Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

ΨΕΜΑΤΑ, ΥΠΟΝΟΙΕΣ, ΥΠΟΨΙΕΣ

ΨΕΜΑΤΑ, ΥΠΟΝΟΙΕΣ, ΥΠΟΨΙΕΣ


     Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι για να πει κανείς ψέματα. Ο ένας είναι να πει κανείς ψέματα με το νου του· ο άλλος το να πει ψέματα με λόγια· και ο τρίτος το να πει ψέματα με ολόκληρη τη ζωή του. Εκείνος που με το νου του λέει ψέματα είναι αυτός που δέχεται τις υπόνοιες. Αυτός, αν δει κάποιον να μιλάει με τον αδελφό του, υποψιάζεται και λέει: «Για μένα λένε». Και αν σταματήσουν να μιλάνε, πάλι υποψιάζεται ότι σταμάτησαν γι’ αυτόν. Αν του πει κανείς μια κουβέντα, υποψιάζεται ότι την είπε επίτηδες για να τον στενοχωρήσει. Και μ’ ένα λόγο, σε κάθε πράγμα έτσι υποψιάζεται τον αδελφό του, λέγοντας: «Για μένα τό ’κανε αυτό, για μένα τό ’πε εκείνο, γι’ αυτό το λόγο έκανε τούτο το πράγμα». Αυτός είναι που με το νου του λέει ψέματα. Γιατί δεν λέει τίποτα αληθινό, αλλά όλα είναι βασισμένα στις υποψίες. Απ’ αυτό το λόγο λοιπόν γεννιούνται περιέργειες, καταλαλιές, κρυφακούσματα, διαμάχες, κατακρίσεις. Τυχαίνει καμιά φορά να υποψιαστεί κάποιος κάτι και τα πράγματα ν’ αποδείξουν ότι ήταν αληθινό. Και γι’ αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ότι, επειδή θέλει να διορθώσει τον εαυτόν του, πάντοτε κινείται με καχυποψία και περιέργεια, κάνοντας την ακόλουθη σκέψη: «Αν μιλάει κανείς εναντίον μου κι εγώ τον ακούσω, θα καταλάβω ποιο είναι το σφάλμα που με κατηγορεί και θα διορθωθώ». Πρώτα–πρώτα, αυτή η προκατάληψη που δέχεται στην ψυχή του είναι έργο του πονηρού. Γιατί άρχισε με το ψέμα, δηλαδή, χωρίς να ξέρει, υποψιάστηκε αυτό που δεν ήξερε. Πώς μπορεί λοιπόν κακό δέντρο να κάνει καλούς καρπούς;


     Όταν κάποτε βρισκόμουνα στο Κοινόβιο, είχα τον πειρασμό να προσπαθώ να συμπεράνω την εσωτερική κατάσταση κάποιου από τις κινήσεις του. Μου συνέβη λοιπόν ένα σχετικό γεγονός. Μια φορά, καθώς στεκόμουν, προσπερνάει μια γυναίκα που βάσταζε ένα σταμνί νερό, και δεν κατάλαβα πώς παρασύρθηκα και πρόσεχα τα μάτια της. Αμέσως τότε μου γεννήθηκε ο λογισμός ότι ήταν πόρνη. Μόλις λοιπόν μου είπε αυτό ο λογισμός, πολύ στενοχωρήθηκα και το ανέφερα στο Γέροντα, τον αββά Ιωάννη, μ’ αυτόν τον τρόπο: «Γέροντα, αν χωρίς να το θέλω, δω μια κίνηση κάποιου και συμπεράνω με το λογισμό την κατάσταση που βρίσκεται, τι πρέπει να κάνω;». Και μου απάντησε ο Γέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Τι λοιπόν, δεν συμβαίνει πολλές φορές να έχει κανείς κάποιο φυσικό ελάττωμα και με πολύ αγώνα να το ξεπεράσει; Δεν μπορείς απ’ αυτό να καταλάβεις την κατάστασή του. Ποτέ λοιπόν μην πιστεύεις στις υποψίες σου, γιατί στραβός οδηγός και τα ίσια τα κάνει στραβά. Οι υποψίες είναι ψεύτικες και βλάπτουν». Από τότε, και αν ακόμα μου έλεγε ο λογισμός για τον ήλιο ότι είναι ήλιος ή για το σκοτάδι ότι είναι σκοτάδι, δεν το πίστευα. Επειδή δεν υπάρχει τίποτα βαρύτερο από τις υποψίες. Είναι τόσο βλαβερές, γιατί μένουν πολύ καιρό μέσα μας και αρχίζουν να μας πείθουν να νομίζουμε ότι βλέπουμε καθαρά, πράγματα που ούτε υπάρχουν ούτε έχουν γίνει.


     Ας φροντίσουμε λοιπόν, αδελφοί μου, με όλες μας τις δυνάμεις, να μην δίνουμε εμπιστοσύνη ποτέ στις υποψίες μας. Απ’ αυτό το πάθος δεν μπορεί να προκύψει τίποτα καλό, απ’ αυτό συμβαίνουν μυριάδες ταραχές, μυριάδες στενοχώριες, απ’ αυτό ποτέ δεν βρίσκει καιρό ο άνθρωπος ν’ αποκτήσει φόβο Θεού. Κι αν ακόμα η δική μας κακία σπείρει υποψίες στην ψυχή μας, αμέσως ας τις μεταστρέψουμε σε καλές σκέψεις και τότε δεν θα μας βλάπτουν. Γιατί είναι καταστρεπτικές οι υποψίες και δεν αφήνουν την ψυχή ποτέ να βρει την ειρήνη της. Να, αυτό ακριβώς είναι το ψέμα που ζούμε με το μυαλό μας…


ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ


[Αββά Δωροθέου: «Έργα Ασκητικά»,
Θ΄ Διδασκαλία,
§97–§98, §100, σελ. 236–245,
εκδόσεις «Ετοιμασία»,
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Καρέα Αττικής, 19832.]










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου