογούνται σ’ αυτόν. Και ο Γέροντας Δανιήλ δέχθηκε την παράκλησή τους.


     Έγραφε γι’ αυτόν ο Γέροντας Ιωσήφ:
     «Ο πιο θαυμαστός απ’ όλους ήταν ο παπα–Δανιήλ, που ζούσε στον Άγιο Πέτρο και ήταν μιμητής του Μεγάλου Αρσενίου· άκρως σιωπηλός, έγκλειστος και εφ’ όρου ζωής λειτουργός. Εξήντα χρόνια πέρασαν και μια μέρα δεν εννοούσε ν’ αφήσει τη θεία ιερουργία. Και τη Μεγάλη Σαρακοστή, όλες τις μέρες έκαμνε Προηγιασμένες. Και μέχρι την τελευταία του μέρα, αν και υπέργηρος, τελειώθηκε δίχως ασθένεια. Η Λειτουργία του κρατούσε τρεις με τέσσερις ώρες, γιατί δεν μπορούσε από την κατάνυξη να δώσει τις εκφωνήσεις. Από τα δάκρυα μούσκευε πάντα το χώμα μπροστά του. Γι’ αυτό το λόγο δεν ήθελε κανέναν ξένο να βρίσκεται στη Λειτουργία του και να βλέπει την εργασία του. Εμένα όμως με δεχότανε, επειδή τον παρακάλεσα με πολλή θέρμη. Και κάθε φορά που πήγαινα, βαδίζοντας για τρεις ώρες μες τη νύχτα προκειμένου να παρασταθώ σ’ αυτή την πραγματικά φρικώδη του θεία παράσταση, βγαίνοντας από το Ιερό μού λεγε ένα–δυο λόγια και ευθύς αμέσως μέχρι την άλλη μέρα κρυβότανε. Αυτός για όλη του τη ζωή είχε τη νοερά προσευχή και την ολονύκτια αγρυπνία. Από αυτόν πήρα την τάξη που έχω και βρήκα μεγάλη ωφέλεια. Έτρωγε εικοσιπέντε δράμια ψωμί τη μέρα και ολόκληρος γινόταν μετέωρος κατά τη Λειτουργία του. Κι αν δεν γινόταν λάσπη το έδαφος από τα δάκρυα, δεν τελείωνε Λειτουργία».


     Γι’ αυτόν τον μεγάλο Γέροντα, τον παπα–Δανιήλ έπρεπε κάποιος άλλος να γράψει πολλά, γιατί εμείς πολύ λίγα γνωρίζουμε. Εδώ θα πούμε μερικά για να μη ξεχαστεί το σεβαστό του όνομα, γιατί είναι από τους ήρωες του Αθωνικού πολιτεύματος και μάλιστα σύγχρονός μας. Φύση, καθώς προαναφέραμε, ήσυχη και σιωπηλή, με σύνδρομη την ταπείνωση, ήθελε πάντοτε να κρύβεται και να είναι αφανής, πράγμα συνηθισμένο στους αληθινούς Μοναχούς. Πάντοτε εγκρατής, δεν κατέλυε λάδι σχεδόν ποτέ, αλλά έτρωγε μόνο μια φορά τη μέρα αλάδωτα βρασμένα όσπρια κατά την ενάτη βυζαντινή ώρα. Αγρυπνούσε κάθε νύχτα ευχόμενος μόνος του και πριν τα μεσάνυχτα πήγαινε στην εκκλησία, όπου διάβαζαν ένα μικρό μέρος της ακολουθίας, ιδίως Καθίσματα από το Ψαλτήρι, για την ετοιμασία της Προσκομιδής. Μετά τα μεσάνυχτα άρχιζε η Λειτουργία, η οποία γινόταν με πολλή βραδύτητα και κατάνυξη. Συχνά, από τα δάκρυα και την κατάνυξη, όταν εκφωνούσε τις ευχές διέκοπτε τη συνέχεια και, έτσι, πολλές φορές, μόνο η Λειτουργία έφτανε να διαρκεί μέχρι και τέσσερις ώρες. «Πολλές φορές», μας έλεγε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, «τον πιέζαμε να μας πει κάτι σαν ομιλία πνευματική και ο ίδιος απέφευγε, προβάλλοντας σαν πρόφαση το λόγο της Οσίας Συγκλητικής, υπονοώντας μ’ αυτόν το πάθος της κενοδοξίας, λέγοντάς μας ότι, “ο λύχνος όταν καίει, τους άλλους μεν φωτίζει, καίει όμως τα δικά του χείλη”».


     Άλλος ευλαβής αδελφός από τη Νέα Σκήτη μάς είπε γι’ αυτόν τον άγιο Γέροντα Δανιήλ ότι κάποτε τον επισκέφθηκαν φιλικά με τον γέροντά του, γιατί ήσαν από παλιά γνωστοί. «Εγώ», μας είπε αυτός ο Νεοσκητιώτης αδελφός, «ήμουν κοσμικός και μόλις είχα έρθει στο Όρος, αφού τελείωσα πρώτα το στρατιωτικό. Μόλις πλησιάσαμε, τον χαιρέτησε ο γέροντάς μου με μετάνοια και μετά μου ένευσε σιωπηλά ο γέροντάς μου να κάμω κι εγώ το ίδιο. Πλησίασα, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε με τ’ όνομά μου: “Καλώς ήρθες, Στέργιο! Καλά έκαμες κι ήρθες στο Περιβόλι της Παναγίας μας, κοντά στον γέροντα Νεόφυτο· κάθισε κι έχε υπομονή και σε λίγο θα έρθει κι ο Νίκος για να μένετε μαζί”. Ο Νίκος, ήταν ο κατά σάρκα μικρότερος αδελφός μου και είχαμε χωρίσει, καθότι ήμασταν ορφανά από χρόνια και αγνοούσαμε τελείως πού μένει ο καθένας, γιατί εγώ ξενοδούλευα στη Λειβαδιά και μετά πήγα στρατιώτης, ο δε Νίκος έφυγε από μικρός στην Αθήνα και δούλευε στα αρτοποιεία. Τότε γύρισε ο παπα–Δανιήλ στον γέροντά μου και τον ενθάρρυνε να μας κρατήσει και φώναξε τον υποτακτικό του Αντώνιο να μας κάνει τσάι και σε μένα, τον Στέργιο, να βάλει πολλή ζάχαρη. Κάποτε ήρθε το τσάι, αλλά το δικό μου εκ πρώτης όψεως είχε άσχημη θέα, σαν να είχε πέσει μέσα του καπνιά. Όταν το γεύτηκα, έκανα κάποιο αποτροπιασμό και τ’ άφησα κάτω. Τότε με ρώτησε ο Γέροντας Δανιήλ: “Είναι ωραίο το τσάι, Στέργιο;”. “Όχι, Γέροντα!”, του αποκρίθηκα πειραγμένος· “Καπνιά έπεσε από το τζάκι κι είναι σαν δηλητήριο!”. Τότε βρήκε την κατάλληλη αφορμή να με διδάξει το νόημα της μοναχικής ζωής που διάλεξα να ζήσω. “Όχι, παιδί μου”, μου λέει, “δεν έπεσε καπνιά, αλλά είναι άγρια βελανίδια του δάσους που είναι πικρά και στυφά και συμβολίζουν την αγωνιστικότητα της ζωής μας εδώ, που θα φαίνεται σαν να έχει πικρία και, έτσι, θα μας γλυκάνει ο Κύριος στη Βασιλεία Του”. Αυτά τα λόγια του τα θυμάμαι πάντοτε, σαν να μου τα είπε χτες. Όσο για τον αδελφό μου, πράγματι, ήρθε μετά από δυο χρόνια και ζήσαμε ισόβια στο ίδιο καλύβι που πήγαμε από την αρχή μέχρι και μετά το θάνατο του γέροντά μας». Αυτοί ήταν οι αυτάδελφοι Κύριλλος μοναχός και Νεόφυτος ιερομόναχος, συνοδεία του Νεόφυτου του ξυλογλύπτη από την Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, στη Νέα Σκήτη.


     Τόσο πλούσια κατοικούσε η Χάρη στη ψυχή του παπα–Δανιήλ, που γνώριζε με λεπτομέρεια και με ακρίβεια τα μακρινά και άγνωστα πράγματα. Στο τέλος του, όπως μας είπε ο Γέροντας Ιωσήφ, παρόλο που είχε γεράσει και δεν μπορούσε να στέκεται μόνος του, εντούτοις δεν διέκοψε την ασκητική του δίαιτα. Την τελευταία μέρα πριν την αναχώρησή του, ζήτησε να τον κρατήσουν να σταθεί και να βγει μέχρι έξω στην αυλή τους. Κι όταν με κόπο βγήκε, γύρισε και είδε γύρω του και ψηλά και στέναξε ελαφρά λέγοντας: «Μάταιος κόσμος· τα πάντα ματαιότητα!». Και σιγάσιγά πάλι γύρισε στο στρώμα του. Μετά από λίγες ώρες έφυγε για τον Ουρανό, που τόσο αγάπησε και που τόσο κόπιασε γι’ αυτόν. Εκοιμήθη γύρω στο 1929, σε ηλικία περίπου 75 ετών. 
     Αυτά, για τον οσιώτατο Γέροντα παπα–Δανιήλ.


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
(1921–2009)



[(1) Γέροντος Ιωσήφ:
«Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
(Αγώνες–Εμπειρίες–Διδασκαλίες)»,
–Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 1–
μέρος 1ο, κεφ. 7ο, σελ. 44–47,
Έκδοσις Ιερά Μονή Βατοπαιδίου,
Άγιον Όρος, 19904.
(2) Γέροντος Ιωσήφ:
«Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας»,
Επιστ. 11η και 37η, σελ. 91 και 225,
Έκδοσις Ιεράς Μονής Φιλοθέου,
Άγιον Όρος, 19924.
(3) Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ
ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,
2ο μέρος, κεφ. β΄, σελ. 64–66,
Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου,
Αριζόνας ΗΠΑ, 20081.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου