Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΜΕ ΧΑΡΑ

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ
ΤΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΜΕ ΧΑΡΑ


     Η αξία του ανθρώπου μετριέται με τη στάση του προς το θάνατο. Ο Πλάτωνας (427–353 π.Χ.) δίδασκε τη φιλοσοφία σαν την τέχνη του «καλῶς ἀποθανεῖν». Αλλά η φιλοσοφία δεν γνωρίζει τη νίκη πάνω στο θάνατο· μπορεί βέβαια να την απαιτήσει, μα δεν μπορεί να μας μάθει πώς μπορούμε να πεθάνουμε «ἐν τῇ ἀναστάσει». Βεβαιώνει μόνο –και σ’ αυτό έγκειται όλο το μεγαλείο της– ότι ο χρόνος δεν μπορεί να περικλείσει την αιωνιότητα· ότι χωρίς το τέλος του, είναι περισσότερο άνευ νοήματος που δίδεται από το θάνατο· ότι αυτός ο κόσμος που σκοτώνει τον Δίκαιο Σωκράτη (470–399 π.Χ.), δεν είναι ο αληθινός κόσμος. Για τον φιλόσοφο και μάρτυρα Άγιο Ιουστίνο (100–165 μ.Χ.), η μοίρα του Σωκράτους προεικονίζει την τύχη του Χριστού, ο Οποίος πεθαίνει και ανίσταται και, στον Οποίο, ο Σωκράτης ξαναγεννιέται για την αιωνιότητα.


     Ο θάνατος δεν είναι μονάχα για μια στιγμή, συνυπάρχει και συντροφεύει τον άνθρωπο καθ’ όλη την πορεία της ζωής του. Είναι «παρών» σε όλα τα πράγματα· είναι το προφανές όριό τους. Ο χρόνος και ο χώρος, οι στιγμές που χάνονται και οι αποστάσεις που χωρίζουν, είναι τόσες τομές, τόσοι τμηματικοί θάνατοι. Κάθε αποχαιρετισμός, λήθη, αλλαγή, το γεγονός ότι τίποτε δεν μπορεί να ξαναγίνει ακριβώς το ίδιο, μεταφράζουν την πνοή του θανάτου μέσα στην καρδιά της ζωής και μας αιωρούν μέσα στην οδύνη. Κάθε αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, το τέλος κάθε πάθους, τα ίχνη του χρόνου πάνω σ’ ένα πρόσωπο, το τελευταίο βλέμμα πάνω σε μια πόλη ή σ’ ένα τοπίο, που δεν θα ξαναδούμε πια ποτέ, ή απλούστατα ένα μαραμένο λουλούδι, προκαλούν μια βαθιά μελαγχολία, μια προκαταβολικά άμεση εμπειρία του θανάτου.


     Η φύση δεν γνωρίζει προσωπική αθανασία, δεν γνωρίζει παρά την επιβίωση του είδους. Οι άθεοι δεν μπορούν να οραματίζονται παρά την επιβίωση μέσα στα έργα τους ή την ανάμνηση που θα έχουν γι’ αυτούς οι μελλοντικές γενεές· είναι μια μελαγχολική «αθανασία λεξικού», το πολύ–πολύ.


     Η βιαιότητα του θανάτου δεν μπορεί να εξουδετερωθεί παρά με την άρνησή του. Γι’ αυτό στο κέντρο της ζωής ορθώνεται ο Σταυρός· η δε Ζωή δέχεται ελεύθερα να περάσει μέσα από το θάνατο, για να τον ανατινάξει και να τον εκμηδενίσει: «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ψάλλει η Εκκλησία τη νύχτα του Πάσχα. Ο Ωριγένης (185–254· βλ. PG 13, 1777) αναφέρει μια παράδοση, κατά την οποία το σώμα του Αδάμ είχε ταφεί εκεί όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Η εικόνα της Σταυρώσεως δείχνει το κρανίο του Αδάμ στη βάση του Σταυρού. Στο παρεκκλήσιο του Αδάμ μέσα στον Πανάγιο Τάφο, στα Ιεροσόλυμα, μια επιγραφή λέει ότι «ο τόπος του κρανίου έγινε παράδεισος». Μια άλλη παράδοση λέγει ότι το ξύλο του Σταυρού έχει την προέλευσή του από το δένδρο της Εδέμ. Έτσι, ο Σταυρός του Χριστού έγινε το Δένδρο της Ζωής. Η Βίβλος αγνοεί τη φυσική αθανασία και αποκαλύπτει την ανάσταση που έρχεται από το υπερπέραν: από το θάνατο και την ανάσταση του Θεανθρώπου. Έτσι, μόνο o Χριστιανισμός δέχεται την τραγικότητα του θανάτου, τον κοιτάζει κατά πρόσωπο, γιατί ο Θεός περνά απ’ αυτό το δρόμο και όλοι Τον ακολουθούν.


     Εάν η φιλοσοφία δίνει τη γνώση του θανάτου, η χριστιανική άσκηση προσφέρει την τέχνη για να τον ξεπεράσουμε και, έτσι, να ζήσουμε προκαταβολικά την ανάσταση. Πράγματι, ο θάνατος είναι εξ ολοκλήρου μέσα στο χρόνο. Έχει μια ημερομηνία για το περιβάλλον εκείνου που πεθαίνει· αλλά για εκείνον που μόλις πέθανε, ο θάνατός του δεν έχει χρονολογία, γιατί ήδη αυτός βρίσκεται μέσα σε μιαν άλλη διάσταση. Όπως ακριβώς το τέλος του κόσμου δεν έχει πλέον επίγεια «επαύριο», ο θάνατος δεν είναι για κανέναν μια «ημέρα του ημερολογίου». Και γι’ αυτό ο θάνατος του καθενός, όπως και το τέλος του κόσμου, είναι μόνο για σήμερα· όπως δεν μπαίνουμε «αύριο», αλλά την ίδια ημέρα του Ευχαριστηριακού Δείπνου μέσα στη Βασιλεία του Θεού.


     Για το πνεύμα που έγινε αθάνατο, η ανυπαρξία του θανάτου είναι κάτι το προφανές, διότι ο θάνατος είναι «ἐντεῦθεν», ενώ αυτό (το πνεύμα) είναι «ἐκεῖθεν». Στοιχείο του χρόνου αποτελεί το γεγονός ότι ο θάνατος είναι πίσω μας· μπροστά βρίσκεται αυτό που έχει ήδη βιωθεί στο Βάπτισμα: η «μικρή ανάσταση»· και στη θεία Ευχαριστία: η αιώνια ζωή. Όποιος ακολουθεί τον Χριστό «δεν έρχεται σε κρίση, αλλά έχει περάσει από το θάνατο στη ζωή» (Ιωάν. 5, 24)· «αυτός που τρώει τη σάρκα Μου και πίνει το αίμα Μου έχει ζωή αιώνια» (Ιωάν. 6, 54). Η τελική πραγματικότητα του εαυτού μας ζει στο κατώφλι αυτού του περάσματος–Πάσχα· η πράξη της Πίστεως το ανακαλύπτει και βλέπουμε τα «μη βλεπόμενα», κατά τον Απόστολο Παύλο (Β΄ Κορ. 4, 18).


     «Όποιος έρχεται σε Μένα και δεν μισεί ακόμη κι αυτή τη ψυχή του, δεν μπορεί να είναι μαθητής Μου», μας λέει ο Χριστός (Λουκ. 14, 26). «Μισώ», εδώ, σημαίνει αντιτίθεμαι στο εμπόδιο, στην υπερβολική προσκόλληση σ’ αυτήν εδώ τη ζωή ή στο φόβο του θανάτου, που καθιστούν το πνεύμα αιχμάλωτο. Στον προσεκτικό (σημ.: ή στον νηπτικό) άνθρωπο, ο χωρίς αγωνία θάνατος, φανερώνει το μεγαλείο του και την ευγένειά του. Καθαίρει και απολυτρώνει το νεκρό από το επουσιώδες, προσκαλεί όλους μας να διατηρούμε μια «καλή ανάμνηση» γι’ αυτόν, επανορθώνει την κλίμακα των αξιών, τον αξιολογεί μ’ έναν τρόπο ανιδιοτελή, πέρα από το χρόνο και μπροστά από την αιωνιότητα. Η όψη ενός νεκρού για μερικές στιγμές εκφράζει ένα κάλλος πνευματικό, ειρηνικό και μεγαλοπρεπές: «Αυτό το αδιαπέραστο χαμόγελο των νεκρών, που ταιριάζει τόσο καλά με τη θαυμάσια σιωπή τους!» (βλ. Georges Bernanos [1888–1948]: «Journal dun curé compagne», εκδ. «Pléiade», σ. 1167). Η παρουσία του θανάτου έχει κάτι το σεβαστό και μεγαλοπρεπές, εξευγενίζει τα αισθήματα, για μια σύντομη στιγμή κάνει τον καθένα πιο αληθινό και πιο μεγάλο. Ο θάνατος ενός άλλου είναι μια δοκιμασία και, εκείνος που την αισθάνεται, δέχεται την τιμή να επιζήσει και να προετοιμασθεί για το μυστήριο του δικού του απολογισμού.


     Κανονικά ο θάνατος πρέπει να είναι ο χρόνος του θερισμού μιας ζωής «πλήρους ημερών»: ώριμης, πια, για την αιωνιότητα. Κατά την ωραία έκφραση των αρχαίων μαρτυρολογίων, είναι η «dies natalis», η γενέθλιος ημέρα· και μόνο ο Θεός γνωρίζει «για ’κείνη τη μέρα και για ’κείνη την ώρα» (πρβλ. Ματθ. 24, 36). Ο λόγος του Blaise Pascal (1623–1662): «Θα πεθάνουμε μόνοι» ή εκείνος πάλι ο λόγος του Søren Aabye Kierkegaard (1813–1855): «Το ότι πεθαίνω, δεν είναι για μένα μια γενικότητα» (βλ. εκδ. Brunschvicq, σ. 211 και Post-Scriptum II, σ. 110), σημαίνουν ότι ο καθένας αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το θάνατό του. Το ιερό Ευχέλαιο μάς εισάγει θαυμάσια σ’ αυτή την ύψιστη (προσωπική) ιερωσύνη και προσφέρει ένα «ἔλαιον ἀγαλλιάσεως», καθώς και την έξαρση της καρδιάς πάνω από το σώμα που βρίσκεται σ’ επιθανάτια αγωνία.


     Ο Διάδοχος Φωτικής (5ος αι., «Κεφάλαια 94»), σημειώνει ότι οι βαριές αρρώστιες ισοδυναμούν με μαρτύριο. Πολύ περισσότερο, στον καθένα έχει δοθεί η χάρη, το χάρισμα του μάρτυρος, όταν απέναντι στον δήμιο –τον οποίο αντικαθιστά ο θάνατος– ο άνθρωπος μπορεί να τον αποκαλέσει: «Ο αδελφός μας, ο θάνατος!» και να ομολογήσει με το Πιστεύω αυτό το εντελώς προφανές, το να έχει δηλαδή «περάσει από το θάνατο στη ζωή» (βλ. Κολ. 2, 12 και Ιωάν. 5, 24). Οι μεγάλοι πνευματικοί μας διδάσκαλοι συχνά πλαγιάζουν μέσα στο φέρετρό τους σαν σ’ ένα γαμήλιο κρεβάτι και εκδηλώνουν μια αδελφική οικειότητα, μια στενή σχέση με το θάνατο, ο οποίος δεν είναι παρά ένα πέρασμα και το οριστικό σημείο αναχώρησης. Ο Erasmus Roterodamus (1466–1536) παρατηρεί αυτή την οικειότητα στους αγίους και έχει τη γνώμη ότι αποτελεί μια δεύτερη φύση, η οποία εκτοπίζει την παλαιά.


     Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759–1833) δίδασκε αυτό το συγκεκριμένο χάρισμα, το «να πεθαίνεις με χαρά»: «Για μας, το να πεθάνουμε, θα είναι μία χαρά», έλεγε στους μαθητές του. Γι’ αυτό και σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε, του απηύθυνε τον γνωστό πασχάλιο χαιρετισμό: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη!»· ο θάνατος είναι ανύπαρκτος και η ζωή βασιλεύει. Στην προς Κορινθίους Επιστολή του ο Απόστολος Παύλος υψώνεται σε μια θεώρηση εκπληκτική: «Όλα δικά μας είναι· είτε η ζωή είτε ο θάνατος» (Α΄ Κορ. 3, 21–22). Και τα δύο, στον ίδιο βαθμό, είναι δώρα του Θεού, χαρίσματα…

ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ
(1901–1970)



[Παύλου Ευδοκίμωφ:
«Η πάλη με τον Θεόν»
–Θεολογικά Δοκίμια 1–
κεφ. γ΄, §3β, σελ. 239–243,
μετάφραση: Ι. Κ. Παπαδόπουλος,
έκδοσις από το
Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών,
Θεσσαλονίκη, 1970.]









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου