Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Η ΦΙΛΟΘΕΪΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ–ΣΙΜΩΝΑ

Η ΦΙΛΟΘΕΪΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ–ΣΙΜΩΝΑ


     «Το Μοναστήρι είναι σχολείο. Όσο μένει κανένας και, εφόσον το θέλει, όλο και κάτι μαθαίνει από αυτά που ακούμε στην εκκλησία, που διαβάζουμε στην τράπεζα, από αυτά που λένε οι μεγαλύτεροι και οι γεροντότεροι. Και τίποτε να μην κάνει κανείς, και μόνο που μένει στο Μοναστήρι, είναι καλύτερα από τον κόσμο. Δεν άκουσες αυτό που λένε για έναν μοναχό, που καθόταν πάνω σ’ ένα βράχο στην Αγία Άννα; Περνούσε από ’κει ο πειρασμός και αποφάσισε να πειράξει τον μοναχό και του λέγει: “Τι κάνεις εσύ εδώ και κάθεσαι; Έκανες καμιά προκοπή;”. “Τίποτε δεν έκανα και ούτε κάνω! Μονάχα κουνάω τα πόδια μου για την αγάπη του Χριστού”, του λέγει ο μοναχός, ο οποίος, μόλις είδε τον πειρασμό να τον πλησιάζει, άρχισε να κουνάει τα πόδια του στον αέρα πέρα-δώθε. Ο πειρασμός ντροπιάστηκε και έγινε άφαντος.«
     »Άκουσες το άλλο για τον Μέγα Αντώνιο; Όταν ο Μέγας Αντώνιος αποφάσισε να πάει να κηρύξει στον κόσμο, ρώτησε τους συνασκητές του και αυτοί του είπαν: “Εδώ που κάθεσαι, είσαι ο Μέγας Αντώνιος. Αν πας στον κόσμο, θα μείνεις μόνο Αντώνιος”. Το λέει και το πατερικό, ότι ο μοναχός είναι σαν το ψάρι. Το ψάρι μπορεί να ζήσει στη στεριά; Όχι. Έτσι, ούτε ο μοναχός μπορεί να ζήσει στον κόσμο. Βλέπεις, ο κόσμος έχει άλλες συνήθειες.«


     »Ένας άλλος μοναχός δεν έκανε τίποτε παρά μόνο φαγητό, ποτό και σεργιάνι. Αυτή ήταν η ζωή του. Όλοι τον είχαν για κολασμένο. Όταν όμως ήλθε η ώρα και ήταν κοντά στο θάνατο, ήταν χαρούμενος. Τότε άκουσε μια φωνή που έλεγε: “Επειδή δεν κατέκρινε κανένα, θα πάει στον Παράδεισο!”. Μεγάλο πράγμα αυτή η κατάκριση. Επειδή δεν κατέκρινε, μόνο γι’ αυτή του την αρετή, πήγε στον Παράδεισο. Βλέπεις, άμα κατακρίνεις, παίρνεις την εξουσία του Θεού. Ο Θεός θα κρίνει τον κόσμο, όχι εμείς.«
     »Ο Μέγας Κωνσταντίνος πήγαινε πρωί-πρωί στην εκκλησία. Μαζί του ήταν παπάδες, δεσποτάδες, διάκοι. Στον δρόμο, βλέπει δύο που αμαρτάνανε. Βγάζει τότε τον χιτώνα του και τους σκεπάζει. Οι άλλοι που ήσαν μαζί του, του είπαν: “Τι κάνεις εκεί; Αντί να τους τιμωρήσεις, τους σκεπάζεις;”. “Τους σκεπάζω, για να με σκεπάσει κι εμένα ο Θεός!”, απάντησε ο Μέγας Κωνσταντίνος…».     


     –Πού τα μαθαίνεις όλ’ αυτά (τα πνευματικά που μας λες); ρωτούσαμε τον παπα-Σίμωνα (1911–1997).
     –Ένα από ’δω, τ’ άλλο από ’κει, διαβάζω και κάτι, όλο και κάτι μαθαίνω, ήταν η απάντησή του. Και συνέχισε: Να, σήμερα ο ημεροδείκτης έγραφε ένα πολύ σπουδαίο. Ο Μέγας Βασίλειος, έλεγε ότι κάθε εκκλησία έχει κι έναν άγγελο· και όσοι μπαίνουν νηστικοί να προσευχηθούν τους σημειώνει, όσοι όμως είναι χορτάτοι δεν τους γράφει. Θέλει προσοχή η υπόθεση. Να μη χάσουμε για το φαΐ τα πνευματικά. «Κούφια η ώρα που τ’ ακούει»! Τι, να πει κανείς; Υπομονή, υπομονή! Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον!...

     Όλα αυτά δείχνουν ότι ο παπα-Σίμων όλα τα χρόνια που έμεινε στο Μοναστήρι –κοντά εξήντα πέντε– ζυμώθηκε με όλα όσα άκουγε και έβλεπε και έπραττε αναλόγως, έτσι που ο θησαυρός της καρδιάς του καθάρισε και αυξήθηκε και, ό,τι έβγαινε από μέσα του, ήταν λόγος θεϊκός, παρηγορητικός, συμβουλευτικός, αληθινός, φιλάνθρωπος, ευγενικός, πνευματικός και ενισχυτικός. Πάντα είχε κάτι καλό να πει· δεν μπορούσες να του «χαλάσεις» τον λογισμό, όσο κι αν προσπαθούσες. Πάντα θά ’βρισκε μια παροιμία, ένα αγιογραφικό, ένα πατρικό χωρίο και θα ξέφευγε: «Αντί να πεις “κακο-Γιάννης”, πες “καλο-Γιάννης”», έλεγε.


     Το μεγαλείο του παπα-Σίμωνα ήτανε καθημερινό. Η κάθε μέρα του μπορεί να φαινόταν μονότονη, αλλά ήταν πλούσια σε καρποφορία. Το πρωινό ξύπνημα και την ετοιμασία του για τον ναό ακολουθούσε το ξύπνημα των γειτόνων του για την ακολουθία –ένας από τους οποίους ήμουν κι εγώ–, το πέρασμα από το μαγειρείο για το ημερήσιο πρόγραμμα εργασίας, αφού βοηθούσε στην ετοιμασία και στη συνέχεια έμπαινε στον ναό, που πραγματικά ήτανε ο χώρος του και στον οποίο κινούνταν πολύ φυσικά και άνετα. Το προσκύνημα των εικόνων ήταν πραγματικό καλημέρισμα στους αγίους. Όταν, τα πρώτα χρόνια, βοηθούσε τους νέους να μάθουν το Τυπικό, πήγαινε και ετοίμαζε τα βιβλία. Έπειτα, καθόταν στη θέση απέναντι από τον τυπικάρη. Διακριτικά, πάντα κάτι θα έλεγε, αν κάτι δεν γινόταν καλά. Στο τέλος, κράτησε στον νάρθηκα το πρώτο–τελευταίο στασίδι. Πρόσεχε τα πάντα στην ακολουθία και δεν του ξέφευγε τίποτε. Ένα «αμήν» να ξεχνούσε ο διαβαστής, αυτός το συμπλήρωνε από τη θέση του.

     Από τον ναό πήγαινε στο κελί του, έπαιρνε ένα ζεστό καφέ ή ρακί αν ήταν χειμώνας και για λίγο ξεκουραζόταν. Όσο ζούσε ο γερο-Κάλλιστος (ως τις 13-2-1978), τον φρόντιζε με πολλή αγάπη, σεβασμό, σοβαρότητα, υπομονή, ανοχή και αλόγιστα. «Θα γεράσουμε κι εμείς!», έλεγε. Αυτός ήταν τότε εξήντα πέντε χρονών και ο γερο-Κάλλιστος ενενήντα πέντε. Μετά, πήγαινε στην Παράκληση, κατόπιν στην τράπεζα και ύστερα στο διακόνημα μέχρι την ώρα του εσπερινού.

     Μετά τον εσπερινό, τον ελεύθερο χρόνο, έκανε παρέα στα γεροντάκια. Καθόταν στην απλωταριά και συζητούσε με τους πατέρες, μάλλον άκουγε και συμφωνούσε ή θαύμαζε γι’ αυτά που λέγανε ή καθάριζε φλαμούρι, βότανα, φουντούκια, κ.λπ. Τέλος, μετά τη δύση του ηλίου, έμπαινε στο κελί του, διάβαζε, προσευχόταν, διάβαζε όσα κατά τη γνώμη του παραλείψαμε στις ακολουθίες, διάβαζε ονόματα, έψελνε, έφτιαχνε χωνάκια, όπου έβαζε φουντούκια που είχε ετοιμάσει τη μέρα για να δίνει ευλογία. Είχε πάρει σχετική ευλογία γι’ αυτό και έπαιρνε διπλή ή τριπλή μερίδα φουντουκιών στην κουμπάνια του μήνα.

     Απλή μέρα, αλλά γεμάτη φιλοθεΐα, φιλαδελφία, φιλανθρωπία, ανεξικακία, υπομονή, αγάπη, χαρά, ταπείνωση. Πώς μπορεί λοιπόν μια τέτοια μέρα να είναι μονότονη και ανιαρή;


     Αυτές τις μέρες που γράφω αυτά, διάβασα στον «Περί του κατά Θεόν σκοπού» λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης το εξής, που μου έκανε εντύπωση: «Η απλότητα δίνει τη σκυτάλη στην υπομονή, η υπομονή στην πίστη, αυτή στην ελπίδα, η ελπίδα στη δικαιοσύνη, κι εκείνη στη διακονία και αυτή στην ταπεινοφροσύνη. Απ’ αυτήν, πάλι, παίρνοντάς την στη συνέχεια η πραότητα, την παραδίδει στη χαρά, η χαρά στην αγάπη και η αγάπη στην προσευχή…». Αυτά για μένα είναι λόγια ενός αγίου, στη ζωή όμως του παπα-Σίμωνα ήταν καθημερινό βίωμά του, χωρίς ίσως ο ίδιος να το καταλαβαίνει. Αλλά όλοι εμείς το νιώθαμε, το χαιρόμασταν και παραδειγματιζόμασταν. 

     Αν έχεις κάτι, ίσως δεν του δίνεις τη σημασία που του αξίζει. Όταν όμως το χάσεις, τότε θυμάσαι ακόμη και τις λεπτομέρειες, διότι αυτές πολλές φορές ομορφαίνουν τη ζωή. Τέτοιες λεπτομέρειες ακολουθούν για το κάθε χάρισμά του, αρχίζοντας από τη φιλοθεΐα του.

     Ο παπα-Σίμων αγαπούσε τον Θεό. Πίστευε σ’ Αυτόν με την απλή πίστη ενός παιδιού, αυτή που ζητά ο Χριστός. Ο ζήλος του Οίκου του Θεού τον κατέτρωγε καθημερινά. Αν ήθελες να τον τιμωρήσεις, η μεγαλύτερη τιμωρία θα ήτανε να μην τον αφήσεις να πάει στον ναό. Όταν κατέπεσε λόγω γήρατος και δεν μπορούσε να βρίσκεται στον ναό, η μεγάλη του παρηγοριά ήταν ότι μπορούσε, μέσω ειδικής συσκευής, να παρακολουθεί την ακολουθία και να συμμετέχει σιγοψέλνοντας και ο ίδιος.


     Αγαπούσε τα Τυπικά. Τα τηρούσε με μεγάλη προσοχή, ευλάβεια και προσπάθεια. Προσπάθησε μάλιστα να τα μεταδώσει και σ’ εμάς τους νεώτερους. Στα δύσκολα χρόνια της λειψανδρίας, αυτός μαζί με τον μακαριστό παπα-Νεόφυτο, «κράτησαν» τον ναό. Εκείνος ως εφημέριος-προσφοράρης και ο παπα-Σίμων ως Εκκλησιαστικός, τυπικάρης, ψάλτης, διαβαστής, κολλυβάς. Τα κάνανε όλα. Ο χρόνος γι’ αυτούς δεν μετρούσε.

     Μια φορά, ήτανε κι οι δυο τους στον ναό· και στην Έκτη Ωδή ο παπα-Νεόφυτος έκανε την αίτηση. Απάντηση όμως δεν πήρε. Περίμενε να διαβάσει ο παπα-Σίμων το Κοντάκιο και το Συναξάρι, αλλά τίποτε. Βγήκε έξω για να δει τι συμβαίνει. Τη στιγμή εκείνη, έμπαινε στον ναό ο παπα-Σίμων. «Πού είσαι, ευλογημένε;», τον ρώτησε. «Πήγα να σημάνω το σιδεράκι για το Συναξάρι», του απάντησε. Τόση ακρίβεια!


     Ο παπα-Σίμων με πολλή ευγένεια έπειθε τον Γέροντα Αιμιλιανό για κάτι που ήθελε να γίνει στα Τυπικά. Πήγαινε, ξαναπήγαινε με τα φουντουκάκια, και ο Γέροντας επιβραβεύοντας την ευγένειά του, τη σταθερότητα του αιτήματος, την ευλάβειά του, του έκανε τα χατιράκια. Του έδιδε πραγματική χαρά, διότι ο παπα-Σίμων πολύ χαιρόταν μετά από κάθε τέτοιο «κατόρθωμα». Καμιά φορά ζητούσε και από τον τωρινό Γέροντα Ελισαίο «να βοηθήσει κι αυτός την κατάσταση» ως γείτονας, φίλος του και νέος Τυπικάρης. «Να φυλάμε τα Τυπικά, να μας φυλάει κι ο Θεός!», έλεγε πάντα και πρόσθετε: «Κάτι που δεν έφτιαξες εσύ, μη το χαλάς. Καλύτερα να πεις περισσότερα, παρά λιγότερα. Το περισσότερο δεν βλάπτει». Έλεγε ακόμη πως, «όποιος δεν κάνει υπακοή στον Τυπικάρη, κάνει στον πειρασμό».

     Όταν κάποτε του έκανε παρατήρηση ο Γέροντας, γιατί μιλούσε με τους πατέρες στον ναό, είπε με μεγάλη απλότητα: «Εμείς τέτοιο τυπικό δεν είχαμε». Ο χώρος του ναού ήταν ιερός, αλλά συγχρόνως ήταν και δικός του χώρος.


     Αγαπούσε τους αγίους όλους, αλλά είχε και τους «ειδικούς» για τις διάφορες αρρώστιες: τον άγιο Αντώνιο για τα δόντια, τον άγιο Αντύπα για τα σπασίματα (κήλες) και τον άγιο Μηνά για τα χαμένα. Τους έκανε κομποσχοίνι, τους άναβε κερί και φρόντιζε να έχει τις εικόνες τους στο κελί του.

     Κάποτε, ζήτησε από τον αδελφό που κολλούσε χάρτινες εικόνες σε ξύλο να κάνει και γι’ αυτόν μερικές: της Παναγίας, της αγίας Παρασκευής, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του αγίου Αντύπα. Μετά από λίγες μέρες που συνάντησε τον αδελφό, τον ρώτησε αν τις έκανε. «Ναι», του απαντά αυτός, «αλλά θέλω να μου πεις· γιατί τις θέλεις; Γιατί διάλεξες αυτούς τους αγίους;». «Ε, να, η Παναγία να μας φυλάει στον τόπο της, η αγία Παρασκευή για τα μάτια και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ για τη ψυχή, όταν θά ’ρθει εκείνη η ώρα…».

     Είχε δηλαδή εικόνες, όχι μόνο για να ομορφαίνουν το κελί του, αλλά για να συζητά με τους εικονιζόμενους αγίους και να τους ζητά να ενεργούν τα χαρίσματά τους, όταν τους είχε ανάγκη. Αυτό τόνιζε ιδιαίτερα και ο Γέροντας Αιμιλιανός σ’ εμάς τους νεώτερους: «Να έχετε εικόνες αγίων, με τους οποίους έχετε πραγματικά μια σχέση μαζί τους». Για μας αυτό ήταν υπόδειξη του Γέροντα, αλλά για τον παπα-Σίμωνα μάθημα ζωής.


     Στον ναό παραλάβαμε να έχουμε οχτώ ακοίμητα κανδήλια. Ο παπα-Σίμων, για να μας παρακινεί να τα προσέχουμε και να τα έχουμε πάντα αναμμένα, έλεγε: «Στις Καρυές, ένας ασκητής είχε επτά κανδήλες στο καλύβι του πάντοτε αναμμένες και ποτέ δεν του έλειψε το λάδι· ενώ, ένας γείτονάς του, που είχε μόνο δύο κανδήλια, τα έσβηνε το βράδυ για οικονομία και το λάδι πάντοτε του έλειπε· και εδώ, ο γερο-Μελέτιος, όταν ήταν εκκλησιαστικός για δυο–τρία χρόνια, τα πρόσεχε πολύ. Πήγαινε και τη νύχτα ακόμη στον ναό για να μη του σβήσουν. Όσο αυτός τα πρόσεχε, το Μοναστήρι είχε λάδι». Αγαπούσε πολύ ο παπα-Σίμων τα ζητήματα του ναού και προσπαθούσε με το λόγο του να μας φιλοτιμήσει. «Πες-πες, κάτι μένει!», έλεγε.


     Κάποιοι αδελφοί, όταν δεν κοινωνούσαν, έπαιρναν το αντίδωρο κι έφευγαν. Ο παπα-Σίμων πολύ στενοχωριόταν γι’ αυτό. Κάποια φορά, γυρίζει και λέει σε κάποιον: «Κάτσε, πού πας; Γιατί φεύγεις;». «Δεν κοινώνησα εγώ, παπα-Σίμων», απαντά ο αδελφός. «Δεν πειράζει! Κάτσε ν’ ακούσεις· δεν λέει τίποτε το κακό. Καλά πράγματα λέει. Κι εγώ δεν κοινώνησα, αλλά κάθομαι και ωφελούμαι». 

     Η φιλοθεΐα για τον παπα-Σίμωνα ήταν καθημερινό βίωμα. Από το πρωί που θα ξεκινούσε από το κελί του, μέχρι το βράδυ που θά ’κλεινε την πόρτα του κελιού του, έβλεπε ενώπιόν του τον Θεό και προσπαθούσε να Τον δείχνει και σ’ εμάς…

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΜΥΡΩΝ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ


[Ιερομονάχου Μύρωνος:
«Σιμωνοπετρίτες Πατέρες
που βρήκαμε και αγαπήσαμε
(1973–1997)»
–Σιμωνοπετρίτικα 3–
κεφ. 10ο, σελ. 208–215,
έκδοσις
Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας,
Άγιον Όρος, Μάιος 20142.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου