Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

ΘΕΛΕΙ ΧΑΡΗ Η ΧΑΡΑ

ΘΕΛΕΙ ΧΑΡΗ Η ΧΑΡΑ


Μη «το παίζετε» χαρούμενοι, μερικοί. Είναι η πιο μεγάλη και η πιο κωμικοτραγική χαζομάρα, αυτό. Έχω χαρά, γιατί απλά έχω χαρά· γιατί ζω αυθόρμητα αλλά και γιατί εκφράζω πηγαία τη χαρά που ήδη υπάρχει σε αφθονία μέσα μου. Όχι, ενώ έχω το «χάρο» του απόλυτου κενού και του απόλυτου τίποτα μέσα μου, προσποιούμαι μια ανεδαφική και «τρισδιάστατη» χαρά, μέσα και έξω μου, τριγύρω και παντού. Η χαρά δεν είναι ρόλος, δεν είναι σκετσάκι, δεν είναι παντομίμα που προσφέρεται ψυχαγωγικά στους θεατές και περαστικούς της ζήσης μας· δεν είναι πάγια εντολή του εγκεφάλου προς τους νευρώνες του· δεν είναι συνταγογραφημένο αντίδοτο που δρα αυτόματα κόντρα στη θλίψη που αποφεύγουν οι πάντες· δεν είναι πιλοτικό ανέκδοτο που εφαρμόζεται πάνω στη σαρωμένη σκηνή του εαυτού μου· δεν είναι το κουμπί του ξεκαρδίσματος στο πιάνο που προσφέρουν οι μεγάλες καταθλιπτικές ώρες· δεν είναι η επιφανειακή κρούστα πάνω στην οποία στερεώνω με κέφι τη ζωή και τις σχέσεις μου. Η χαρά, είναι τεκμήριο εσωτερικής πληρότητας. Και η πληρότητα, είναι δώρο της Χάριτος του Θεού. Όχι, έχω μια δήθεν χαρά να επιδείξω, ακριβώς επειδή γνωρίζω πολύ καλά πώς να την υποκριθώ σε μένα και στους άλλους. Η χαρά είναι ριζωμένη βαθιά στα σπλάχνα του Θεού και, ακολούθως, κατά Χάρη και μέθεξη, στο διαχρονικό είναι του ανθρώπου· είναι το είναι του είναι μας. Η χαρά, σαν αυθεντική δύναμη και ιερή ενέργεια Θεού, δε θέλει και δεν επιδέχεται ούτε απομιμήσεις ούτε καρικατούρες ούτε παρωδίες ούτε καρμποναρίσματα ούτε αντιγραφές ούτε πλαστογραφίες. Αρκεί μια ματιά στην καθημερινότητά μας για να διαπιστώσουμε πως όντως υπάρχει μία ανομολόγητη σωρεία από δικές μας συμπεριφορές, οι οποίες είναι γεμάτες από επίπλαστες χαρές που χρησιμοποιούμε, περιστασιακά ή εξακολουθητικά, μόνο και μόνο για να καλύψουμε τη σκυθρωπότητα και την κατήφεια που φιλοξενούμε διαρκώς μέσα μας. Ο πρώτος λόγος λύπης και, μάλιστα, ανανέωσης και πολλαπλασιασμού αυτής της λύπης, είναι η δική μας διαρκής υπόκριση. Υπόκριση, σε προσωπικό και διαπροσωπικό επίπεδο. Όπως λέμε «ήλιος με δόντια», έτσι κι εδώ· «χαρά με χάρο»! Και το θέμα σαφώς δεν είναι να μη χαιρόμαστε, αλλά να μη χαιρόμαστε υποκριτικά και επίπλαστα. Γιατί αυτό, αν μη τι άλλο, δεν είναι υγεία, κάλλος, αλήθεια, ελευθερία και ήθος που τέρπει και σώζει· είναι τοξικότατος θεατρινισμός και ψυχοφθόρα μωρία, απάτη που καταβροχθίζει τον κλονισμένο εαυτό μας και σιωπηλή οδύνη που μασκοφορείται με κραυγαλέα ευωχία. 


Πολλοί ανεξήγητοι πόνοι που βιώνουμε μόνοι και απορημένοι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτές οι αρνητικά σαρωτικές επιστροφές της χαράς που εθιστήκαμε να ζούμε ή να προβάλλουμε με ένα εντελώς χαλκευμένο, υποκριτικό, προσχηματικό και επιτηδευμένο τρόπο. Δύσκολα, όμως, ένας ευθύς, ένας αληθινός, ένας ανυπόκριτος και ακομπλεξάριστος άνθρωπος, που δεν ταλαντεύεται ανάμεσα στο θέλημα και τη φαντασία, να μπορεί να λυπάται υπέρμετρα ή να λυπάται επί μακρόν. Απλά προτιμά να χαίρεται, γιατί αντιλαμβάνεται τη χαρά σαν τη μοναδική ουσία και πεμπτουσία της ζωής του καθώς και της ζωής των άλλων. Αντίθετα, εμείς όλοι (σχεδόν) σήμερα, έχουμε τρωθεί από το δήθεν, το μηδέν, το εφέ, την επίδειξη, από την κενοδοξία, την αλαζονεία και την οίηση, από την έξαρση της ψευτιάς και από την αχαλίνωτη ανειλικρίνεια του τρόπου μας. Και όλη αυτή η φρίκη, έχει σαν άμεσο και αισθητό αποτέλεσμα, μέσα μας, να φτάνουμε στο σημείο να καμαρώνουμε τους εαυτούς μας σα σιωπηλούς ουραγούς της ενδολύπης μας και σαν παθητικούς παλιάτσους της ψευδοχαράς μας. Πώς, πάντα, τα άκρα καταφέρνουν να ελκύουν τις ψυχές μας! Δεν θέλει πολύ φιλοσοφία το πράγμα. Θέλει ευθύτητα, ντομπροσύνη, αδολότητα, αλήθεια και φιλαλήθεια: ούτε η μέσα μας λύπη να μας καταπίνει σπαρακτικά ούτε και η προς τα έξω μας χαρά να μας αποτρελαίνει κυριολεκτικά.


Έπειτα, η χαρά η πνευματική, η ειρηνική και η απλανής, εκείνη η χαρά που υπάρχει μέσα στους κόλπους του Αγίου Θεού και κατόπιν προσφέρεται ακατάπαυστα σαν ένας, εν δυνάμει ή εν ενεργεία, καρπός του Πνεύματος στη ψυχοσωματική μας ζωή και κατ’ επέκταση στη ζωή ολόκληρου του κόσμου, δεν είναι και τόσο εξωστρεφής ή διαχυτική όσο επιτάσσει το προτεσταντικό σενάριο του δυτικού ανθρώπου· εκείνου του άσοφου ανθρώπου, που αγαπά να βαυκαλίζεται περισσότερο από μια γλυκερή ιδέα της αναστάσεως του Χριστού, παρά να εισπράττει εσωτερικά μια πρωτόφαντη και άφραστη πληρότητα από την ολοϋπαρκτική της εμβίωση. Και ασφαλώς αστοχούμε σαν άνθρωποι, σαν πρόσωπα, σα σχέσεις, σαν κοινωνία σε αυτό το παμμέγιστο κεφάλαιο της χαράς, γιατί αγνοούμε ή επιδιώκουμε να αγνοούμε το γεγονός ότι, νομοτελειακά, αυτή δεν προϋπάρχει άνευ του μαρτυρίου. Ενώ εμείς, σε απόλυτη αντιστροφή με τα πράγματα, θέλουμε και εμμένουμε πάντα να αφαιρούμε και να εξαφανίζουμε από την πορεία μας ο,τιδήποτε έχει ιχνοστοιχεία πόνου, θλίψης, οδύνης και μαρτυρίου, όταν πρόκειται να χαρούμε ατομοκεντρικά, εγωικά, ασύνετα, επιπόλαια, ανεύθυνα και τρικούβερτα. Όλη η ενδόψυχη μονομέρεια του ηδονικού ανθρώπου σε αυτό ακρίβως συνίσταται: στο να αφαιρεί από το μεγάλο ψηφιδωτό της ζωής του ό,τι δεν τον βολεύει και ό,τι του προκαλεί δυσχέρεια, κόπο, θλίψη και πόνο. Η ίδια η χαρά, μετά, δοκιμάζεται με τη μετάλλαξη που της επιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι. Δε φταίει αυτή καθαυτή που καθίσταται για μας απρόσφορη, ανώφελη, επιζήμια και επικίνδυνη, αλλά η προσποίηση με την οποία τη ζούμε. Όλη αυτή η τραγική παραποίηση και διαστρέβλωση της χαράς, η έντεχνη κάλυψη και παραγκώνιση της μοναδικής της πηγής, εκ μέρους όλου του συστήματος του κόσμου και των ανθρώπων αυτού του συστήματος, είναι ένα φλέγον ζήτημα· ένα θέμα που καίει και θα καίει πάντα, εάν πρώτα δεν πάρει κάποτε ξεκάθαρες και ειλικρινείς απαντήσεις από μας τους ίδιους, μέσα από τη δική μας ολόθυμη θέση και έμπρακτη τακτοποίηση. Επιβάλλεται επιτέλους να τοποθετηθούμε. Άραγε, υπάρχει χαρά χωρίς Χριστό; 


Τα έγκατα της ύπαρξής μας σιωπούν και περιμένουν εναγωνίως να εκφράσουμε λόγο και να εμφανίσουμε στάση: Τελικά, ποιος είναι αυτός που έχει και δίνει χαρά; Ο Χριστός; Ο κόσμος; Ο εαυτός μας; Ποιος, τελοσπάντων; Εάν ο κόσμος και ο εαυτός μας είναι αυτοί που όντως έχουν τη χαρά σε αποκλειστικότητα και την αλληλομοιράζουν μεταξύ τους για την ανάγκη της τροφοδοσίας τους, προβάλλοντάς την μεγάλαυχα, τότε, απομένει μόνος και κατάμονος, καταφρονημένος και αδικημένος ο Χριστός («Ἡ πάντων Χαρά»!), να τη «ζητάει» από μας! Αλλά, ενδέχεται ο Χριστός, στον κρίσιμο εσωτερικό διάλογο με τη συνείδησή μας, να μας απευθύνει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, προκαλώντας μ’ αυτό μια κατεπείγουσα αυτοκριτική: «Πώς ζητάς χαρά από Μένα, παιδί Μου, αφού δείχνεις ότι ήδη έχεις τη δική σου και ότι ζεις στο έπακρο τη χαρά που σου δίνει ο κόσμος που αγαπάς;». Η πραγματική χαρά, είναι μόνο Μία· και Αυτός πάλι, ο Οποίος πρώτα είναι η Αυτοχαρά και έπειτα μεταγγίζει χαρά από το Είναι Του, είναι μόνο Ένας. Υπάρχει ένα αποτρόπαιο παιγνίδι που παίζεται εδώ και αιώνες σε βάρος του ανθρώπου και της καρδιάς του. Κάποιος έχει τη χαρά, κάποιος την παραποιεί(ται) και κάποιος τη στερείται κι ας μη το παραδεχτεί ανοιχτά ποτέ αυτό. Δε μπορεί τη χαρά να την έχουν όλοι. Όχι, γιατί αυτή έπαψε να είναι καθολική και απροσωπόληπτη, αλλά γιατί μέσα στα όρια της απαραχάρακτης ελευθερίας του κάθε ανθρώπου, δε γίνεται δεκτή από όλους τους ανθρώπους όπως θα έπρεπε ευθύς εξαρχής. Και δε νοείται επίσης όλοι αυτοί που διατείνονται τώρα ότι τη βρήκαν και τη ζουν, στο τέλος, να καταντούν να λυπούνται και να οδύρονται έως θανάτου. Γιατί η χαρά του Χριστού δεν χάνεται ποτέ, δεν εκδαπανείται ποτέ και δεν κομίζει ποτέ θλίψη, σβησμό και θάνατο σε όσους την ενστερνίζονται βιωματικά. Και δε γίνεται, μέσα σ’ όλη αυτή τη γενική και ειδική, την προσωπική και διαπροσωπική, την αναπόδραστη και πνιγηρή απώλεια της χαράς, όλοι να ισχυρίζονται ότι δε γνωρίζουν από πού, ή καλύτερα, από Ποιον αυτή τελικά πηγάζει αυθεντικά και δίδεται αδαπάνητα. Το προσωπικό και διαπροσωπικό παράλογο που ζούμε, βλέπετε, πέραν του άφατου και αβάστακτου πόνου που αυτό σκορπά σε κάθε κατεύθυνση, έχει αρχέγονες και ισχυρές βάσεις μέσα στο ίδιο το ψέμα που ηθελημένα ζούμε, μέσα στη μεγάλη απιστία στην οποία έχουμε προ πολλού προσχωρήσει, ο καθένας με τον τρόπο του και ο καθένας ανάλογα με το μέτρο της εκούσιας πτώσης του.


Ακόμη δεν είδα άνθρωπο της ατόφιας πίστης να συμβιβάζεται με το ψέμα, με την αλλοτρίωση, με την έκπτωση, με το κάλπικο και το ψεύτικο, με το ρηχό και το ευτελές. Να ερωτοτροπεί με το γελοίο του «αυτοφωτισμού» του και να «στέλνει θετική ενέργεια» παντού· να βαυκαλίζει ολόκληρο το δύστυχο και παθητικό κόσμο γύρω του με ανεδαφικά κτητικά («μου» και «σου»!), με διάφορα θηλυπρεπή υποκοριστικά («μαράκι», «αλατάκι» και «φορτηγάκι»!), με γλοιώδεις αγαπωσύνες που χρυσώνουν ανομολόγητα εσωτερικά μίση και υποδηλώνουν σκόρπια αξεκαθάριστα συναισθήματα· να υποδέχεται κάθε ιερό πρόσωπο που συναντά στη ζωή του με ατέρμονες κολακείες που δεν τις αντέχει ούτε και αυτό το κενό που κουρνιάζει εσωτερικά μέσα του!


Ακόμη –δόξα τω Θεώ!– δεν είδα έναν πολύτιμο και γνήσιο άνθρωπο της καρδιακής και της αληθινής πίστης να καταφάσκει και να συμφωνεί με τις δυο φορές το χρόνο του εκκλησιασμού του (Πάσχα–Χριστούγεννα)· να συμπορεύεται αφελώς με σκόρδα, με πέταλα, με χαντρόματα, με ξεματιάσματα, με αστρολογίες, με παντός είδους μελλοντολογίες και μαντείες, με πνευματιστικές πλάνες, με γνοφώδη ρεύματα εξερευνήσεων του τίποτα, του καθόλου, του αβίωτου και του απρόσωπου· να πείθεται για τα διάφορα «κανάλια» και «επίπεδα» «ενεργειών», με «εσωτερικότητες» και «ανωτερότητες» της γκουρουϊστικής υπερηφανείας και αρνησιθεΐας· να απέχει και να στερείται από τη γεύση του μελιού της πατροπαράδοτης ευσέβειας και των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας του· να στέργει να μην εξομολογείται και να μη γεύεται την αγάπη του Θεού σαν ολοκληρωτική άφεση που αγγίζει θωπευτικά τα τρίσβαθα της ζωής του· να μην έχει ασίγαστο πόθο για λειτουργική ζωή και μέθεξη· να μη ριγά μέσα του και να μη βαΐζει από τον ενδόστερνο έρωτα για ποθεινή μετάληψη και κοινωνία με τον Αμνό, με το Σώμα και Αίμα του Σωτήρα Χριστού «του», παρά τη δεδομένη και αβυσσαλέα αναξιότητά του· να μην αυτοανακρίνεται με ορθόδοξη διάφανη δύναμη και να μη συντρίβεται πλήρως αλλά και ευγενώς, δίχως να προξενεί πνευματική βλάβη στη ψυχή του με ταπεινοσχημίες, με αδιακρισίες και ζηλωτισμούς· να μη συμπάσχει με τον πόνο του κόσμου, να μη συγχαίρει ακόμη και με την πιο μικρή χαρά του αδερφού και να μην αρπάζει μοναδικές ευκαιρίες εγκαρδιωμένης προσευχής για ν’ αγκαλιάσει ευκτικά ολάκερο τον έμψυχο και άψυχο κόσμο· να προτιμάει τη στείρα και άνευρη, την ανάπηρη και κουραστική ηθική αντί του άφατου στοργικού μυστηρίου της θείας αγάπης· να μη βιώνει το άτυφο μεγαλείο και την ουσιαστική υπέρβαση της εν Χριστώ κένωσης και δοτικότητας, όχι μόνο στο επίπεδο των φανερών του πράξεων, αλλά και σε αυτούς ακόμη τους κρυφούς και αμάρτυρους λογισμούς του, τους οποίους αγνοούν μεν οι πάντες, αλλά βλέπει και επίσταται μόνο ο παντεπόπτης Θεός.


Ο χριστιανισμός δεν έχει ανάγκη ούτε της χαρωπότητάς μας ούτε και της σοβαροφάνειάς μας για να είναι «αυθεντικός» και άμεσος. Δεν έχει ανάγκη την «υπερανθρώπινη» ή «υπεργήινη» γκάμα των ασταθών και ευμετάβλητων συναισθημάτων μας για να είναι κοσμικά «βατός», ώστε να μπορεί να πληροφορεί τις καρδιές των άλλων, προκειμένου να μην υπολειτουργεί σαν απειλή, σαν υπονόμευση και σαν τροχοπέδη της ζωής και της συνείδησης του αδελφού. Χριστιανισμός με τρικ, με κόλπα, με συνταγές, με ηθοποιίες, με επιτηδεύσεις, με φερσίματα, με φώτα και με υποσχέσεις φώτων, με επιθετικές παρεμβάσεις, με ανούσιες πνευματολογίες, με χαρωπές επευλογήσεις των πάντων και λουστραρισμένες ελευθεριότητες, δεν υφίσταται και δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, τότε σίγουρα αυτός ΔΕΝ είναι χριστιανισμός· δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας επικίνδυνος, μισόθεος και μισάνθρωπος ιησουϊτισμός. Ένας ενδοεφιάλτης που ζει η ασύνετη και αφελής ψυχή με καλύπτρα ευσεβισμού· ένα απελπιστικά αραχνιασμένο πάλκο ενός χαρωπού και ασόβαρου προτεσταντισμού· ένας χαμένος πνευματικά καθολικισμός που ανθοφορεί ανέξοδα, μισώντας αγαπολογικά το πλήρωμα των ψυχών και του κόσμου, πλατιάζοντας τον ανιαρό εαυτό του στις αβαθείς προτάσεις του, σε μια πληκτική και ανέφικτη σωτηριολογία.  Ο χριστιανισμός, πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, στηρίζεται ή μάλλον αρέσκεται στην αυθεντικότητα της καρδιάς, την οποία συντρέχει, επευλογεί και αυξάνει. Αυθεντικότητα της καρδιάς, που βρίσκουμε μονάχα στην άχραντη ελευθερία του προσώπου και του τρόπου. Αυτήν την ελευθερία του προσώπου και του τρόπου, αν δεν την έχεις, αν την φοβάσαι ή αν την απωθείς, αν την κόβεις και τη ράβεις στα μέτρα των φίλαυτων θελημάτων σου, τότε χάνεις συνεχώς πόντους πνευματικότητας. Η «βαθεῖα καρδία» του ανθρώπου, γίνεται μια ξεραμένη και άνυδρη στέρνα. Σταματάς αμέσως να είσαι βιωματικός άνθρωπος. Αρχίζεις πάραυτα να πετρώνεσαι, να τελματώνεσαι. Να φιμώνεις το είναι σου, ποτίζοντάς το με τα κώνεια της μέσα σου ψυχότροπης πικρίας. Και, το πιο αστείο απ όλα είναι, ότι το αντιλαμβάνεσαι πολύ καλά όλο «αυτό» που συμβαίνει μέσα σου και, παρ’ όλ’ αυτά, ψάχνεις να βρεις πολλούς, υποτίθεται, «πνευματικούς λόγους» για να το υποστηρίξεις και να το καλύψεις όχι σχετικά καλά, αλλά υπερτέλεια. Όμως, δεν υπάρχει ψέμα και απάτη που να πείθει για πολύ τον εαυτό μας. Η σχέση μας με τον Θεό, είναι μία απαράμιλλη, μοναδική, εδραία και αταλάντευτη σχέση ζωής, από την οποία φυγαδεύεται εξ ορισμού κάθε χίμαιρα, φενάκη, φαντασία, ουτοπία και αυταπάτη. Φερόμαστε πολλές φορές, λες κι ο Θεός είναι ανίδεος, τυφλός, αόμματος και κουφός. Λες και βλέπει και καταλαβαίνει όλον τον άλλο γύρω κόσμο, εκτός φυσικά από το δικό μας ανήσυχο και ευόλισθο κόσμο, το δικό σου και το δικό μου.


Η αγάπη και η αλήθεια που, τόσο ενδόμυχα, ποθούμε να βρούμε και να έχουμε στη ζωή μας, θέλουν την περιωπή τους, θέλουν το επίσημο και ωραίο βάθρο τους, το ιεροδοξαστικό τους κάδρο, θέλουν τον αίνο της λεπτότητας και την ωδή της μεγαλειότητας από τα σωθικά της ελευθερίας μας. Αν δεν έχεις ελευθερία στον τρόπο, στο ήθος και στο είναι σου, στα χνώτα και στη φτιαξιά σου, στη μιλιά, στην πράξη και στο πόρευμά σου, ακόμη και τα ράσα που θα φοράς (εάν είσαι κληρικός) θα τα αισθάνεσαι σα τραχιά σάβανα. Και όλη η, πολλές φορές, επιδοκιμασμένη και επαινετή, «ευπρεπής» και «κόσμια» συμπεριφορά σου (ο πιστός χριστιανός, ως γνωστό, δεν έχει να εμφανίσει «συμπεριφορές»· πώς να τοποθετηθεί άλλωστε νάρθηκας στο Πνεύμα στο οποίο αυτός πρόσκειται μυστικά;), θά ’ναι μια βαριά σκουριασμένη αλυσίδα πάνω στο άπτερο είναι σου. Και το Λόγο του Θεού, τα Συναξάρια, τους Πατέρες και τα Γεροντικά που, ενίοτε, θα πας να διαβάσεις και να εντρυφήσεις (υποτίθεται) για να καταρτιστείς, θα τα νιώθεις μέσα σου σαν ασήκωτες μυλόπετρες ενός θρησκευτικού αυτοαναγκασμού· γιατί είναι πανάρχαιος και αναφαίρετος νόμος τούτος: η ελευθεριότητα της παλαιότητας του κάθε ανθρώπου να απεμπολεί, σιωπηλά και πεισματικά, την ελευθερία του Πνεύματος. Το Πνεύμα βέβαια, αν και παντοδύναμο, δεν αδικεί και δεν προσβάλλει κανέναν· περιέπει με πρωτόγνωρη και αρχοντική αγάπη τον άνθρωπο. Και αλλοιώνει με την ευγενική σιγή της υπομονής Του την βαθύτατα αγριωπή φύση του βρότειου (=ανθρωπίνου) γένους και φυράματος. Και τον «πνευματικό λόγο» που θα πας να εκφέρεις, σαν ένας ακέραιος, άψογος και «φωτισμένος» χριστιανός προς τους άλλους, θά ’ναι στο στόμα της συγχυσμένης καρδιάς σου μια μουχλιασμένη και άγευστη μαστίχα. Γέμισε όλος ο κόσμος της σύγχρονης βαβέλ που επαπειλεί τη ψυχή μας από πληθώρα σκιάχτρων ψυχών, που «το παίζουν» συνεχώς χαρούμενοι και ενθουσιαστικοί κοσμοσωτήρες! Μελανό βούτυρο, στην αμαρτία του κόσμου! Όμως, μετά από τα τόσα και τόσα χιλιοειπωμένα κηρύγματα, όλοι, κήρυκες και κηρυγμένοι, επιστρέφουν βουβοί πίσω στη ματωμένη αρένα του προσωπικού τους βίου. Η ζωή ξέρει να δοκιμάζει πραγματικά την αντοχή των λόγων και των προθέσεών μας. Κάθε επίγεια στιγμή, κατά κανόνα, είναι η χρονική μήτρα από την οποία τίκτεται ένα γεγονός ή ένα βίωμα θλίψης. Πόσο έτοιμοι είμαστε για τούτο με όλη αυτή τη χαρωπή σκηνοθεσία που περιτριγυρίζει τη ζωή μας; Αλλά προκειμένου τα πράγματα να δεχθούν το λίκνισμα και την κάθαρσή τους, ο Χριστός και η αλήθεια Του, είναι το απαραίτητο και υπέρτατο δοκίμιο όλων των προσώπων· καθώς, βέβαια, και το μυστικό απόσταγμα της ζωής και της εμπειρίας των ολίγων· των ολίγων, των αφανών και των μυστικών.


Η Χάρη του Θεού είναι το πιο λεπτό και ευαίσθητο πράγμα σε όλο τον κόσμο, για όλους τους κόσμους και για όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα για τους πιστούς. Έρχεται μ’ έναν αναστεναγμό και μ’ ένα αίσθημα συμπάθειας και φεύγει με μια ψιλή διάθεση φιλαυτίας, με μιαν αδιόρατη σκληρότητα, με μια σιωπηλή ειρωνεία και μ’ ένα νεύμα επίκρισης ή απώθησης. Και επειδή ακριβώς η Ίδια είναι ανενδεής, ελεύθερη, υπέρλογη, απρόβλεπτη, μυστηριώδης, μεγαλειώδης και σωτήρια, γι’ αυτό και είναι αρχοντικά και φιλάνθρωπα «ιδιότροπη». Επαναλαμβάνω συνοπτικά τη διαδρομή της (έτσι όπως μας τη φανέρωσε ο χορός των αγίων και σεπτών γερόντων που τη βίωσε σε ανείπωτο ενδοεμπειρικό βαθμό): έρχεται αναπάντεχα με την πιο λεπτή κίνηση αγάπης και θυσίας εκ μέρους μας και φεύγει, απίστευτα εύκολα από μας, με τις πιο «ασήμαντες» και «δυσδιάκριτες» αφορμές των παθών και πτώσεων που μας κρατούν σε εμφανή απόκλιση από κάθε αγάπη και από κάθε ταπείνωση του Χριστού. Είθε να βλέπουμε καλά τους εαυτούς μας, χωρίς βέβαια να αυτοβασανιζόμαστε στην ενδοσκόπησή μας. Είθε να βλέπουμε και να χαιρόμαστε που μας δίνει ο Θεός μια τέτοια δυνατότητα, με τη Χάρη Του, να βλέπουμε, να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε. Είναι εξαιρετικά μεγάλο και ζηλευτό το προνόμιο, αυτό! Άλλοι, για μια ολόκληρη ζωή αναισθητούν και πραγματικά δε βλέπουν και δε διακρίνουν τίποτα (κι ας νομίζουν ότι βλέπουν κι ας πιστεύουν ότι διακρίνουν!)· κι αυτό είτε γιατί δεν έχουν προσλάβει τη δυνατότητα που προσφέρει πάντα η πνευματική παιδεία της θείας Χάριτος είτε γιατί οι ίδιοι αυτοπροσώπως αρνούνται αυτή την άκρως σημαντική δυνατότητα του βλέπειν. Είθε να βλέπουμε και να γνωρίζουμε πού στο καλό φταίμε, αν φταίμε. Κι αν φταίμε, να μη το γυρίζουμε στο γαϊτανάκι των ενοχών που καραδοκούν πάντα δίπλα μας, προκειμένου να σώσουν αυτές τα όποια σπαράγματα του εγωισμού μας. Να αρνούμαστε τις εύκολες λύσεις που, ως συνήθως, καταλήγουν και μορφοποιούνται σε υπεκφυγές, σε ανευθυνότητες, σε στρεψοδικίες, σε δικαιολογίες, σε αυτοδιακαιώσεις, σε μισόλογα, σε μισές αλήθειες και άρα σε ολόκληρα ψέματα. Όχι, να κρυβόμαστε μέσα στα άχυρα των αμαρτιών μας και, ταυτόχρονα, να καταγγέλλουμε στεντόρεια όλους τους άλλους για το ολίσθημα της κοινωνίας και του κόσμου, γενικά και αόριστα. Όχι, να μη τολμούμε ποτέ, ούτε για μια κλασματική στιγμή αιώνιας αξίας, να νιώσουμε, φιλόθεα και αγιαστικά, παναμαρτωλοί και συναμαρτωλοί και, εντούτοις, να σκορπούμε με αυθάδεια τα βέλη της αλάθητης κρίσης μας (αυτής, της μωρίας της εξυπνάδας μας!) προς την απέναντι όχθη στην οποία στέκουν οι συνάνθρωποί μας, αλλά και παντού στον κόσμο και στο σύμπαν. Όχι, να σκεπάζουμε τη θέα του πραγματικού είναι μας με αοριστολογίες, γενικεύσεις, σοφιστείες, φιλοσοφίες, ασάφειες, χαρωπότητες, αβρότητες, κολακείες, κουταμάρες, γελοιότητες και αγαπολογίες.


Από τις καίριες αφορμές που εμποδίζουν σοβαρά τη Χάρη, είναι αυτές που θεωρητικά ξέρουμε όλοι και οι οποίες μας δίνονται αναντίρρητα με την υπερηφάνεια, την υπεροψία, την αλαζονεία, την κενοδοξία, την κατάκριση, την απονιά, την αναισθησία, τη σκληρότητα κλπ. Και μια ακόμη αφορμή, επίσης, την οποία όλοι ασφαλώς την υποπτευόμαστε, γιατί όλοι τη ζούμε λίγο-πολύ σήμερα, είτε από τον εαυτό μας είτε από τους γύρω μας, κι αυτή δε βρίσκεται πουθενά αλλού παρά στο πάθος της μιζέριας. Η μιζέρια: αυτή, η απτή και ψηλαφητή έλλειψη ευχαριστίας, ευγνωμοσύνης και δοξολογίας. Ο άνθρωπος που δεν έχει μια στάλα ευγνωμοσύνης, δοξολογίας και ευχαριστίας μέσα του, για τη ζωή του, για τον κόσμο και για τους ανθρώπους γύρω του, για την αναπνοή του, είναι ο πιο δυστυχής, ο πιο ανικανοποίητος και ο πιο κακόμοιρος άνθρωπος. Η πολλή μιζέρια όμως, η φαγωμάρα και η κλάψα, το δίχως άλλο, φέρνουν και μεγάλη ασυνεννοησία, πρωτόγνωρη μοναξιά και, στο τέλος, αθεράπευτη τρέλα. Κι αυτό συμβαίνει σ’ όλα τα είδη και σ’ όλα τα επίπεδα σχέσεων. Αφήστε δε που, δεν κρατιέται και δεν συνέχεται σχέση με μιζέρια, δηλαδή με αχαριστία και αγνωμοσύνη προς το Θεό και προς το συνάνθρωπο, αυτή την ορατή και απτή εικόνα του Θεού που βρίσκεται σιμά μας.


Δεν είναι σύνθημα, δεν είναι συνταγή, δεν είναι προσταγή, δεν είναι επιταγή, δεν είναι φύλλο πορείας, είναι η φωνή των πραγμάτων της ίδιας της ζωής μας: Είναι μεγάλη και αδήριτη ανάγκη να είμαστε άνθρωποι ανυπόκριτοι, άνθρωποι μεγάθυμης ελευθερίας και εγκάρδιας ευχαριστίας. Όλοι οι κύκλοι μας, βρίσκονται, διανοίγονται και κινούνται μέσα στο μεγάλο πατρικό κύκλο του Θεού. Αλλά, θα είναι ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μας, εάν κάποτε, κάπως, δώσει ο καλός Θεός και νιώσουμε ότι, κάποιοι δικοί Του κύκλοι, επιδιώκουν αγαπητικά τόσο πολύ να περνούν μέσα από τους δικούς μας, τους χοϊκούς, τους ταπεινούς, τους αναιμικούς, τους ασήμαντους και μικρούς κύκλους! Ο χρόνος κυλάει αθόρυβα, τα χρόνια μάς αποχαιρετούν, τα πάντα ρέουν αθόρυβα με ταχύτητα, την οποία μάλλον δε φαίνεται να την αναλογιζόμαστε και να την πολυσυνειδητοποιούμε, να την παίρνουμε στα σοβαρά, δίχως να χάνουμε κάτι από τον όμορφο αυθορμητισμό της φύσης μας: η καρδιά μας, δεν είναι μόνο σαρκική· δε στέλνει και δέχεται μόνο αίμα, αλλά στέλνει προσευχή και ικεσία και δέχεται ουρανό και παράδεισο. Είναι το μυστικό και άχρονο κέντρο της αιώνιας ύπαρξής μας, η οποία ύπαρξη κτίσθηκε, κατ εικόνα του Θεού. Χρειάζεται, άμεσα και ακαθυστέρητα, ν ανοιχθούμε καρδιακά σ αυτά τα ζητήματα. Για ν αρχίσουμε να ζούμε επιτέλους καρδιακά, ελεύθερα, αυθεντικά και ακαλούπωτα. Ο ασίγαστος παλμός του Πνεύματος βρίσκεται, με απόλυτο σεβασμό, πλάι στα χνώτα μας· στις απορίες και τις αμηχανίες μας· στην ανημποριά και την αποτυχία μας· στη θλίψη που γίνεται δάκρυ και στο δάκρυ που γίνεται λουτρό της ψυχής· στο μαρτύριο που μεταβάλλεται σε αναψυχή· τη δύναμη, την ανακαίνιση και την ανάπλαση της οποίας, δε μπορεί κανείς από τους ανθρώπους όλων των εποχών να περιγράψει. Τα τραύματα, οι θλίψεις, οι λύπες και τα άγχη μας, στέκονται σα μια βαριά αυλαία ανάμεσα σε μας και στο Θεό της καρδιάς και της Πίστης μας. Ακίνητο αυτό το τραχύ και σκληρό παραπέτασμα, περιμένει ένα ισχυρό χέρι να το αποτραβήξει, να το κάνει πέρα για να ακυρώσει ακαριαία το ρόλο και την παρουσία του. Ο Θεός μας, αν και απόλυτα απαθής ο Ίδιος, συμπάσχει απερίγραπτα και απερινόητα κοντά μας. Η μόνη δική Του ευδοκία που στέκει ακατάλυτη στο χρόνο, είναι να μεταλάβουμε τη Χαρά Του μέσα μας. Γιατί η χαρά δεν είναι μόνο η γιατρειά της φύσης μας, αλλά και εκείνο το ζωντανό και αναφαίρετο κριτήριο της Πίστης μας. Και αυτή η ευλογημένη Πίστη είναι απαραίτητο να υποστασιοποιηθεί στη ζωή μας, με τη Χάρη του Θεού, με τη Χάρη της χαράς Του. Για να παύσει ο κόσμος να προσθέτει λύπη στη λύπη μας. Η χαρά που δίνει ο Χριστός είναι μοναδική, γιατί εξίσου μοναδική είναι και η σωτηρία που κομίζει η θεία αγάπη Του· σωτηρία, την οποία ανέκαθεν ποθεί η ψυχή του ανθρώπου γιατί μόνο με αυτήν συγκινείται και αλλοιώνεται. Το μόνο εμπόδιο σ αυτό το πανυπερευλογημένο έργο της χαράς, που είναι η σωτηρία μας, είναι τα προσχήματα του κόσμου και του εγκεφάλου μας. Θέλει Χάρη το όλο ζήτημα· Χάρη Θεού. Ακόμη και αυτή η χαρά, τι νομίζετε; Χάρη, θέλει και αυτή. Θέλει Χάρη, η χαρά. Θέλει Χάρη, για νά ’ναι όντως χαρά!...

π.Δαμιανός








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου