Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΠΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΜΤΣΑΤΚΑΣ

ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΠΡΟΥΣ
ΤΗΣ ΚΑΜΤΣΑΤΚΑΣ


     Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, το Πάσχα, που έκανα ανάμεσα στους λεπρούς, το 1908.
     Η μικρή παροικία των λεπρών που οργάνωσα στις αρχές του 20ου αιώνα στην Καμτσάτκα, ήταν το πιο αγαπητό μου δημιούργημα. Ο Θεός με αξίωσε να το ολοκληρώσω πολύ σύντομα και με λίγο κόπο. Τα χρόνια εκείνα η λέπρα αποτελούσε μια τρομερή μάστιγα της ανθρωπότητας, γιατί δεν είχε ακόμα τεθεί κάτω από τον έλεγχο της ιατρικής επιστήμης. Για το λόγο αυτό οι λεπροί, αποδιωγμένοι από τις οικογένειες, τα χωριά και τις πατρίδες τους, ζούσαν απομονωμένοι σε μέρη έρημα και ακατοίκητα.


     Η παροικία οργανώθηκε στα βόρεια παράλια της χερσονήσου, σ’ ένα ερημικό μέρος, ανάμεσα στα βουνά. Απαρτιζόταν από τρία οικήματα. Στο ένα έμεναν οι λεπρές γυναίκες και τα παιδιά. Στο άλλο οι άντρες. Και στο τρίτο, μικρότερο και κάπως απομονωμένο, η αδελφή νοσοκόμα Α. Μ. Ουρούσοβα. Αυτή η αγία ψυχή είχε ανταποκριθεί σε σχετική έκκλησή μου και ήρθε σ’ εκείνη την ερημιά, θυσιάζοντας κυριολεκτικά τη ζωή της, για να υπηρετήσει τους δυστυχισμένους ασθενείς. Η θεάρεστη εργασία της ήταν εθελοντική. Καμιά αμοιβή δεν έπαιρνε. Είχε μόνο την ελπίδα της ουράνιας αμοιβής στη βασιλεία του Θεού.


     Διακονούσε με συγκινητική αυτοθυσία τους λεπρούς. Δεν ήξερε τι θα πει ωράριο εργασίας, ανάπαυση, ύπνος, ψυχαγωγία. Είχε εκμηδενίσει τις προσωπικές της ανάγκες.
     Να βλέπατε, με τι εγκαρδιότητα συνομιλούσε με «τα παιδιά της», όπως αποκαλούσε τους ασθενείς· με τι τρυφερότητα τους παρηγορούσε· με τι υπομονή έπλενε και καθάριζε τις πληγές τους· με τι γλυκύτητα τους έκανε να ηρεμούν, όταν πάθαιναν υστερικές κρίσεις απελπισίας· και με τι ικανότητα κατόρθωνε να εμψυχώνει όσους, σε στιγμές απογνώσεως, έφταναν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας! Ήταν γι’ αυτούς όχι νοσοκόμα, αλλά μητέρα και αδελφή και φύλακας άγγελος. Την αποκαλούσαν τρυφερά «αδελφή της ευσπλαχνίας».


     Στην παροικία πήγαινα κατά διαστήματα, με τα έλκηθρα φορτωμένα τρόφιμα και δώρα. Στον καθένα έφερνα και κάτι, ανάλογα με την ηλικία και το φύλο του: υλικά και εργαλεία για χειροτεχνία, βιβλία, περιοδικά, γλυκά και παιγνίδια για τα παιδιά. Όλ’ αυτά τους έκαναν να ξεχνούν για λίγο τα βάσανα και την κατάθλιψή τους. Γι’ αυτό με περίμεναν κάθε φορά με ανυπομονησία.
     Ένα δωμάτιο του οικήματος των ανδρών το είχα διαμορφώσει σε παρεκκλήσι. Ήταν μικρό και ταπεινό, αφιερωμένο στον άγιο πολύαθλο Ιώβ. Όσο καιρό έμενα στην παροικία, τελούσα εκεί καθημερινά τις ακολουθίες. Και τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωνα στην επικοινωνία με τους ασθενείς. Μοιραζόμουν μαζί τους όλα τα θέματα που τους απασχολούσαν. Από τα πιο απλά και καθημερινά, μέχρι τα πιο σοβαρά πνευματικά. Δημιουργήθηκαν έτσι μεταξύ μας αμοιβαίες σχέσεις βαθιάς αγάπης και κατανοήσεως.


     Εκείνο το Πάσχα, που έκανα κοντά τους, δεν έχω λόγια να το περιγράψω, όπως πιο πάνω είπα. Μισόν και πλέον αιώνα υπηρετώ την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν κληρικός. Κι όλ’ αυτά τα χρόνια γιόρτασα την Ανάσταση του Κυρίου μας κάτω από τις πιο απροσδόκητες και ποικιλόμορφες συνθήκες. Τέλεσα την αναστάσιμη ακολουθία στη χιονισμένη τραχιά έρημο της Καμτσάτκας· σε άθλιες υπόγειες τρώγλες· πάνω σε πλοίο στην ανοικτή θάλασσα· σε μια απόκρημνη παραλία του Ειρηνικού Ωκεανού· στην πρώτη γραμμή του μετώπου στα 1914–15, σε εκστρατευτικό νοσοκομείο· σε φυλακές και σε μοναστήρια· στο Κρεμλίνο της Μόσχας, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στην Κίνα, στην Ιαπωνία… Όμως τα συναισθήματα που πλημμύρισαν την ψυχή μου, όταν έκανα την Ανάσταση με τους λεπρούς αδελφούς μου, δεν τα ξανάνιωσα. Κι αυτά τα συναισθήματα με οδήγησαν να γράψω εκείνη την αξέχαστη εμπειρία μου στους παρακάτω στίχους:


–ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΠΡΟΥΣ–

 Στην Καμτσάτκα,
στης οικουμένης το τέρμα,
σ’ αυτής της ξεχασμένης γης
το νεκρικό σκοτάδι,
μακριά απ’ τον κόσμο, μέσα στη σιωπή,
κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανού, τον αστροστολισμένο,
βαθιά μέσα στα χιόνια,
ανάμεσα σε θάλασσα και σε βουνά,
ζούσαν λίγοι άνθρωποι μιαν άθλια ζωή.
Μαζί με τούτα τα παιδιά μου τα πνευματικά,
που από καιρό δεν γνώρισαν χαρά μήτε και χάδι,
βασανισμένα καθώς είναι
από την άσπλαχνη λέπρα,
ο Κύριος θέλησε να γιορτάσω το Πάσχα.
Χωρίς ναό, χωρίς καμπάνες,
χωρίς χλιδή και πλούσιες φορεσιές,
χωρίς μεγάλες χορωδίες
και πλήθη κι επισήμους.
Μέσα στο κάτασπρο και καθαρό σπιτάκι,
στολισμένοι με τη φτώχια και τη στέρηση,
στέκονταν οι λεπροί με τα κεριά τους αναμμένα.
Ο οίκος του Θεού
γεμάτος προσευχές και άνθη,
μηνούσανε τον ερχομό της αναστάσιμης χαράς.
Με άμφια ταπεινά πίσω απ’ το βήλο του ιερού,
με τη λαμπάδα και με το σταυρό,
με τη ψυχή όλο χαρά,
μπροστά στο θυσιαστήριο
τον ύμνο έψαλλα εκείνο,
που πρώτα οι άγγελοι έψαλαν στον ουρανό.
Οι προσευχές τους φτάσανε ως τις καρδιές μας.
Φούσκωσε ο ύμνος
τα πληγωμένα στήθη των λεπρών,
που με φωνή αδύναμη, βραχνή κι αρρωστημένη,
μα με ψυχή κατανυγμένη,
τον αναστάσιμο ψάλανε Κανόνα.
Ξεχασμένοι απ’ τον κόσμο, στερημένοι το φως,
οι αδελφοί μας τον Κύριο ικέτευαν
για των αμαρτιών τους την άφεση
και του σύμπαντος κόσμου την ειρήνη.
Για πρώτη φορά από τη γέννησή τους,
σήμερα τη μέρα τη μεγάλη της σωτηρίας,
αξιωθήκαν να βρεθούν σε πασχαλιάτικη ακολουθία,
κινημένοι απ’ την αγάπη του Χριστού
εξομολογήθηκαν και πήραν το Σώμα και το Αίμα Του.
«Χριστός Ανέστη! – Χριστός Βοσκρέσε!»,
πλημμυρισμένοι από χαρά αναφωνούσαν.
«Αληθώς Ανέστη! – Βοΐστινου Βοσκρέσε!»,
τους αποκρίνονταν τα όρη και η θάλασσα…
Μα πέρασε κείνη η μέρα
κι ήρθε του χωρισμού η ώρα.
Λυπητερός ο χωρισμός,
παντοτινές οι αναμνήσεις.
Ήτανε τόσο σύντομη η επαφή των καρδιών μας.
Σαν έφευγα, γονάτισαν σε προσευχή.
Ικέτεψαν τον Κύριο
να στείλει θύελλες κι αστροπελέκια,
για να κλειστούν οι δρόμοι
που θα μ’ έπαιρναν μακριά.
Με δάκρυα στα μάτια με θερμοπαρακαλούσαν:
«Αγαπημένε μας πατέρα, μια μέρα ακόμα!
Έστω μια μέρα μόνο ακόμα μείνε μαζί μας!».
Και η καρδιά, που δεν είναι από πέτρα
–ακόμα κι η δική μου–
ζεστάθηκε και πάλι απ’ τα καυτά τους δάκρυα.
Έμεινα εκεί,
με τους λεπρούς μου αδελφούς,
την προσευχή και την αδελφική συζήτηση
να συνεχίσουμε αντάμα…


– Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο –

«Η ΖΩΗ ΜΑΣ,
ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!»


     Μη έχοντας οι κάτοικοι άλλο τρόπο να προφυλαχθούν από τη φρικτή ασθένεια της λέπρας, μόλις αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος είχε προσβληθεί από αυτήν, τον έδιωχναν να κατοικήσει μόνος του σε μακρινό ερημικό μέρος. Εκεί πέθαινε εγκαταλελειμμένος και αβοήθητος, χωρίς κανείς να ενδιαφερθεί ούτε και γι’ αυτή την ταφή του λειψάνου του. Όμως καμιά φορά ο Θεός οικονομεί διαφορετικά τα πράγματα. Να, τι συνέβη σε μια περιοδεία μου:

     Ήταν χειμώνας βαρύς και ταξίδευα με τα έλκηθρα στις βόρειες περιοχές, κάπου στην περιοχή του Κλιουτσέφσκ. Περνούσα από έναν τραχύ και εντελώς έρημο τόπο, όταν ξαφνικά τα σκυλιά ξέφυγαν από το δρόμο και όρμησαν σε μια πυκνή συστάδα θάμνων. Μάταια προσπάθησε ο αμαξάς να τα συγκρατήσει. Ούτε τα λουριά ούτε το μαστίγιο ούτε οι φωνές του μπόρεσαν να γυρίσουν στη σωστή πορεία. Σαν από μια αόρατη δύναμη οδηγημένα, πέρασαν μέσ’ από τους θάμνους και στάθηκαν σ’ ένα μικρό ξέφωτο.

     Τότε είδα ένα μοναχικό, ξύλινο καλυβάκι, αόρατο από το δρόμο. Μόλις τα σκυλιά στάθηκαν μπροστά του, έβγαλαν ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό. Κι αμέσως βγήκε στην πόρτα ένας νεαρός καμτσαντάλος. Πίσω του, φάνηκε το κεφάλι μιας νέας γυναίκας με ερωτηματικό βλέμμα.
     Πλησίασα. Πρόσεξα πως ο άντρας ήταν λεπρός. Ολόκληρη η δεξιά πλευρά του, το πρόσωπο και το σώμα, ήταν μια φρικτή πληγή, σάπια και πυώδης, που μύριζε απαίσια.
     Τους χαιρέτησα. Μου ανταπέδωσαν το χαιρετισμό με σεβασμό, κάνοντας βαθειά υπόκλιση. Βιάστηκαν όμως να με πληροφορήσουν πως είχα μπει σε απαγορευμένη περιοχή. Λόγω της λέπρας του νέου άντρα, μια έκταση γύρω από την καλύβα ακτίνας μερικών εκατοντάδων μέτρων, ήταν σε καραντίνα. Οι γύρω κάτοικοι το γνώριζαν και ποτέ δεν πλησίαζαν.


     Είδα ένα καλωσυνάτο φόβο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Ανησυχούσαν για την υγεία τη δική μου και των συνοδών μου.
     –Μην ανησυχείτε, τους καθησύχασα. Η πρόνοια του Θεού μάς έφερε ως εδώ. Δεν υπάρχει επομένως φόβος για μας. Ο Θεός θα μας φυλάξει. Πες μου όμως – στράφηκα στον λεπρό – ποια είναι αυτή η γυναίκα;
     –Η συζύγός μου. Και είναι τελείως υγιής. Αλλά, μπάτουσκα (=παππούλη), σας παρακαλούμε πολύ, ελάτε μέσα στο φτωχικό μας. Έχουμε κι ένα νεογέννητο παιδάκι.

     Μπήκα μέσα στο ξύλινο καλυβάκι. Μ’ έπνιξε η δυσοσμία. Ένα δωμάτιο ήταν όλο κι όλο, μ’ ελάχιστα φτωχικά έπιπλα. Τ’ απαραίτητα μόνο: ένα τραπέζι, μερικές καρέκλες, ένα διπλό κρεβάτι, μερικά ράφια. Τα είχε φτιάξει μόνος του ο λεπρός, καθώς είπε, με ξύλα από το δάσος. Απ’ το χαμηλό ταβάνι κρεμόταν μια κούνια. Εκεί μέσα κοιμόταν αμέριμνο το νεογέννητο αγοράκι. Σε μια γωνιά, πάνω σ’ ένα μικρό ραφάκι, πήρε το μάτι μου μια εικόνα του Κυρίου κι ένα κερί μισοκαμμένο.


     –Μπάτουσκα, μια χάρη να σας ζητήσουμε. Εφόσον ο Θεός σάς έφερε ως εδώ, θα μπείτε στον κόπο να βαπτίσετε το παιδί μας; Χρόνια έχουμε να δούμε παπά. Και ίσως να μη ξαναδούμε ποτέ πια…
     Τα μάτια της γυναίκας βούρκωσαν.
     –Ναι, παιδιά μου, είπα συγκινημένος. Ας ετοιμάσουμε ό,τι χρειάζεται για τη βάπτιση.
     Η γυναίκα έβγαλε χαρούμενη από ένα ντουλάπι μια ευρύχωρη ξύλινη λεκάνη. Ήταν μεγάλο κούτσουρο, προσεκτικά και επιτήδεια σκαμμένο.
     –Είναι η κολυμβήθρα, είπε. Τη σκάλισα μόνη μου, σιγά-σιγά, μόλις διαπίστωσα ότι περίμενα παιδί. Είχα σκοπό να πάω κρυφά, κάποια νύχτα, στο Κλιουτσέφσκ και να παρακαλέσω τον εφημέριο να έρθει για τη βάπτιση του βρέφους. Φοβόμουν όμως πως δεν θα δεχτεί. Αδιάκοπα έκανα προσευχή στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, να οικονομήσει έναν τρόπο, ώστε να μη μείνει το παιδί αβάπτιστο. Και, να! Που, τόσο απροσδόκητα, ήρθατε εσείς! Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού!
     Έφερα από το έλκηθρό μου τα απαραίτητα για το μυστήριο, και βάπτισα το μικρό μέσα σε ατμόσφαιρα βαθειάς κατανύξεως. Έμεινα μαζί τους όλη την ημέρα. Οι αγωγιάτες δεν τόλμησαν να πλησιάσουν. Κατασκήνωσαν πέρα από τους θάμνους, όπου άναψαν φωτιά και μαγείρεψαν.

     Συζητώντας με τους δυο ερημίτες–συζύγους, έμαθα πως μερικά χρόνια πριν, ο άντρας είχε αρρωστήσει ξαφνικά από λέπρα. Αμέσως, τον έδιωξαν από το χωριό. Η γυναίκα του τον ακολούθησε, παρ’ όλο που ήταν υγιής. Πιστή και αφοσιωμένη, δεν θέλησε ν’ αφήσει μόνο του το σύντροφό της στην εξορία. Έφτιαξαν σ’ εκείνη την ερημιά το ξύλινο καλύβι τους, το επίπλωσαν και αποφάσισαν να πεθάνουν εκεί μαζί. Ζούσαν με ποταμίσια ψάρια, καρπούς και ρίζες.

     Τόλμησα να τη ρωτήσω πώς αποφάσισε, υγιής όπως ήταν εκείνη, ν’ ακολουθήσει το λεπρό σύζυγό της σ’ ένα τόσο σκληρό δρόμο.
     –Μα, είναι ο άνδρας που μου έδωσε ο Θεός! απάντησε με απλότητα. Πώς να τον αφήσω; Τώρα μάλιστα έχουμε και γιο! Βαπτισμένο κιόλας! Είμαι πολύ ευχαριστημένη. Ποτέ δεν θα χωριστώ από τους αγαπημένους μου… Η ζωή μας και η ζωή του παιδιού μας, είναι στα χέρια του Θεού.
     Ετοιμάστηκα να φύγω. Με δάκρυα στα μάτια με χαιρέτησαν. Τα τελευταία τους λόγια, ήταν:
     –Μη μας ξεχνάτε, σας παρακαλούμε, στις προσευχές σας!... Μη μας ξεχνάτε!...


     Όχι, δεν τους ξέχασα ποτέ εκείνους τους υπέροχους ανθρώπους. Μέχρι σήμερα είναι στην καρδιά μου, στη σκέψη μου και στην προσευχή μου. Τι ν’ απέγιναν; Δεν ξέρω· ο Κύριος ξέρει. Πάντως, ποτέ δεν τους ξαναείδα. Είμαι όμως ήσυχος. Θυμάμαι εκείνα τα λόγια τους: «Η ζωή μας και η ζωή του παιδιού μας, είναι στα χέρια του Θεού»… 


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΚΥΡΟΒΟΓΚΡΑΝΤ & ΝΙΚΟΛΑΕΦ
ΝΕΣΤΩΡ ΑΝΙΣΙΜΩΦ
(1885–1962)




[Μητροπολίτου
Κυροβογκράντ & Νικολάεφ
Νέστορος (Ανίσιμωφ):
«Αναμνήσεις από την Καμτσάτκα»,
i. κεφ. 9ο, σελ. 178–182,
ii. κεφ. 8ο, 164–167,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 19952.
Η πρώτη υπότιτλη φωτογραφία,
με το ηφαίστειο της Καμτσάτκας
να αγγίζει τον έναστρο ουρανό της,
του Dimitris Zelenskiy.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου