Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΕΦΥΓΕ Ο ΚΥΡ–ΝΙΚΟΣ ΜΟΥ...

ΕΦΥΓΕ Ο ΚΥΡ–ΝΙΚΟΣ ΜΟΥ...


     Ένας λόγος που, προσωπικά, αποστρέφομαι με όλη τη δύναμη της συνειδήσεώς μου τους επικήδειους, είναι γιατί αυτοί, κατά το σύνηθες, αποτελούν λόγια ανούσια, ξερά και βαρύγδουπα του συστήματος και των ανθρώπων του συστήματος· νεκρά λόγια, ανούσιου υπερθεματισμού και απρόσφορης κολακείας που θέλουν να συνοδεύουν επίσημα τους αμίλητους νεκρούς, που, ένας Θεός ξέρει, αν ήταν όντως αυτοί γεμάτοι από πραγματική ανιδιοτέλεια και από αγάπης έργα του Θεού, όπως θέλουν να διασαλπίζουν με σιγουριά οι κενόδοξοι λόγοι. Τα ωραία ψέματα τα λέει κανείς καλύτερα σε ανθρώπους που φύγανε και δε γυρίζουνε πίσω. Σήμερα όμως συμβαίνει σ’ εμάς κάτι το εντελώς άλλο και κάτι το εντελώς θαυμαστό. Ασφαλώς δεν έχουμε καμιά υπερβολή ή αναλήθεια να πούμε και αναντίρρητα δεν έχουμε μπροστά μας έναν νεκρό και άπνοο άνθρωπο, αλλά έναν άνθρωπο πνευματικά ζωντανό και ωραϊσμένο από τη Χάρη του Θεού. Ίσως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι έχουμε έναν άνθρωπο που είναι πιο ζωντανός κι από μας που νομίζουμε, μέσα στην αυταπάτη αυτού του βίου, ότι είμαστε ζωντανοί, καυχούμενοι συνεχώς για τη δήθεν προκοπή μας.

     Λίγο μετά τη γιορτή της Υπαπαντής, λίγο μετά τη γιορτή του Πρεσβύτη και Δίκαιου Αγίου Συμεών του Θεοδόχου, θέλησε ο καλός Θεός να πάρει μαζί Του τον κυρ–Νίκο. Και σήμερα είναι που σημειώνει η παπαδική καρδιά μια μεγάλη και αισθητή απουσία, που δεν είναι τελικά και τόσο «απουσία», όσο αρχικά θέλει να φαίνεται. Η ανθρώπινη αδυναμία τη λέει μεν «απουσία», αλλά η πίστη της καρδιάς ενεργή και θαυμαστή «παρουσία», σιμά στο Φως και τη Ζωή, που είναι, για πάντα και για όλους, ο Χριστός.

     Ο πράος και αγαθός άγγελος του αναλογίου, ο καλός ψάλτης του ναού μας, ο κυρ–Νίκος, έφυγε, μετά από μια δίμηνη ταλαιπωρία που του επέφερε ένα αιφνίδιο εγκεφαλικό αρχές Δεκεμβρίου –μετά του Αγίου Νικολάου. Όταν τον αναλογίζομαι σκέφτομαι ειλικρινά: «Να, ένας άνθρωπος της Εκκλησίας! Να, μια αγέραστη ψυχή της Ορθόδοξης Παράδοσης!». Αληθινά, ένας εκκλησιαστικός άνθρωπος· που ερχόταν με σεβασμό, με καλότητα και με μια πραότητα που κυριολεκτικά έλαμπε πάνω του και πρόδιδε τη σιωπηλή ωραιότητα της καρδιάς του. Από τους χίλιους ανθρώπους που έρχονται και παρέρχονται μέσα στην Εκκλησία, μονάχα οι δέκα με είκοσι να έρχονται με τον εκκλησιαστικό τρόπο, με αγγελικό χαρακτήρα, με φόβο Θεού, με ταπείνωση και με ευλάβεια. Ζητώ συγνώμη για την έκπληξη αυτού του λόγου, καθώς και για τη σαρωτική στατιστική που ρεαλιστικά εμπεριέχει, αλλά φρονώ ταπεινά ότι αυτή είναι η αλήθεια των πραγμάτων, από την οποία, τουλάχιστον η δική μου πανελαχιστότητα, δεν επιθυμεί καθόλου να κρυφτεί και να κρύβεται.

     Οι περισσότεροι –τι, θλιβερή μονοτονία και διαπίστωση!– έρχονται μόνιμα με το λάθος τρόπο και μόνιμα με την εσφαλμένη διάθεση: πάντα να «σιάξουν» και να «διορθώσουν», να «ανορθώσουν» και να «αναδιαρθρώσουν» την Εκκλησία. Πλάνη οικτρά, σάπια πνευματικότητα και αποτυχία προειλημμένη. Άγνοια, λαϊκισμός, αθεΐα και αντιπνευματικότητα, που απεμπολεί το θαύμα και κάθε θαύμα του Θεού. Δεν ερχόμαστε ποτέ προς την Εκκλησία, δεν πλησιάζουμε ποτέ την Εκκλησία τάχα για να τη «διορθώσουμε». Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από τα δικά μας «διορθώματα», από τις «παρεμβάσεις» ημών των, ως επί το πλείστον, αδαών, αχαρίτωτων, αμετανόητων, ανεξομολόγητων και ακοινώνητων· η Εκκλησία έχει τον Ίδιο τον Θεό που την οδηγεί, την κατευθύνει, τη διορθώνει και την κανονίζει, με τον δικό Του μυστικό και ακατάληπτο τρόπο. Στην Εκκλησία ερχόμαστε, πρωτίστως και κυρίως, για να διορθωθούμε εμείς, για να αφεθούμε ολοκληρωτικά στη Χάρη της, να «σιάξουμε» τους παλαιούς και αμαρτωλούς εαυτούς μας και, άμποτε με τη Χάρη του Θεού, να λαμπρυνθούμε μέσα στις άγιες αρετές του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων.

     Ένας τέτοιος εκλεκτός, χαριτωμένος, λεπτός και λαμπρός άνθρωπος ήταν και ο κυρ–Νίκος. Ταπεινός, αθόρυβος, καλοσυνάτος, πράος, ειρηνικός, άκακος και άδολος. Με το πνεύμα της μαθητείας του, δίδασκε. Με τον τρόπο της ησυχίας του, γινόταν επιθυμητός. Δεν ξεχνούσε να ζητήσει την ευλογία του Θεού από τη θεία ιεροσύνη, που είναι η αμετάκλητη αρχή πριν από κάθε έργο και για κάθε έργο μέσα στην εκκλησία. Πρωί–πρωί στον όρθρο, έμπαινε στο μέσα στο ιερό κάθε φορά, όλες τις φορές, για να πάρει απαραίτητα την ευχή του ιερέως και μετά να πορευθεί φιλήσυχα και φιλόθεα προς το αναλόγι, στην ίδια πάντα θέση. Και αυτή τη θέση, παραδόξως, δεν την έπαιρνε κανείς άλλος. Ήταν του κυρ–Νίκου. Έρθει–δεν έρθει ο κ. Νίκος, αυτή πάντως ήταν η θέση του. Όχι, γιατί ποτέ τη διεκδίκησε με μικροπρέπεια ο ίδιος, αλλά γιατί του την παραχώρησε ο μεγάλος σεβασμός που ενέπνεε και σκορπούσε στους γύρω του το πρόσωπο και το πέρασμά του.

     Κι έβλεπες και βλέπεις, εν αντιθέσει, κάποιους άλλους φαντασμένους τύπους, που ήθελαν και θέλουν πεισματικά να ονομάζονται «ψαλτάδες», να έρχονται χωρίς τη στοιχειώδη πνευματική επίγνωση στην εκκλησία και να στριμώχνονται στην υπηρεσία του αναλογίου με τον εγωισμό τους, με τη φαντασία τους, με τον έλεγχο, την αλάνθαστη κριτική και την επίκρισή τους, με τη φασαρία, με την εριστικότητα, με την ανταρσία και την ανυπακοή τους. Ψάλτες χειρίστης περιωπής, που τους στέλνει ο πειρασμός, μα όχι ο Θεός, ίσα για να ψάλλουν τα προπετή τροπάρια του εωσφορικού εγωισμού τους, φορώντας μανδύα ευσέβειας και θρησκευτικότητας. Να μωροπιστεύουν με κομπασμό ότι «κάτι είναι» πάνω στο άφωνο ξύλινο βάθρο και ότι «κάτι κάνουν» μπροστά στους ανθρώπους και, ακόμη πιο ανερυθρίαστα, ενώπιον του Αγίου Θεού. Όμως, μακριά απ’ όλ’ αυτά ο κ. Νίκος!...

     Ο ίδιος ήταν συνεργάσιμος, συνεννοήσιμος, καλόβολος άνθρωπος, που συμπορευόταν αρμονικά με την τάξη, το κλίμα και την εργασία του ψαλτηρίου. Δεν δημιουργούσε εντάσεις, διαπλοκές, ακαμψίες, αγκυλώσεις, δυσχέρειες, προσκόμματα, δυσκολίες, δυσφορίες, αγανακτήσεις· αντίθετα, έφερνε χάρη, ειρήνη, ανάπαυση και ανακούφιση σ’ εμάς που τον πλησιάζαμε και μας πλησίαζε. Πόσο πολύτιμος είναι ένας τέτοιος άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία, ο άνθρωπος που έρχεται με όλο το άρωμα του Ουρανού, με το μεγαλείο της πνευματικής ελευθερίας της καρδιάς του, δίχως να σέρνει μαζί του σκουριές και μούχλες από θελήματα, ιδιοτροπίες, φαντασίες, επικρίσεις, ακαταλαβίστικες λογικές και αψυχολόγητες τακτικές· δίχως να κουβαλάει απωθημένα, συμπλέγματα, αντιδραστικότητες, πείσματα, εμπάθειες, επιβολές, κομπασμούς, ανοησίες, υπονομεύσεις, μωρολογίες και ευτέλειες. Πόσο ανάγκη, πραγματικά, έχει η κατ’ άνθρωπον Εκκλησία του Θεού από τέτοιους σημαντικούς ανθρώπους! Όχι, φυσικά, για να «σωθεί» η ίδια, αλλά για να προάγει και να επεκτείνει, μυστικά και ακώλυτα, πειστικά και αθόλωτα, το έργο της σωτηρίας και του αγιασμού της μέσα από τον χαριτωμένα σμιλευμένο χαρακτήρα τέτοιων αθόρυβων ανθρώπων, σαν του κυρ–Νίκου.

     Έπαιρνε ή μάλλον δεχόταν τη σειρά στα τροπάρια με ταπεινό τρόπο, με ειρήνη, με απλότητα, δίχως αδημονία και αγένεια, δίχως σπασμωδικότητα και ανυπομονησία, με έκδηλη και φανερή ευσέβεια, που έβγαινε αβίαστα στη φωνή και το ψάλσιμό του· η οποία ευσέβεια, πάνω στο άρμα του ωραίου και απαλού μετάλλου της ταπεινής φωνής του, φτερούγιζε στο χώρο του ιερού ναού, προσέγγιζε νοερά και σεβαστικά τις τοιχογραφίες των ακίνητων αγίων και πλήρωνε τις καρδιές των ακουόντων. Μια φωνή γεμάτη θαλπωρή παράδοσης, που έλιωνε την πάχνη των πρωινών και των καρδιών. Ένα ακριβό κειμήλιο ζωντανής διακονίας για μισό περίπου αιώνα, μας αφήνει σήμερα στη φτώχεια μας και ανεβαίνει επάξια προς τα παραδείσια παλάτια. Η ευπρέπεια στο ευάρεστο του Θεού· η έμψυχη τερπνή παρουσία στη ζωντανή λατρεία, το ειρηνικό ήθος που θέλει να βρει η καρδιά και που ευδοκεί να αγκαλιάζει ολοένα η Σύναξη του Θεού· όλα τούτα, δεν είναι άλλο παρά τα ανιδιοτελή και καθαρά δώρα των ανθρώπων της Πίστης, οι δυνατότητές τους, τα χαρίσματά τους, οι αυτοδιαθέσεις τους, οι ταπεινώσεις τους, που γίνονται χρυσά και εκλεκτά αφιερώματα στην Ευχαριστία, στο μυστήριο του Θεού, στο έργο της Εκκλησίας: αυτό και αυτός ήταν ο ευλογημένος και μακαριστός κυρ–Νίκος.

     Εδώ και ένα μήνα, κάθε φορά που είχα Θ. Λειτουργία, πήγαινα και τον κοινωνούσα στο σπίτι. Καθισμένος, φροντισμένος, περιποιημένος, έχοντας σώας τας φρένας του, πλήρη διαύγεια αισθήσεων και αντίληψης, περίμενε με λαχτάρα τον Χριστό. Αλλά κι εγώ, να σας πω, είχα πάντα την ίδια λαχτάρα: πώς να πάω να τον κοινωνήσω. Κι αν τύχαινε και είχα κανένα συλλείτουργο, πάντα ενημέρωνα τον συλλειτουργό ιερέα να μην καταλύσει όλο το Άγιο Ποτήριο· «θέλω να πάω να κοινωνήσω τον κυρ–Νίκο», προειδοποιούσα εγκαίρως. Του πήγαινα επιπλέον και μικροκομμένο ζυμωτό αντίδωρο, να έχει «ευλογία» για μέρες. Τον κοινωνούσα και, μετά, ήθελε κάποτε και να ψάλλουμε. «Δεν θα με ψάλλεις κάτι, πάτερ; Έτσι, θα φύγεις;». Και ψέλναμε μαζί, είτε το απολυτίκιο των Θεοφανείων είτε το απολυτίκιο της Υπαπαντής, ανάλογα τη μέρα. Δροσερός, γλυκός, χαμογελαστός, προσηνής και αβαρής άνθρωπος. Θυμάμαι τη σοφή λακωνική κουβέντα του: «Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω!» (πρβλ. Πράξ. 21, 14). Του απάντησα: «Ναι, κυρ–Νίκο! “Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω”. Αυτό, και τίποτε άλλο. Άμα γίνει το θέλημα του Κυρίου, δε θέλουμε τίποτε άλλο!». Και, τελικά, να που έγινε το «θέλημα του Κυρίου», το σωτήριο και το τέλειο: έφυγε ο κυρ–Νίκος! Έφυγε προς την Άνω Ιερουσαλήμ, προς τα άνω τ’ αναλόγια τα φωτεινά και τα καλλικέλαδα, εκεί στην ακατάπαυστη και ατελεύτητη Λειτουργία των Αγγέλων, των Αγίων και των σεσωσμένων. Παύω τον έκρυθμο λόγο των ανθρώπινων και προσωπικών αισθημάτων του πένθους, για να καταθέσω αυτό που θυμάμαι, αυτό που μού ’μεινε μέσα στο δίσκο της καρδιάς, σαν κάποια μυρωδάτα ψιχία αγαθής ανάμνησης από ένα πρόσωπο που, ευτυχώς, δεν θα μπορώ να ξεχάσω από ’δω και μπρος: Την τελευταία φορά που πήγα, πήρε με εσωτερική πληρότητα και ηρεμία την τελευταία και πιο μεγάλη μερίδα. Όχι, ότι έχει ποτέ κάποια σημασία αυτό καθεαυτό το μέγεθος του πανίερου άτμητου τμήματος του Δεσποτικού Σώματος, αλλά ότι σίγουρα έχει κάποια σημειολογική βαρύτητα αυτή η πνευματική χορτασιά που δέχθηκε από τη μεγάλη και τελευταία του μετάδοση. Ο Χριστός φανερά και εξόφθαλμα τον κέρασε αφείφωλα το Σώμα Του. Στην αρχή, ενδοίασα μέσα μου. Αναρωτήθηκα αν πρέπει να τεμαχίσω τον Μαργαρίτη, προκειμένου να γίνει μικρότερος και, έτσι, πιο εύληπτος. Αφού τον μετέλαβα, του έδωσα το αντίδωρο, κι αυτός ζήτησε και πήρε ευλαβικά την ευχή μου. Μετά, φέρθηκα αυθόρμητα και ανεπιτήδευτα, σκύβω και του ασπάζομαι το μέτωπο, χαϊδεύοντας τ’ άσπρα μαλλιά του, λέγοντας: «Κυρ–Νίκο· να ξέρεις ότι σε αγαπώ και ότι είσαι μέσα στην καρδιά μου! Ο Χριστός, να σ’ ευλογεί!». Να, το ίδιο ακριβώς του λέω και τώρα. Μόνο που αυτός τώρα, δεν είναι πια καθισμένος στην κλίνη της βραχείας δοκιμασίας του, αλλά πορεύεται κι ανεβαίνει ελεύθερα προς τα άνω· και ο καθισμένος ή καλύτερα ο αφημένος κάτω στη γη είμαι εγώ…

     Ο κ. Νίκος μας, έφυγε με την Ευχή στα χείλη και στην καρδιά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!». Τι μεγαλείο! Τι θαυμαστό! Την ουράνια δύναμη της Ευχής και το υπέρτατο μυστήριο σωτηρίας που κρύβει μέσα της, όλος ο αφώτιστος, ο άθεος και ο δήθεν πολύσοφος ντουνιάς, ακόμη ψάχνει να το βρει. Όλη η δύναμη και η καλλιέργεια της σωτηρίας και της θεογνωσίας μας, σαν Ορθόδοξοι, βρίσκεται στην εργασία της Ευχής. Σε αυτό το φαινομενικά απλό, αλλά τόσο βαθιά θεάρεστο και θεοπειθές «Κύριε ελέησον!». Για να τελειωθούν και να αναχθούν τα πάντα στην Θ. Ευχαριστία, τη Θ. Λειτουργία. Και ο κ. Νίκος σαφέστατα είχε και τα δύο αυτά εφόδια μαζί του, γι’ αυτό και ανοίχτηκαν διάπλατα οι πύλες του Ουρανού γι’ αυτόν. Η Ευχή και η Αγία Μετάληψη, σε συνδυασμό με το Μυστήριο της Μετανοίας, ιδού το τρίπτυχο της σωτηρίας μας. Ένας στους μύριους ανθρώπους να μπορεί να έχει τα οσιακά και ειρηνικά τέλη του κ. Νίκου, θα είμαστε ευχαριστημένοι. Μακάρι να βρεθούν μια–δυο ακόμη ενορίες σαν τη δική μας που να καυχάται ότι είχαν θρέμμα τους τον κ. Νίκο. Μακάρι να βρεθεί ακόμη ένας ναός του Θεού σαν αυτόν που βρισκόμαστε όλοι τώρα, που να χαίρεται στη μνήμη της ψαλτικής διακονίας του. Μακάρι να βρεθεί ένας και δύο και τρεις παπάδες ακόμη, στη δική μου θέση, για να αγάλλονται από καρδιάς όταν αναφέρονται στο πρόσωπο του κ. Νίκου. Μακάρι να βρεθεί ένας μονάχα κ. Νίκος, που να αγαπήσει και να τιμήσει τόσο απλά και εγκάρδια το ράσο και την ιερωσύνη, το πρόσωπο του ιερέως, το οποίο, ως συνήθως, κανείς ή ελάχιστοι, μπορούν να γνωρίζουν και να υποπτευθούν πόσο δοκιμάζεται από τον διάβολο και τους ανθρώπους…

     Απευθύνομαι στη χριστιανική σας καρδιά και στη χριστιανική σας συνείδηση, λέγοντας αυτό μονάχα, σαν θερμή παράκληση: Εάν και εφόσον και όσο αγαπάτε, σας παρακαλώ, θυμηθείτε κι εσείς τον κυρ–Νίκο στην προσευχή σας, όσες φορές προαιρείσθε, θέλετε και μπορείτε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον την ψυχήν του κεκοιμημένου δούλου Σου, Νικολάου!».
     Ο Χριστός, να τον ελεήσει και να τον αναπαύσει στον Παράδεισο της αγάπης Του και να δώσει την παρηγοριά και τη δύναμη στο πένθος των παιδιών και των συγγενών του…
     Καλό Παράδεισο, κ. Νίκο, και καλή αντάμωση!...
     Αμήν. Γένοιτο.

Ελάχιστος και έσχατος πάντων:
π. Δαμιανός








1 σχόλιο:

  1. Πατέρα Δαμιανέ, είστε τυχερός που είχατε στη ζωή σας έναν τέτοιο άνθρωπο.
    Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή