Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΑΣΚΗΤΗΣ «ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ»

Ο ΑΣΚΗΤΗΣ «ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ»


     Στη δυτική πλευρά της Καλύμνου, αριστερά της ακροθαλασσιάς του Καντουνιού, όταν σηκώσει κανείς το βλέμμα του, στη ρίζα των επιβλητικών βράχων, σε υψόμετρο διακοσίων περίπου μέτρων από τη θάλασσα, σαν μιαν άλλη φωλιά αγριοπεριστεριού, αντικρίζει το «κάστρο» του ιερού ασκητηρίου της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

     Στις αρχές του περασμένου αιώνα μας, οι θεοσεβούμενοι Γεώργιος Ζαράφτης και η Ειρήνη το γένος Κασσάρα, σ’ ένα τους περίπατο στην απότομη πλευρά, βρήκαν μέσα στη σπηλιά την εικόνα του Σταυρού. Με βαθιά συγκίνηση ασπάσθηκαν τον πολύτιμο θησαυρό και μέσα τους αναπήδησε η σφοδρή επιθυμία να μετατρέψουν τον τόπο αυτό σε άγιο Θυσιαστήριο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, εκεί όπου άλλοτε αναπαύονταν τα άλογα ζώα, θα ανεφοδιάζονταν πνευματικά τα λογικά πρόβατα. Η ιερή τους επιθυμία γρήγορα έγινε πράξη. Με δικά τους έξοδα, καθώς και με εισφορές των πιστών χριστιανών, κτίστηκε η εκκλησία του Σταυρού και της Αγίας Ειρήνης, όπως επίσης και μερικά κελιά τριγύρω και στέρνα για την εξοικονόμηση νερού. Η μεταφορά των υλικών, παρ’ όλο το δύσβατο του τόπου, έγινε με τη συμμετοχή πολλών εθελοντών ακόμη και παιδιών.

     Ο πρωτοχριστιανικός ζήλος του Γεωργίου και της Ειρήνης τούς ενέπνευσε ανώτερη πνευματική ζωή. Πίστευαν ότι η νέα τους ερημική κατοικία θα τους βοηθούσε να ετοιμαστούν για τον Ουρανό, μια και δεν είχαν άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις –ήσαν άτεκνοι. Έζησαν με φόβο Θεού, προσευχή και νηστεία, ωσότου τους κάλεσε ο Κύριος στις αιώνιες μονές. Τα οστά τους, σαν λείψανα κτητόρων, βρίσκονται τοποθετημένα σε μια γωνιά της εκκλησίας.


     Επί σειρά ετών ο «Σταυρός» έμεινε στην προστασία του ευλαβούς Καλυμνιακού λαού, όπως όλα τ’ άλλα ερημοκκλήσια του τόπου. Ο Θεός όμως προόριζε αυτό το ακατοίκητο, αλλά αγιασμένο ασκητήριο να γίνει η πνευματική παλαίστρα μιας νέας οσιακής μορφής. Ο ασκητικότατος υποτακτικός του Αγίου Σάββα του εν Καλύμνω (1862–1948) και κατόπιν του Γέροντος Αμφιλοχίου Μακρή (1888–1970), ο μοναχός Νικηφόρος Λάπας (1903–1992), ο οποίος για μια εικοσαετία περίπου παρέμεινε στο ασκητήριο του Μνήστορος Ιωσήφ στο Κουβάρι της Πάτμου, το 1960, σε ηλικία 57 ετών, με θεία βουλή εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο του Σταυρού, μετονομασθείς Σάββας για χάρη του τοπικού Οσίου. Παρέμεινε εκεί για 32 χρόνια μέχρι την κοίμησή του. Η περίοδος αυτή υπήρξε περίοδος σκληρών ασκητικών αγώνων, αγώνων που γίνονταν στα κρυφά. Ο Κύριος όμως θέλησε με την αποκάλυψη μιας σκληρής άσκησής του να μπορέσουμε κάπως να φανταστούμε και τις υπόλοιπες ασκήσεις του.

     Ο Ιωάννης Χαλκίτης, τακτικός επισκέπτης του μοναχού Σάββα, ανέβηκε αθόρυβα στο Σταυρό ένα μεσημέρι και αντίκρισε ένα εκπληκτικό θέαμα: Ο Σάββας σήκωνε στους ώμους του ένα ξύλο από το οποίο κρέμονταν δεξιά κι αριστερά δυο ζεμπίλια γεμάτα πέτρες και σίδερα. Μ’ αυτό το βαρύ φορτίο ο ασκητής μοναχός έκανε κυκλικές βόλτες στο προαύλιο του ασκητηρίου του, μέχρις ότου έπεσε κάτω από την κούραση και με τα βάρη από πάνω του.


       Εκείνη τη στιγμή τον πλησίασε ο Ιωάννης και μόλις τον αντιλήφθηκε ο Γέροντας στενοχωρήθηκε και τον παρακάλεσε να μη το πει σε κανέναν. Με την υπομονή, την επιμονή, την υποδειγματική του ταπείνωση, την αυστηρότατη νηστεία και την αδιάλειπτη προσευχή, μετέτρεψε το ασκητήριό του σ’ ένα πνευματικό πυροβολείο, απ’ όπου κατατρόπωνε τον αόρατο εχθρό που του επιτίθονταν λυσσαλέα. Έζησε όλα του τα χρόνια σε απόλυτη φτώχεια και αφάνεια. Διακρινόταν για τη βαθιά του πίστη και αφοσίωση προς τον Λυτρωτή του. Το χάρισμα της σιωπής και της ακατάπαυστης θείας κατάνυξης, ήταν απόρροια των αποκαλυπτικών του οπτασιών και της άμεσης επαφής του με το Άκτιστο Φως.

     Αναφέρουμε μόνο τρεις περιπτώσεις:
     Α΄. Πριν αναχωρήσει για την Πάτμο, ως υποτακτικός του Αγίου Σάββα, τον υπηρετούσε κατά τις Θείες Λειτουργίες. Μια Κυριακή, καθώς μνημόνευε τα ονόματα ο Άγιος Σάββας, ο τότε π. Νικηφόρος είδε ένα βρέφος να σφαγιάζεται και, στη συνέχεια, όταν μεταφέρθηκαν τα Τίμια Δώρα, το αίμα έτρεχε στην Αγία Τράπεζα. Ήταν τόσο πολύς ο κλονισμός του, ώστε πετάχτηκε έξω από το ιερό Θυσιαστήριο και αναλύθηκε σε ακατάπαυστους λυγμούς. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, τον ρώτησε ο Όσιος για ποιο λόγο βγήκε έξω. Εκείνος, τρομαγμένος, αλλά με απλότητα και φυσικό τρόπο τού διηγήθηκε ό,τι είδε. Ο Όσιος Σάββας τότε σήκωσε το δάκτυλό του στο στόμα και του είπε: «Σιωπή, σιωπή! Δεν θα το πεις πουθενά πριν πεθάνω!».

     Β΄. Την εποχή που ησύχαζε στο ασκητήριο του Κουβαριού της Πάτμου, όταν ήταν ήπιος ο καιρός, συνήθιζε να προσεύχεται έξω από το κελί του. Μια βραδιά, ενώ προσευχόταν γονατιστός, είδε μια στήλη φωτός να κατεβαίνει από τον ουρανό. Σε λίγο βρέθηκε περιλουσμένος απ’ αυτό το Θείο Φως. Κατέβασε το πρόσωπό του μέχρι το έδαφος και αναλύθηκε σε καυτά δάκρυα ζητώντας το έλεος του Θεού. Νόμισε ότι αυτό έγινε εξαιτίας της αμαρτωλότητάς του. Πρωί–πρωί έτρεξε στον Γέροντά του, τον π. Αμφιλόχιο Μακρή, και με συντριβή τού διηγήθηκε το όλο συμβάν. Ο διορατικός Γέροντας τον καθησύχασε και του μίλησε για τις θείες ενέργειες του Ακτίστου Φωτός. Στη συνέχεια, θεμελίωσε στον προαναφερθέντα τόπο την εκκλησία του Μνήστορος Ιωσήφ.


     Γ΄. Ο π. Παύλος Νικηταράς (1912–1999) μας διηγήθηκε ότι σε κάποια ασέληνη βραδιά έριξαν τα δίχτυα μαζί με το αδελφό π. Νικηφόρο στον κόλπο του Κουβαριού. Ως συνήθως, γύρω στις 11 το βράδυ τα ανέσυραν και έπρεπε μετά να τα ξεψαρίσουν. Ο π. Παύλος τον ρώτησε: «Πώς θα ξεψαρίσουμε χωρίς φως;». «Έχει ο Θεός!», απάντησε ο μοναχός Νικηφόρος. Σε λίγο, ενώ έλεγαν τους «Χαιρετισμούς» της Υπεραγίας Θεοτόκου, παρουσιάσθηκε ένας φωτεινός δίσκος από πάνω τους. Ο π. Παύλος, νόμιζε ότι ήταν δορυφόρος και φοβήθηκε μήπως πέσει και τους κάψει. Ο αδελφός π. Νικηφόρος, όμως, έμεινε τελείως απαθής. Το φως παράμεινε μέχρι που τελείωσε το υπούργημά τους (=η εργασία, η διακονία τους). Εξαφανίστηκε, όταν πλέον πέταξαν για δεύτερη φορά τα δίχτυα τους στη θάλασσα.

     Η σεμνή βιβλική του μορφή προκαλούσε δέος και πνευματική ανάταση στους επισκέπτες. Αναφέρει χαρακτηριστικά η Γερόντισσα Αγνή το εξής περιστατικό:
     «Αλησμόνητο μου μένει ένα φθινοπωρινό σούρουπο, κατά το οποίο τον προφθάσαμε να κάνει τον Εσπερινό στη Σπηλιά, μέσα στο ιλαρό φως των κανδηλιών και των κεριών. Η νεαρή ορθόδοξη Ελβετίδα την οποία συνόδευα, στο αντίκρισμα της οσιακής μορφής του, αναλύθηκε σε σιωπηρά δάκρυα μέχρι το τέλος της ακολουθίας. Παραμείναμε λίγα λεπτά κοντά του και με πολλή στοργή μας έδωσε λακωνικές ευχές και νουθεσίες. Ήταν τόσο συγκλονιστική αυτή η συνάντησή μας, ώστε η ξένη να ομολογήσει με θαυμασμό: “Σ’ ευχαριστώ θερμά για το μεγάλο δώρο που μου χάρισες! Ολόκληρη η Ευρώπη δεν έχει να επιδείξει μια τέτοια μορφή!”».


     Ο μοναχός Σάββας, μιμούμενος τους Πατέρες της Ερήμου, ποτέ δεν έμενε άεργος. Πίστευε ότι η εργασία που γίνεται με επίγνωση εξαγνίζει τον άνθρωπο. Στα υπάρχοντα κτίρια πρόσθεσε κι ένα μικρό παρεκκλήσιο τιμώμενο στ’ όνομα του Μνήστορος Ιωσήφ, μέσα στο οποίο έκανε τις χειμερινές του ακολουθίες. Με προσωπική του εργασία τελειοποίησε το ανηφορικό μονοπάτι που οδηγούσε προς τον «Γολγοθά» του. Αγαπούσε τη φύση και είχε μεγάλη επιτηδειότητα στο να μετατρέπει τα άγρια δένδρα σε καρποφόρα. Αυτό του το χάρισμα ήταν παραδεκτό παγκαλυμνίως και πολύ ευχαρίστως μπόλιαζε δωρεάν όπου τον καλούσαν.

     Ο καιρός της αναχώρησής του για τον Ουρανό πλησίαζε. Προσβλήθηκε από σοβαρή καρδιοπάθεια και μόλις το πληροφορήθηκε αυτό η αδελφή του η Κατίνα, η οποία ήταν στη μακρινή Αυστραλία, επέστρεψε και παρέμεινε κοντά του για να τον ανακουφίσει. Η άφιξη όμως της αδελφής του δεν άλλαξε καθόλου το διαιτολόγιό του. Πολλές φορές περνούσε τη μέρα μ’ ένα τσάι του βουνού και με μια ψευτόσουπα. Κατά τον αββά Θαλάσσιο, «ο νους που είναι εγκρατής, είναι ναός του Αγίου Πνεύματος». Αυτό ακριβώς πέτυχε ο μοναχός Σάββας.


     Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε αυτό που μας διηγήθηκε η αδελφή του. Την τελευταία φορά που ήθελε να κατέβει κάτω στην πόλη, τον εμπόδιζε γιατί ο γιατρός τού είχε απαγορεύσει κάθε μετακίνηση. Εκείνος, όμως, επέμενε και αναχώρησε. Η αγωνιούσα αδελφή του, μια απλοϊκή γυναίκα, πήγε στην άκρη της αυλής, ακούμπησε στον τοίχο και τον παρακολουθούσε με τη ματιά της. Ξαφνικά, με αίσθημα θαυμασμού ή αγίου φόβου τον είδε να μην αγγίζει το έδαφος και σε δευτερόλεπτα βρέθηκε στην άκρη της κατηφόρας. Όταν υπολόγισε ότι ήταν η ώρα της επιστροφής του, πήρε τα κιάλια για να έχει καλύτερη ορατότητα. Και, ω, τα θαυμάσια του Κυρίου μας! Όταν φάνηκε ο Γέροντας στην αρχή της απότομης εκείνης ανηφόρας, συνοδευόνταν και υποβασταζόταν από δύο λευκοφορεμένους νέους, τους οποίους ωστόσο δεν αναγνώρισε η ίδια. Με δάκρυα ευχαρίστησε τον Θεό, γιατί βρέθηκαν αυτά τα παιδιά. Τους παρακολουθούσε μέχρις ότου έφτασαν όλοι τους στην τελευταία στροφή του δρόμου. Χαρούμενη, έτρεξε να τους υποδεχθεί στην κορφή της σκάλας. Πόσο συγκλονιστική ήταν η έκπληξή της, όταν αντίκρισε τον πατέρα Σάββα ολομόναχο, μ’ ένα πρόσφορο στο χέρι! «Πού πήγε η συνοδεία σου;», τον ρώτησε ξαφνιασμένη. Ο Γέροντας αμέσως πήρε ένα πολύ αυστηρό ύφος και της είπε: «Σιωπή, σιωπή! Μη το ξαναπείς!».

     Τον επισκεφθήκαμε για τελευταία φορά τον Αύγουστο του 1991. Φαινόταν σαν να είχε λάβει την πληροφορία της αναχώρησής του και μας μίλησε αποκαλυπτικά για τους δύσκολους καιρούς που διερχόμαστε. Συνάμα, μας έδωσε πολύτιμες πατρικές νουθεσίες για τον πνευματικό μας καταρτισμό.


     Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους προσβλήθηκε από γρίπη. Για πολλές μέρες βασανιζόταν από υψηλό πυρετό. Επειδή η κλονισμένη του υγεία έδειξε σοβαρές υποχωρήσεις, μ’ εντολή του Σεβασμιωτάτου, μεταφέρθηκε στανικά με φορείο στο «Βουβάλειο» Νοσοκομείο. Εκεί, στο κελί του θεραπευτηρίου, άρχισε πλέον η στεφανηφόρα άθλησή του. Οι γιατροί διέγνωσαν ότι είχε πάθει ιλεό και ότι χρειάζονταν άμεση επέμβαση. Δεν επιχείρησαν όμως να τον χειρουργήσουν, γιατί το εντερικό του σύστημα είχε εκλεπτυνθεί λόγω των αυστηρών νηστειών του. Κατόπιν τούτου, όλοι περίμεναν ότι μέσα σε τρεις μέρες θα υπέκυπτε. Ο Κύριος, όμως, δεν είχε ακόμη αποφασίσει την αποδημία του και έζησε θαυματουργικά πάνω από σαράντα μέρες μέσα σ’ αυτή την επώδυνη και σοβαρή κατάσταση. Σ’ όλο το χρόνο της νοσηλείας του, οι γιατροί και οι νοσοκόμοι τού φέρονταν με πολύ σεβασμό και θαυμασμό. Ο ίδιος δεν επέτρεψε γυναικείο χέρι να τον εξυπηρετήσει.

     Ο Παντοδύναμος θέλησε αυτό το φωτεινό αστέρι να μη σβήσει στην αφάνεια, αλλά να σκορπίσει τις τελευταίες του ευεργετικές ακτίνες στην καταρρέουσα κοινωνία του νησιού της Καλύμνου. Παραδειγματική ήταν η καρτερία και η αγία υπομονή που έδειξε σ’ όλο το διάστημα της εκεί παραμονής του.


     Αναφέρουμε μερικά δείγματα της αγιότητάς του που εμφανίστηκαν έκδηλα:
     Ο π. Παύλος, ερχόμενος από την Πάτμο κατά τις 2:30 τα χαράματα, καθώς πλησίαζε στο νοσοκομείο είπε στον συνοδό του, Νικόλαο Μαμάκα: «Σε παρακαλώ, κάνε μια στάση. Θέλω να δω τον π. Σάββα». Ο συνοδός τού πρόβαλε το ακατάλληλο της ώρας. Ο π. Παύλος όμως επέμενε και, σε λίγα λεπτά, βρέθηκαν στο διάδρομο του νοσοκομείου. Χωρίς να του έχει αναγγελθεί η άφιξή τους, τον άκουσαν να λέει στην αδελφή του: «Κατίνα, ο Παύλος! Έρχεται ο Παύλος!».

     Σε μια από τις επισκέψεις μας, τον ρωτήσαμε: «Ήρθε ο Γέροντας Αμφιλόχιος;» (ο οποίος, είχε κοιμηθεί πριν από 22 χρόνια). «Ήρθε δυο φορές», απάντησε. «Και ο Άγιος Σάββας;» (ο οποίος, είχε κοιμηθεί το 1948). «Να ’τος! Εδώ είναι!». Κι έδειξε σ’ ένα σημείο, απέναντι στο κρεβάτι του.


       Την εποχή εκείνη, συνέπεσε να νοσηλεύεται η αδελφή Κυριακή από τον Ευαγγελισμό της Πάτμου και συνοδευόταν από την αδελφή Ευθυμία. Μια μέρα, παρουσιάστηκαν δύο νεαρές και γύρευαν τον άρρωστο καλόγερο. Η αδελφή Ευθυμία τις οδήγησε στο δωμάτιό του. Οι νέες μόλις τον είδαν, είπαν μ’ ένα στόμα: «Α! Αυτός είναι!». Κι έμειναν ακίνητες γι’ αρκετή ώρα ατενίζοντάς τον. Όταν συνήλθαν από την έκπληξη, διηγήθηκαν στην αδελφή Ευθυμία ότι, και οι δυο τους, είδαν το ίδιο όνειρο την περασμένη βραδιά: Βρέθηκαν στη Μονή του Αγίου Σάββα και εκεί τις παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Άγιος συνοδευόμενος από έναν άγνωστο σ’ αυτές μοναχό. Τα κορίτσια έβαλαν μετάνοια και ασπάστηκαν το χέρι του Οσίου, αγνοώντας κατά κάποιο τρόπο τον διπλανό καλόγερο. Οπότε, τις λέει ο Όσιος Σάββας: «Κι αυτός Σάββας, είναι. Αλλά είναι ακόμα στο νοσοκομείο». Εκεί, στο νοσοκομείο που πήγαν αυτοπροσώπως, διαπίστωσαν την επαλήθευση του ονείρου τους.

     Την Κυριακή της Ορθοδοξίας, μετά τη Θεία Λειτουργία, τον είχαν επισκεφθεί ως συνήθως μερικά γνωστά του πρόσωπα. Ξαφνικά, ενώ νόμιζαν ότι ο π. Σάββας βρίσκεται βυθισμένος σε κώμα, τον άκουσαν να λέει: «Σιωπή! Μη μιλάτε! (Δ)εν ακούτε που γίνεται Λειτουργία; Δώδεκα Πατριάρχες είναι ’δω πέρα. Να, και ο Αθανάσιος!... Κάτσε, κάτσε!...»· και, λέγοντας αυτό, τραβιόταν στο κρεβάτι για να κάνει χώρο να καθίσει ο ουράνιος Επισκέπτης του. Παρόμοιες τέτοιες αόρατες Θείες Λειτουργίες επαναλήφθηκαν και, όπως ομολογούσε ο ίδιος, δέχθηκε αοράτως ακόμη και Θεία Κοινωνία.


     Η 7η Απριλίου του 1992 σήμανε το τέλος της επίγειας βιωτής του. Αθόρυβα και ταπεινά παρέδωσε το πνεύμα του στον Ουράνιο Νυμφίο του. Ο Γέροντας Σάββας· «ο υπερόπτης των κάτω και παρεπίδημος, ο εραστής των άνω και ουρανοπολίτης».
     Η κηδεία του υπήρξε λαμπρή. Ο Δεσπότης έδωσε τόνο μεγαλοπρέπειας με την πνευματική του ομιλία και με την παρουσία όλου του ιερατείου. Συγκινητική ήταν, επίσης, η ανάβαση του ιερού του σκηνώματος, το οποίο το βάσταζαν στρατιώτες και το συνόδευσε πεζή ο Μητροπολίτης με τους κληρικούς που φορούσαν τα ιερά τους άμφια. 


     Το πλήθος ξεχύθηκε σ’ όλη την πλαγιά, γιατί το στενό μονοπάτι δεν αρκούσε. Όλοι, είχαν την αίσθηση ότι συνόδευαν έναν άγιο και δεν υπολόγισαν την καταρρακτώδη βροχή, η οποία διήρκησε μέχρι την ταφή του και την οποία είχε μεγάλη ανάγκη η Κάλυμνος, λόγω της ανομβρίας του καιρού. Το σκήνωμά του τοποθετήθηκε σ’ ένα λαξευτό τάφο που είχε ετοιμάσει ο ίδιος.
     Τώρα ο Γέροντας Σάββας, ο ασκητής «του Σταυρού» εύχεται στις Ουράνιες Σκηνές για όλους μας και ιδιαίτερα θ’ αναπαυθεί το πνεύμα του, όταν βρεθεί αντάξιος συνεχιστής των αγώνων του…



[(1) Αγνής Μαγκλής, Ηγουμένης
και Ευσεβίας Κασσιώτου, Μοναχής:
«Το Γεροντικό της Καλύμνου»,
κεφ. θ΄, σελ. 79–87,
έκδοσις Ιεράς Μονής
«Παναγία η Ελεούσα»,
Ρότσο, Κάλυμνος, 1998.
(2) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Ο Γέροντας της σιωπής και των δακρύων:
Σάββας της Καλύμνου (1903–1992)»,
κεφ. 2ο, 4ο–5ο, σελ. 39, 70, 86–90,
εκδόσεις «Τήνος»,
Αθήνα, 2002.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου