Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ

ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ
(1384–1426)
–Το θαυμαστό ιστορικό της ευρέσεως–


     «Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου η θεία πρόνοια οδήγησε τα βήματά μου, έφερνα το στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ήταν παντού τα κόκαλα των αγίων που με το αίμα τους ποτίστηκε το δένδρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο καθάρισμα απ’ τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο και έλεγα: “Θεέ μου! Aξίωσέ με, την ανάξια δούλη σου, να δω έναν από τους Πατέρες που έζησαν εδώ!”.
«

     
»Κι ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον οποίο συνεχώς παρακαλούσα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: “Σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!”. Και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστηριού. Ο καιρός περνούσε και η φωνή ολοένα πιο δυνατή και πιο φλογερή με προέτρεπε: “Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!”.«

     
»Έδειξα τον τόπο στον εργάτη που είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μια μικροεπισκευή στο Ηγουμενείο. Εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί που με ωθούσε η εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε αλλού! Στην επιμονή του, τον άφησα να πάει όπου ήθελε. Κι εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μη μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους για ν’ αναγκαστεί να έλθει στον τόπο που με ωθούσε εκείνη η φωνή.«

     
»Και, πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία–τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι’ αυτό επέστρεψε στον τόπο που αρχικώς του υπέδειξα. Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, τον μισογκρεμισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πως κάποτε υπήρξε κελί κάποιου μοναχού και που έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα που κάποτε συνέβη εκεί.«


     »Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβει κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα. Και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνει ζημιά, του είπα: “Μη βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε λίγο πιο σιγά!”. Αλλά επειδή δεν με άκουγε κι έσκαβε με τον ίδιο σκοπό, του είπα: “Μήπως είναι κανείς θαμμένος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε!”. Και τότε κατάλαβε και μου είπε: “Νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό που έχεις μέσα στο νου σου;”. Στ’ αλήθεια! Ήμουν τόσο βέβαιη, σαν να τον έβλεπα! Και προχωρώντας τώρα στην αγία και ιερά εκταφή και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος, ο κασμάς έφερε στο φως πρώτα το κεφάλι του ανθρώπου του Θεού. Την ίδια στιγμή, σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σ όλη τη γύρω ατμόσφαιρα.«

     »Ο εργάτης χλώμιασε. 
     »Δέθηκε η γλώσσα του, κόπηκε η μιλιά του. 
      »“Άφησέ με μόνη, σε παρακαλώ!”, είπα στον εργάτη και απομακρύνθηκε. Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάσθηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθιά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου, γέμισε από αγαλλίαση. Απέκτησα μεγάλο θησαυρό. Και, παίρνοντας το χώμα με προσοχή, έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του που, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί.«

     
»Χαρακτηριστικό ότι επρόκειτο για κληρικό είναι ότι, παίρνοντας το χώμα στη θέση όπου ήσαν τα άγιά του χέρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, που δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργαλειό του παλαιού καιρού. Το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό. Και, προχωρώντας κάτω στα πόδια του, να το και πάλι, το στρίφωμα του ράσου του, όπως και στα χέρια του, ολοκάθαρο! Και τα πέλματά του, είχαν αποτυπωθεί στο χώμα.«

     
»Δεν ήξερα τι να κάνω· Να χαρώ ή να κλάψω; Πώς βρέθηκε εκεί θαμμένος ο του Θεού άνθρωπος; Τι να είχε συμβεί; Τι να είδαν τα μάτια του; Έλεγα: “Κάποιο δράμα θα συνέβη!”. Και, προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του, αυτά θρυμματίζονταν. Διότι η βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι’ αυτό και τα τοποθέτησα όπως ήταν στη θυρίδα, που ήταν πάνω από τον τάφο του.«

     
»Μα, τι να σας πω για ’κείνη τη βροχή! 
      »Λες κι ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα οποία έρανε τον Άγιο και τον τάφο του!...«


      »Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό. Ήμουν ακόμη μόνη σ’ αυτόν τον άγιο τόπο που μ’ έφερε ο Κύριος να Τον υπηρετήσω. Και, ξαφνικά, ακούω βήματα που ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου και τα οποία προχωρούσαν στην αυλή και έφταναν στην πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματά του, τόσο ακούγονταν δυνατά και σταθερά, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήταν άνθρωπος με δυνατό χαρακτήρα. Είναι αλήθεια ότι ήταν η μοναδική φορά που φοβήθηκα. Αισθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει στο κεφάλι μου και, από το φόβο μου, ούτε που γύριζα πίσω μου να δω.«

     
»Οπότε, ακούω τη φωνή του να μου λέγει: 
     –Έως πότε θα μ έχεις εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κεφάλι μου, έτσι!... 
      »Τότε, γύρισα και τον είδα· Ήταν ψηλός στο ανάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφρές ρυτίδες στην άκρη. Τα γένια του έφθαναν και κάλυπταν το λαιμό και, κάπως, εδώ κι εκεί, με χάρη διχάζονταν στα πλάγια και μπροστά, λίγο σγουρά, χρώματος μαύρου. Ήταν με όλη τη μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρο και το δεξί του χέρι ευλογούσε.«

     
»Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητη. Πήρα θάρρος και δύναμη. Ο φόβος εξαφανίστηκε. Τον ένιωσα δικό μου και του είπα· 
     –Συγχώρεσέ με! Αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, θα σε περιποιηθώ… «

      
»Κι αμέσως έγινε άφαντος και συνέχισα τον Εσπερινό μου με ειρήνη. Το πρωί, μετά την ακολουθία του Όρθρου, πήρα τ’ αγιασμένα οστά και τα καθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τ απόθεσα στο Ιερό σε μια παλιά θυρίδα, αφού άναψα κι ένα καντηλάκι.«

     
»Το βράδυ της ίδιας μέρας, βλέπω στον ύπνο μου τον όσιο άνθρωπο του Θεού, όρθιο μέσα στην Εκκλησία, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο μια περίλαμπρη, ωραιότατη εικόνα του Αγίου, που την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη. Δίπλα του, βρισκόταν ένα μανουάλι κι εγώ του έβαλα μια λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί. 
     »Και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει: 
     –Σ’ ευχαριστώ πολύ! Ονομάζομαι  Ε φ ρ α ί μ«

      
»Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου απορία για τούτο το περιστατικό. Μια μέρα, μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα της Εκκλησίας, ακούω τρία κτυπήματα σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος. Μπήκα στο Ιερό, διότι εκεί είχα τοποθετημένα τα άγια του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα.«

     
»Αλλά, τι να πω και τι να λαλήσω για την ουράνια εκείνη ευωδία που ανέπεμπαν τα λείψανά του! Χείμαρρος πραγματικός, πλημμύρισε όλο μου το είναι! Αισθάνθηκα μέσα μου τον Παράδεισο! Μα, και την ταπεινότητά μου μέσα σε αυτό το μεγαλείο!...».

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗ 
ΜΑΚΑΡΙΑ ΔΕΣΥΠΡΗ 
(1911–1999)


[«Οπτασίαι και θαύματα
του Αγίου Εφραίμ
του Νεοφανούς (1384–1426)»,
σελ. 18–22,
Έκδοση Ιεράς Μονής
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Νέα Μάκρη Αττικής, 1982.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ 


     «Σε κανέναν μην παραδώσετε τον Χριστό! Ας είναι ο μοναδικός βασιλιάς της καρδιάς σας! Η πίστη στον Χριστό είναι πραγματική ζωή, η ζωή του Ίδιου του Χριστού. Με την αγάπη μας προς τον Χριστό, θα παραμείνουμε ασάλευτοι. Κάθε παρεξήγηση, κάθε θλίψη μας, να την υπομένετε ως ζωή του Χριστού. Υπάρχουν πολλές οδοί προς το “απόλυτο” της ανθρωπότητος, αλλά δεν υπάρχει καμμία που θα μπορούσε να συγκριθεί με την οδό του Χριστού, παρά τις οποιεσδήποτε δυσκολίες. Αν ο Κύριος όρισε να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε με την συνείδηση της αγάπης Του, η οποία Τον οδήγησε στον Σταυρό. Ελπίζω ότι ενεργούν αληθινά μέσα μας τα λόγια του Χριστού: “Ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε” (Ἰωάν. ιδ΄ 19). Κάθε λόγος του Χριστού, είναι η ίδια η Θεία αιωνιότητα.
     Όπως Εκείνος έπασχε για όλη την κτίση και για όλο τον κόσμο, έτσι και εμείς θα προσευχόμαστε στον Θεό. Και στις δύσκολες στιγμές, ας μας κυριεύει ο θρήνος της Γεθσημανή. Γιατί και σ’ εμάς συμβαίνει, όταν η προσευχή μας ομοιάσει κάπως με εκείνον τον θρήνο, όταν μας εγγίζει το Αιώνιο Πνεύμα, να ζούμε αληθινά. Τότε αρχίζει η αθάνατη ζωή μας. Και τότε παρουσιάζεται μπροστά μας ο Απόλυτος Θεός, με εντελώς άλλη μορφή. Η χριστιανική μας πίστη είναι η έσχατη τελειότητα, και κανένας ας μη μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού! –Όπως έλεγε ο μέγας Παύλος (Ρωμ. η΄ 35). Αυτά είναι δικά μου λόγια, αλλά βλέπετε μιλούμε με την ίδια γλώσσα για την ίδια ζωή, όπως οι Απόστολοι και πάντες οι Άγιοι μαρτυρούσαν για την θεότητα του Χριστού.
     Παρακαλώ, όπως πάντα, τον Θεό να μου δώσει λόγο. Τότε τα λόγια συνωθούνται όλα μαζί και θα ήθελα να επιλέξω εκείνα που από την φύση τους είναι φορείς αιώνιας ζωής. Όταν αρχίζουμε να πάσχουμε όπως ο Χριστός για όλη την κτίση, τότε, “ἐν Χριστῷ” και με τον Χριστό, ζούμε την αιώνια ζωή.
     Δεν είναι εύκολη η ζωή μας. Όποιος δεν την γνωρίζει, εκείνος δεν γνωρίζει τον πόνο του Χριστού. Τελειώνω λοιπόν τον λόγο μου μαζί σας, με τα λόγια: Να παραδώσουμε την ζωή μας, για να ζήσουν οι άλλοι· να παρηγορούμε όλους όσοι έρχονται· τους φτωχούς που δεν έχουν άλλον παρηγορητή στον κόσμο αυτόν. Και έτσι, υπηρετώντας τον Θεό στα πρόσωπα των αδελφών μας που πάσχουν, ενωνόμαστε μέσα στην αγάπη αυτήν με τον Χριστό για όλη την αιωνιότητα…».

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ (1896–1993) 


[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας», τόμ. γ΄, Ομιλία 115η, σελ. 349–351, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2014.]

ΠΑΤΗΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ


ΠΑΤΗΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ
Ο μυστικός αετός της Ηπείρου
(1870–1960)


     Από το χωριό Βοδινό Αργυροκάστρου της Βορείου Ηπείρου, όπου γεννήθηκε ο κατά κόσμον Ευάγγελος Βαλοδήμος το έτος 1870, πορεύθηκε κατόπιν έφηβος προς την Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής· και, από εκεί, ήλθε στο Άγιον Όρος. Η τριετής φοίτησή του στο αθωνικό φροντιστήριο της οσιότητας και η μετέπειτα εκεί χειροτονία του, του έδωσε δύναμη να αρχίσει «έργον ευαγγελιστού» (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4, 5) στην πονεμένη Πατρίδα του.

     Σαν άλλος νέος άγιος Κοσμάς Αιτωλός (1714–1779), προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνικότητα των τόπων του που είχαν καταπατήσει Τουρκαλβανοί. Για τους αγώνες του αυτούς δυο φορές αποφάσισαν, ημέτεροι και ξένοι, να τον φονεύσουν, μα δεν τα κατάφεραν. Η ζωή του κυλούσε μέσα από αλλεπάλληλα θαύματα. Δοσμένος όλος στον Θεό, δεν βαστούσε τίποτα για τον εαυτό του. Από μικρός αγάπησε θερμά την πενία. Ήξερε παντού, όπου κι αν βρισκόταν, να στήνει το άγιο θυσιαστήριο των θεοπειθών προσευχών του.

     Το μοναστηράκι του Προφήτη Ηλία στο Μονοδένδρι, εκεί στα Ζαγοροχώρια, έγινε ισόβια η κρυψώνα και το ορμητήριό του. Απέκτησε φήμη αγίου Πνευματικού. Έλεγε ιδιαίτερα προς τους νέους τις ακόλουθες πνευματικότατες παραινέσεις: «Να εξομολογείσθε παστρικά! Γιατί τα φίδια που βγαίνουν έξω από τις τρύπες τους τα σκοτώνουν και τα φίδια που κάθονται μέσα παχαίνουν. Έτσι ακριβώς και τα αμαρτήματα· όταν τα εξομολογηθούμε, βγαίνουν από μέσα μας και εξαλείφονται. Όταν όμως τα κρύβουμε, μένουν μέσα μας και μεγαλώνουν». Συνήθιζε να επαναλαμβάνει με πόνο βαθύ, κάτι που έλεγαν παρόμοια και πολλοί άλλοι αγιορείτες Πατέρες: «Πολλοί εξομολογούνται, αλλά λίγοι μετανοούν»!

     Και συνέχιζε τον θεοφώτιστο λόγο του ο ταπεινός λευίτης του Θεού: «Είδατε πώς ο τσομπάνης κυνηγάει και πιάνει το αρνί που ξέκοψε απ’ το κοπάδι; Έτσι και ο Καλός ο Τσομπάνος, ο Χριστός μας· εξαπολύει το έλεός Του και μας κυνηγάει και μας πιάνει και μας γλυτώνει από το μαχαίρι και από τον λύκο. Μόνο ένα να κοιτάξουμε· να μη ζητάμε να φύγουμε, όταν μας πιάνει. Να μένουμε στα χέρια Του. Να μένουμε στην αγάπη Του. Να βλέπουμε τα κρίματά μας, να τα εξομολογούμαστε με πόνο και ειλικρίνεια. Έτσι, παιδιά μου!...».


     Διωγμοί και θλίψεις δεν τον λύγισαν ποτέ. Σαν τον διώχνουν από τον τόπο του, δεν έχει να πάρει τίποτε υλικό μαζί του, αφού ποτέ δεν απόκτησε κάτι δικό του. Γυρίζει ακούραστος στα χωριά της Ηπείρου και διδάσκει στον φτωχό και διψασμένο λαό τον λόγο του Θεού με τη ζωντάνια του παραδείγματός του και με την απλή γλώσσα του που περνά εύκολα στις καρδιές των απλών ανθρώπων. Ήταν θεοφώτιστος και θεορρήμων, ήρεμος, ήπιος, γαλήνιος, πράος, προσηνής και πολύ ταπεινός.

     Όταν στην Ιταλική Κατοχή τού πήραν ένα ζώο που είχε, να τι είπε: «Ο Θεός μού το πήρε, γιατί είχα προσκόλληση μ’ αυτό. Η καρδιά δεν πρέπει να προσκολλάται σε τίποτε γήϊνο εδώ κάτω!». Είχε δώσει την καρδιά του στον Χριστό κι έλεγε χαρακτηριστικά: «Με αγαπά και μου έχει δώσει το θάρρος να Του ζητήσω χάρες· θα μ’ ακούσει!». Μπροστά του και οι φονιάδες ακόμη, καθώς εξομολογούνταν τα κρίματά τους, αναγνώριζαν την αρετή του. «Την ώρα εκείνη δεν βρισκόμουν μπροστά σ’ έναν παπαδάκο, αλλά μπροστά στον Ίδιο τον Άγιο και Παντοκράτορα Θεό!», έλεγαν χαρακτηριστικά.

     Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η εθνική του δράση, εξαιτίας της οποίας κινδύνευσε πολλές φορές από τους Τουρκαλβανούς, με τον Θεό όμως να επεμβαίνει θαυματουργικά διασώζοντάς τον την τελευταία στιγμή. Την περίοδο εκείνη οι Τουρκαλβανοί πίεζαν αφόρητα τους Έλληνες να δηλώσουν αλβανική υπηκοότητα με σκοπό να αλλοιώσουν εθνολογικά την Βόρειο Ήπειρο. Ο τότε Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος (Παπαχρήστου· 1858–1936), έδωσε εντολή στους ιερείς της επαρχίας του να στηρίξουν παντοιοτρόπως το ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο. Οι Τούρκοι, για να τους τρομοκρατήσουν, αποφάσισαν να εκτελέσουν δύο ιερείς, τον π. Ιάκωβο και έναν άλλον ακόμη, και έστειλαν γι’ αυτό απόσπασμα να τον συλλάβει. Ο π. Ιάκωβος, ανύποπτος, κατέβαινε από την Πέπελη, όπου ήταν εφημέριος (που ήταν το διπλανό χωριό στο Βοδινό απ’ όπου καταγόταν). Στον δρόμο συναντά το απόσπασμα, το οποίο τον ρώτησε από ποιο χωριό είναι. Αυτός, απονήρευτα τούς έδειξε το χωριό της καταγωγής του, το Βοδινό, και όχι το χωριό στο οποίο υπηρετούσε ως εφημέριος. Αυτοί θεώρησαν ότι δεν είναι ο καταζητούμενός τους και τον άφησαν ελεύθερο να φύγει. Όταν έφτασαν στο χωριό και πληροφορήθηκαν ότι ο π. Ιάκωβος ήταν εκείνος που συνάντησαν καθ’ οδόν, δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς έχασαν μέσ’ από τα χέρια τους τον ιερέα.


     Σε μια δεύτερη περίπτωση, ένοπλοι Αλβανοί περικύκλωσαν το σπίτι του χωρίς να έχει κανένα περιθώριο διαφυγής. Μη έχοντας κάπου να κρυφτεί στο λιτό και μοναδικό δωμάτιο που διέμενε, σκαρφάλωσε στο μαδέρι που στήριζε τη σκεπή (το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι). Γεμάτος αγωνία, αγκάλιασε το μαδέρι και παρέμεινε εκεί σιωπηλός σαν κουλουριασμένο φίδι, προσευχόμενος νοερά να μην τον δουν. Οι ένοπλοι μπαίνουν στο σπίτι, ερευνούν παντού, κάθονται για δέκα λεπτά τρώγοντας λίγα καρύδια που είχε μέσα σ’ ένα σεντούκι, αλλά ο Θεός τούς «τυφλώνει» κυριολεκτικά και δεν σηκώνουν καν τα μάτια τους για να δουν τον π. Ιάκωβο που κρεμόταν σχεδόν λίγα εκατοστά πιο πάνω από τις κάννες των όπλων τους.

     Όχι μόνον στην Κατοχή, αλλά και στον εμφύλιο πόλεμο διέτρεξε πάμπολλους κινδύνους, αλλά ο Θεός τον διαφύλαξε με θαυμαστό τρόπο. Ταξιδεύοντας βράδυ από τα Ιωάννινα στο Μονοδένδρι, κατά την Κατοχή, έφθασε στη θέση «Καρυές». Συνάντησε εκεί Γερμανική περίπολο, η οποία με νεύματα τον υποχρέωσε να σταματήσει. Ο π. Ιάκωβος δεν κατάλαβε, ούτε και είδε την περίπολο, γιατί ήταν απορροφημένος στην προσευχή του και δεν σταμάτησε. Αμέσως, δέχθηκε ριπή αυτόματου όπλου, αλλά κατά θαυμαστό τρόπο δεν έπαθε απολύτως τίποτε. Απλώς σταμάτησε, όταν άκουσε τις σφαίρες να σφυρίζουν πλάι του· και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό, συνέχισε την προσευχή του. Οι Γερμανοί στρατιώτες έμειναν έκθαμβοι, όταν τον είδαν σώο και αβλαβή και πάλι με νεύματα τού έδειξαν τον δρόμο για να φύγει σώος και αβλαβής.

     Κάποια μέρα επέστρεφε από το χωριό Σουδενά, όπου λειτούργησε, στο ταπεινό μοναστηράκι του, που απείχε δύο ώρες περίπου με τα πόδια. Στον ερημικό εκείνο δρόμο βαδίζοντας προσευχόταν νοερά, όπως συνήθιζε πάντοτε. Άνδρες του Εθνικού Στρατού ναρκοθέτησαν ένα σημείο του δρόμου. Κατέλαβαν ακολούθως το ύψωμα και παρακολουθούσαν μήπως τυχόν περάσει κανένας αντάρτης. Ξαφνικά, βλέπουν να ξεπροβάλει ανύποπτος ο π. Ιάκωβος στο ναρκοθετημένο σημείο του δρόμου. Βάζουν με τρόμο δυνατά τις φωνές για να τον προλάβουν: «Παππούλη!… Παππούλη!…». Αλλά ώσπου ν’ ακούσει ο π. Ιάκωβος, που ήταν βαθιά προσηλωμένος στην προσευχή του, πάτησε τη νάρκη και αυτή εξερράγη αμέσως. «Πάει ο φουκαράς ο Παππούλης!», λένε σαστισμένοι οι στρατιώτες και τρέχουν έντρομοι στον τόπο του δυστυχήματος. Βλέπουν τότε έκπληκτοι τον π. Ιάκωβο, άσπρο από τη σκόνη, να τινάζει τα ράσα του χωρίς να έχει πάθει απολύτως τίποτε! Δεν μπορούν να συνέλθουν από την έκπληξή τους!
     –Δεν έπαθες Παππούλη, τίποτε! είπαν με θαυμασμό.
     –Πώς να πάθω, παιδιά μου; Αφήνει ο Θεός να πάθουμε τίποτε; Αφού έλεγα την προσευχή μου. Κι εσάς· δεν θα σας αφήσει ο Θεός να πάθετε τίποτε, θα σας φυλάξει να γυρίσετε στα σπίτια σας. Μονάχα να πηγαίνετε με τον δρόμο του Θεού. Να καθίσω, παιδιά μου, να εξομολογηθείτε και μεθαύριο να σας λειτουργήσω να κοινωνήσετε;
     –Ναι, Παππούλη! απάντησαν όλοι τους μ’ ένα στόμα, συνεπαρμένοι από το θαύμα που έζησαν.


     Την αδιάλειπτη «Ευχή» του Ιησού, που είχε μάθει στον ιερό Άθωνα, δεν την άφηνε όπου κι αν βρισκόταν. Ήταν τα βόλια της νίκης κατά των εχθρών της Αληθείας. Ποτέ δεν άφηνε τις ιερές ακολουθίες του. Στον ντορβά του, παντού και πάντοτε, κουβαλούσε τα λειτουργικά βιβλία. Αγαπούσε τις νυκτερινές ακολουθίες και με συνέκδημο την τυφλή μοναχή αδελφή του, λειτουργούσε σχεδόν καθημερινά, για να μεταλαμβάνουν και οι δυο τους το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Τις ώρες της προσευχής δεν βιαζόταν καθόλου. Ώρες, μέρες και νύχτες, μόνοι, μέσα σ’ εκκλησιές μακρινές και λησμονημένες, πάνω στα ψηλά βουνά, με μόνο τον Θεό συντροφιά. Ο Γέροντας, αν και κουρασμένος και κυρτωμένος, δεν άφηνε τις αναίμακτες θείες Ιερουργίες. «Για να πάρω λίγη δύναμη!», έλεγε. Όλη νύχτα έμενε άγρυπνος, «παλεύοντας» με τον ζώντα Χριστό. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, «η φωνή του, ήταν γλυκιά, ταπεινή, μια φωνή εγκάρδιας ικεσίας. Οι αιτήσεις και οι ευχές του απλά έδειχναν εκείνο το παιδί που μιλάει με σεβασμό και εμπιστοσύνη στον Πατέρα του».

     Είχε δοθεί όλος στον Κύριο. Του δόθηκε κι Εκείνος. Είχε το προορατικό χάρισμα, καθώς πολλοί διηγούνται. Πέντε χρόνια πριν τον θάνατό του, σε ηλικία 85 ετών, ήλθε στο Άγιον Όρος που πάντα αγαπούσε και που με την ανάμνησή του ζούσε και ανέπνεε. Είχε προγνωρίσει τον θάνατο του, επί σαράντα χρόνια ασκητεύοντος εκεί μοναχού, αδελφού του. Τώρα, ξεκίνησε με σκοπό να τον προλάβει και να κάνει ο ίδιος τη θανή του. Πράγματι, αυτός τον περίμενε, μέχρι που τον είδε, μιλήσανε, χαιρετιστήκανε, και κατόπιν ξεψύχησε στην αγκαλιά του.


     Το πρόσωπο του παπα–Ιακώβου στις προσευχές του και στις Θείες Λειτουργίες του, ήταν πάντα φωτεινό σαν ένας τερπνός και γλυκύς ήλιος. Ο ήλιος αυτός έδυσε οσιακά στις 15–2–1960 στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων, διατηρώντας μέχρι τέλους τη διαύγεια του αγαθού πνεύματός του. Είχε αφήσει εντολή να ταφεί στο μοναστηράκι του, στο Μονοδένδρι· και, παρά το γεγονός ότι τα Ζαγόρια ήταν αποκλεισμένα τότε από τα πολλά τα χιόνια, τα πνευματικά του παιδιά βρήκαν μπουλντόζα, άνοιξαν τον δρόμο κι έθαψαν το σκήνωμά του στη μονή του, όπως αυτός επιθυμούσε. Σήμερα, τα οστά του βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του ιερού Ναού Προφήτου Ηλία στη Ζίτσα Ιωαννίνων. «Αφού έγινε κατά πάντα ευάρεστος στον Θεό» (Σοφ. Σολ. 4, 10), αγαπήθηκε από Αυτόν και μετατέθηκε στα επουράνια σκηνώματα της ατέρμονης ειρήνης και αγαλλιάσεως της αγίας δόξης Του. Την ευχή του να έχουμε όλοι μας. Αμήν, γένοιτο.


Πηγές και Σημειώσεις:
(1) Περιοδικό «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία», τεύχ. 62–63, Ιούλ.–Δεκ. 1995, σελ. 3–18· ωραιότατο βιογραφικό άρθρο (παρμένο εξολοκλήρου από το βιβλίο του μακαριστού Αρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου (1910–1982): «Ένας σύγχρονος άγιος», Γ΄ έκδοση, Αθήνα 1992), διανθισμένο με πολλές κατανυκτικές λεπτομέρειες. (2) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου (1952–2014): «Μέγα Γεροντικό Εναρέτων Αγιορειτών του 20ου Αιώνος», τόμ. β΄, σελ. 631–633, εκδόσεις «Μυγδονία», Σεπτέμβριος 2011. (3) Διαδικτυακή «Πεμπτουσία» (Θρησκεία/Μορφές), άρθρο με τίτλο: «Ένας σύγχρονος άγιος», στις 22/10/2013. (4) Παρόμοια και στον ιστότοπο της «Σ.Φ.Ε.Β.Α.». (5) Το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία Βίτσας χτίστηκε αρχικά το 1632, στη θέση που ήταν ένα παλιό εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και το 1688 έγινε επέκταση. Σήμερα τα κελιά του μοναστηριού είναι σχεδόν κατεστραμμένα· ενώ το Καθολικό σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Ήταν μία από τις πλουσιότερες Μονές του Ζαγορίου. Στη Μονή διέμειναν και έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα στο Κρυφό Σχολειό, που λειτουργούσε τότε εκεί, ο Μάρκος Μπότσαρης (1790–1823), ο μεγάλος Διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος (1784–1854), ο Ραφαήλ Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως (1720), οι Τιτουλάριοι Τύρριος και Λεόντιος και πολλοί άλλοι. (βλ. σχετικά «Βικιπαιδεια»). (6) Στη φωτογραφία: Το φαράγγι στο Μονοδένδρι (από το «Snowreport»). (7) Επιμέλεια ανάρτησης (πρώτη παρ’ ημών δημοσίευση στο Fb: Πέμπτη 10 Απριλίου 2014): π. Δαμιανός.






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ, ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ!»

«ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ, 
ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ!
» 


     «Είδατε πώς ο τσομπάνης κυνηγάει και πιάνει το αρνί που ξέκοψε απ’ το κοπάδι; Έτσι κι ο καλός ο Τσομπάνος, ο Χριστός μας· εξαπολύει το έλεός Του και μας κυνηγάει και μας πιάνει και μας γλυτώνει από το μαχαίρι και από τον λύκο. Μόνο ένα να κοιτάξουμε· να μην ζητάμε να φύγουμε, όταν μας πιάνει. Να μένουμε στα χέρια Του. Να μένουμε στην αγάπη Του. Να βλέπουμε τα κρίματά μας, να τα εξομολογούμαστε, με πόνο και ειλικρίνεια. Έτσι, παιδιά μου;...».

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ

π.ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ (1870–1960) 


Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΩΝ «ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ», ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ…

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΩΝ «ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ»,
ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ… 


     Ο Μοναχός Ιερόθεος (1883–1963), από τα Βουρλά της Σμύρνης, προσήλθε στην Μονή Διονυσίου το 1913 και εκάρη μοναχός το 1916. Διακρινόταν μέσα σε όλη την Διονυσιάτικη αδελφότητα για την απλότητα, την καλοκαγαθία του, την ταπείνωση και την εργατικότητά του. Γι’ αυτό η Χάρη του Θεού που πλουτίζει μόνο τους ταπεινούς, τον επισκέφθηκε, τον χαροποίησε και τον χαρίτωσε. Στο θεοφιλή του αγώνα δεν έλειψαν και οι δαιμονικές προσβολές.
     Το 1938, όταν ήταν μυλωνάς στον μύλο της Μονής, του παρουσιάσθηκε πλήθος δαιμόνων για να τον εκφοβίσουν. Άρχισε να ψέλνει δυνατά το «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία…» και αμέσως εξαφανίστηκαν. Από τότε είχε μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία και έκαιγε ακοίμητο καντήλι στην Εικόνα της στο κελλί του. Όταν προσευχόταν ή διάβαζε την ακολουθία, του παρουσιάζονταν οι δαίμονες, τον περιέπαιζαν και τον ενοχλούσαν. Άλλοτε, κτυπούσαν δυνατά την θύρα του κελλιού του και του δημιουργούσαν ταραχή. Επικαλούμενος όμως την Κυρία Θεοτόκο, χάνονταν αμέσως.
     Το 1944 ευρισκόμενος στο μετόχι της Μονής του Μονοξυλίτη για τον τρύγο, αρρώστησε βαρειά. Πονούσε, έβηχε δυνατά, δεν μπορούσε να φάει και να καταπιεί τίποτε. Διάβασε το Απόδειπνο κι έπεσε να κοιμηθεί. Τα μεσάνυχτα, ξύπνησε από ένα δυνατό φως. Φως διαφορετικό, κάτασπρο. Στο ράφι του, βλέπει την Εικόνα της Παναγίας να λάμπει. Άρχισε να λέει τους «Χαιρετισμούς» της. Ο λαιμός του καθάρισε κι έγινε τελείως καλά. Η Εικόνα της Παναγίας, δεν υπήρχε ούτε πριν ούτε μετά. Φανερώθηκε απλά για να του πει πως Εκείνη ήταν η θεραπεύτριά του. Ξημέρωνε η εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου: 8/9/1944.
     Μια άλλη φορά, στις 6/2/1958, ετοιμαζόμενος ο μακάριος μοναχός Ιερόθεος για την Θεία Μετάληψη, εγκρατευόταν, βίαζε από αγάπη για τον Θεό τον εαυτό του, έχοντας διπλασιάσει τις μετάνοιες και τα κομποσχοίνια του. Μέσα στην νύχτα, γέμισε το κελλί του από φως. Διηγείται ο ίδιος στον παραδελφό του Λάζαρο (†1974): «Καθώς προσευχόμουν στις 3 η ώρα την νύχτα, ξαφνικά βλέπω το κελλί μου να γεμίζει φως! Φως, μα τί να σου πω! Όχι, λάμπες. Όχι, ηλεκτρικά. Αλλά σαν ήλιος κάτασπρος και μου φαινόταν ότι έβγαινε από την Εικόνα όπου έχω της Παναγίας. Πολύ ευχαριστήθηκα και αισθανόμουν μεγάλη χαρά και άρχισα να λέω τους «Χαιρετισμοὺς» της Παναγίας καθώς και ό,τι άλλο ήξερα από την «Παράκληση» και από τα «Μεγαλυνάρια». Τρεις με τέσσερεις ώρες, θαρρώ πως στάθηκε το Φως αυτό και ύστερα χάθηκε».
     Άλλοτε, πάλι, στις 23/11/1960, μόλις τελείωσε τον προσωπικό του κανόνα και ετοιμαζόταν να κατακλιθεί, ακούει ξαφνικά μουσικά όργανα να παίζουν στο κελλί του. Κατάλαβε ότι ήταν δαιμονική ενέργεια και πήρε με το κομποσχοίνι του να λέει την «Εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ». Του παρουσιάσθηκαν οι εχθροί σαν τράγοι, σαν νέοι και νέες, να ασχημονούν μπροστά του. Έκλεισε τα μάτια του. Ήταν όλα φαντασίες. Με την Ευχή του Ιησού και το «Θεοτόκε Παρθένε», όλοι και όλα εξαφανίσθηκαν. Από την Εικόνα της Παναγίας άστραψε πάλι ένα ωραίο φως. Κατόπιν, τον περιγελούσαν από το παράθυρο και του σφράγισαν την θύρα με ξύλα και δεν μπορούσε να πάει στο Καθολικό για την Ακολουθία του Μεσονυκτικού, μέχρι που εξαφανίστηκαν και εξήλθε στο τέλος.
     Έτσι, διήλθε την ζωή του, ο τρισόλβιος Ιερόθεος. Με παγίδες που του έστηνε ο μισόκαλος, τις οποίες όμως, τις νικούσε με θερμή προσευχή και με γνήσια ταπείνωση, και με θείες παρηγοριές που του έστελνε η αγάπη του Θεού προς ενίσχυση και αναψυχή. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 19/10/1963.

[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου: «Μέγα Γεροντικό Εναρέτων Αγιορειτών του 20ου Αιώνος», τόμ. β΄, σελ. 703–704, εκδόσεις «Μυγδονία», Σεπτέμβριος 2011.]

Ο ΘΕΟΣ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ

Ο ΘΕΟΣ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΟΙΤΑΖΕΙ 


     «Όταν μιλούμε για την παρουσία του Θεού στο πνεύμα μας, δεν σημαίνει ότι εμείς βλέπουμε τον Θεό, αλλά ότι ο Θεός μάς βλέπει. Να, ποιά είναι η ορθή στάση: Ενεργούμε ενώπιον του Θεού που πάντα είναι παρών και μας κοιτάζει».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ (1896–1993)


     «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· Ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου…».


«Πού να πάω μακριά από το Πνεύμα Σου και μακριά από το Πρόσωπό Σου πού να φύγω; Αν ανεβώ στους ουρανούς, Εσύ είσαι εκεί, αν κατέβω κάτω στον άδη, εκεί είσαι πάλι· Αν απλώσω τα φτερά μου και πετάξω εκεί που ο ήλιος ξεμυτά ή εκεί που χάνεται στης θάλασσας την άκρη, κι εκεί ακόμη το χέρι Σου θα με οδηγεί και η ευνοϊκή δύναμη της Δεξιάς Σου θα με κρατάει…».

ΨΑΛΜΟΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ 138ος, Στίχοι: 7–10

ΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

ΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ 


     Ο Θεός στις κρίσιμες ώρες δεν άφηνε τον Γέροντα Εφραίμ τον «Κατουνακιώτη» (1912–1998). Κάποτε, στο δάσος των «Κρύων Νερών» αγωνιζόταν μόνος του να βγάλει στο κεντρικό μονοπάτι τα κούτσουρα των λεύκων για τις σφραγίδες που ο ίδιος έφτιαχνε για εργόχειρο. Από την δυσκολία, τον έπιασε η μέση. Τότε, εμφανίστηκε στο μονοπάτι ένας νέος. Τον βοήθησε, έβγαλαν τα κούτσουρα εκεί που μπορούσε να τα πάρει ο αγωγιάτης με τα μουλάρια και, κατόπιν, παραδόξως και αποτόμως εξαφανίστηκε. Κάποια στιγμή είχε πει το όνομά του: Θεόδωρος. «Ποιός από τους δύο να ήταν», σκεφτόταν μετά ο Γέροντας, «ο Τήρων, ή ο Στρατηλάτης;».

     Άλλοτε πάλι πήγαινε για υπακοή στην Σκήτη Ξενοφώντος. Ξεκίνησε με τα πόδια από την Δάφνη και σκεφτόταν τί θα κάνει που δεν ξέρει τον τόπο. Καθ’ οδόν όμως συνάντησε έναν παπά, γείτονά του στα Κατουνάκια, ο οποίος, πήγαινε κι αυτός επίσης προς την Σκήτη και διατεινόταν ότι γνωρίζει τα μονοπάτια. Πράγματι, έφθασαν κάποτε εκεί, αλλά τον οδηγό παπά, τον κατάπιε η γη. Παραξενεύτηκε ο Γέροντας Εφραίμ, αλλά στο τέλος είπε: «Δόξα τῷ Θεῷ!».

     Ο Γέροντας είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στον άγιο Νεκτάριο. Συχνά τον έβαζε στην Θεία Λειτουργία, ανάβοντας κεράκια στην εικόνα του. Πήγαινε και προσκυνούσε το ευωδιάζον λείψανό του στην συνοδία του π. Γεράσιμου του Υμνογράφου στην Μικρή Αγία Άννα και, όταν είχε μεγάλη ανάγκη, παρακαλούσε τους Πατέρες και του τό ’φερναν στα Κατουνάκια για ευλογία.
Όταν τον ρωτούσαν γιατί είναι τόσο μεγάλος άγιος, ο άγιος Νεκτάριος, απαντούσε: «Διότι ακόμη και σήμερα συκοφαντείται».
Κάποτε, παρατήρησε ότι το σιτάρι που είχε αποθηκευμένο, επρόκειτο να καταστραφεί εξαιτίας της πολλής ψείρας που έπιασε. Τότε, ήταν μόνος του με άρρωστο τον Γέροντά του, τον παπα–Νικηφόρο, και ήταν πολύ δύσκολο να το αντικαταστήσει. Προσευχήθηκε στον άγιο Νεκτάριο, σταύρωσε ένα βαμβάκι πάνω στο λείψανό του, το έβαλε μέσα στο σιτάρι και αμερίμνησε. Μετά από καιρό, όταν χρειάστηκε σιτάρι για να ζυμώσει ψωμί, το σιτάρι ήταν πεντακάθαρο. Ο άγιος Νεκτάριος, είχε κάνει το θαύμα του!

     Ο γερο–Ραφαήλ (ο γείτονας του Γέροντος εκεί στα Κατουνάκια) ζούσε μόνος του στην αυστηρή μοναχική ζωή του, σ’ ένα μικρό σπιτάκι που ήταν η προέκταση μιας σπηλιάς, πολύ κοντά στο Ησυχαστήριο του Γέροντος Εφραίμ. Συχνά τον επισκεπτόταν ο Γέροντας, για να τελέσει ιερατικά καθήκοντα. Κάποτε που τελούσαν μαζί το Μυστήριο του Ευχελαίου, ο Γέροντας άκουσε φωνή μέσα από την εικόνα των Αρχαγγέλων που του έλεγε: «Εμείς σε περιμένουμε πότε θα έρθεις κοντά μας!». Καταχάρηκε ο Γέροντας Εφραίμ από την αίσθηση της Χάριτος. Όταν αργότερα ανέφερε το γεγονός αυτό στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, άκουσε από αυτόν την εξής ερμηνεία του γεγονότος που έζησε: «Όχι, ότι μίλησε η εικόνα παιδί μου, αλλά ότι η Χάρις σχηματίζεται έτσι».

     Ήταν πολύ ευαίσθητος στα ταξίδια, κυρίως στα θαλασσινά. Η ναυτία τον ταλαιπωρούσε αφάνταστα. Απέφευγε να ταξιδέψει, ιδίως αν είχε λειτουργήσει προηγουμένως, γιατί φοβόταν μήπως κάνει εμετό. Και είναι αμαρτία μετά την Θεία Λειτουργία, αυτό. Κάποτε, βρισκόταν στην Νέα Σκήτη και λειτούργησε. Η θάλασσα φαινόταν ήσυχη και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, μπήκε στο μικρό καΐκι για να επιστρέψει στα Καρούλια–Κατουνάκια. Η απόσταση ήταν μικρή, αλλά καθώς πέρασαν το ακρωτήριο της «Πίννας», συνάντησαν θαλασσοταραχή που συνεχιζόταν, όσο πλησίαζαν στα Καρούλια. Ο καπετάνιος φοβόταν να «πιάσει» και σκόπευε να συνεχίσει. Ο Γέροντας βρισκόταν ήδη σε κατάσταση ναυτίας και είχε τάση εμετού. Πλησίασε τον καπετάνιο και με τον ορμητικό του τρόπο τού είπε επιτακτικά: «Ιορδάνη, θα πιάσεις στα Καρούλια!». Ο καπετάνιος πιεζόμενος υποχώρησε και εκνευρισμένος γύρισε το τιμόνι προς το μουράγιο των Καρουλίων, λέγοντας με αγανάκτηση: «Θα πιάσω, κι ας σπάσω το καΐκι!». Σε χρόνο μηδέν, η θάλασσα έγινε μπουνάτσα. Έπιασαν στο μουράγιο, κατέβηκε ο Γέροντας και οι άλλοι Πατέρες, ξεφόρτωσαν και ένα σωρό πράγματα με την άνεσή τους, ενώ ο καπετάνιος ομολογούσε με θαυμασμό: «Μεγάλο άγιο έχεις, παπά, εσύ!». 


Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης», μέρος 1ο, κεφ. δ΄, σελ. 81–84, α΄ έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ», Κατουνάκια Αγίου Όρους 2000.]

«ΚΑΛΟΓΕΡΕ, ΣΩΣΕ ΜΕ!»

«ΚΑΛΟΓΕΡΕ, ΣΩΣΕ ΜΕ!»


     «Από νέος, γνώριζα μία γριούλα, η οποία, αντίθετα με την κόρη της που ήταν πολύ ελεήμων, αυτή ήταν πολύ τσιγγούνα. Μόνο σ’ εμένα δεν τσιγγουνευόταν, γιατί με αγαπούσε πολύ. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό της –δεν είχε γίνει η εκταφή της– καθώς έλεγα την “Εὐχή”, μου συνέβη κάτι παράξενο. Αυτό που κατάλαβα ήταν, ότι, ένας νέος με φώναξε να πάμε να δούμε την γριούλα, επειδή με ζητούσε. Με πήρε και με πήγε στον τάφο της. Άνοιξε την πλάκα και είδα την γριούλα να φωνάζει: “Καλόγερε, σώσε με! Καλόγερε, σώσε με!”. Ήταν μισολειωμένη και είχε μία αφόρητη δυσωδία. 

     Την πόνεσα τόσο πολύ, που την αγκάλιασα σφιχτά με πόνο και την ασπάσθηκα. Παρ’ όλο που μύριζε πολύ άσχημα, δεν ήθελα να την αποχωρισθώ, εάν εκείνη πρώτα δεν με αποχωριζόταν. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός αυτό. Όταν υπάρχει αγάπη αληθινή με πόνο, ούτε σάπιες σάρκες σιχαίνεσαι ούτε δυσωδία. Ενώ, όταν βλέπω κοσμική γυναίκα με κοσμικές ομορφιές και αρώματα, αηδιάζω εσωτερικά. Αυτήν την γριούλα, επειδή την πόνεσα, δεν ήθελα να την αποχωρισθώ παρ’ όλη την δυσωδία της. Παράξενα πράγματα στην πνευματική ζωή! 

     Είχε ανάγκη από πολλή προσευχή, γι’ αυτό και οικονόμησε ο Θεός να την δω σ’ αυτήν την κατάσταση. Μετά, έκανα προσευχή για την ψυχή αυτή. Ύστερα από δύο μήνες, είδα πάλι ότι βρέθηκα σε ένα χάσμα που ήταν σαν χωνί. Δυστυχώς, εκεί μέσα βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι με άγρια μορφή, μαύροι, που ταλαιπωρούνταν φοβερά. Πιο πάνω, είδα την γριούλα επάνω σε ένα λευκό σύννεφο· φαινόταν μακρυά, ήταν όμως κοντά. Ήταν σαν μικρό παιδί, με τα χαρακτηριστικά του δικού της προσώπου και, δίπλα της, ένας Άγγελος –μάλλον, ο Φύλακας Άγγελός της. Της έτριβε το πρόσωπο και της το καθάριζε. Είχε γλυκιά μορφή. Την αγκάλιασα· ένιωσα μία αγαλλίαση, άλλο πράγμα! 

     Οι κεκοιμημένοι, είναι υπόδικοι· είναι σκλαβωμένοι. Καμμιά φορά, όταν θυμάμαι ένα πατριωτικό τραγούδι, το λέω αλληγορικά και για τους κεκοιμημένους: 
     “Λευτεριά, ’λευθέρωσέ μου 
     τὸ ἀδύνατο κορμί· 
     Λευτεριά, γιὰ χάρισέ μου 
     μιὰ ἐναρμόνιο φωνή. 
     Δῶσε φλόγα στὴν καρδιά μου, 
     ποὺ τὴν ’μάραναν οἱ πόνοι· 
     νὰ σοῦ ψάλλω τὴν χαρά μου, 
     σὰν ἀνοίξεως ἀηδόνι. 
     Τὸ τραγούδι, ν’ ἀντηχήσῃ 
     καὶ βαθειὰ στὴν σκλάβα γῆ, 
     λίγο βάλσαμο νὰ χύσῃ, 
     μέσ’ τοῦ δούλου τὴν ψυχή”. 

     Αυτό, το λέω και για μένα. 
     Μήπως κι εμένα, δεν “με μάραναν οι πόνοι”
     (Σημ.: Ο συγκεκριμένος πονεμένος λόγος του Γέροντα, ειπώθηκε από αυτόν τον Δεκέμβριο του 1993, ένα επτάμηνο πριν την κοίμησή του. Ήταν τότε που, κυριολεκτικά, τον έζωναν και “τον μάραναν οι πόνοι” του καρκίνου στο ασκητικό του σώμα). 
     “Σκλαβωμένος”, είμαι κι εγώ σ’ αυτήν την ζωή. Αλλά το “σκλάβα γη” που αναφέρεται στους ραγιάδες, εγώ το λέω και για τους αδελφούς μας τους κεκοιμημένους που είναι κι αυτοί “σκλαβωμένοι” και παρακαλώ τον Πολυεύσπλαγχνο Θεό να χύσει “λίγο βάλσαμο” μέσα στις ψυχές τους…». 


ΑΓΙΟΣ
ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[(1) Αγίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Στ΄ – Περί Προσευχής»,
μέρος 3ο, κεφ. 3ο, σελ. 147–148,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Ιούλιος 20121.
(2) Στην φωτογραφία:
Η Γιώτα Χατζηιωάννου· πρωταγωνίστρια
της πολυβραβευμένης ταινίας μικρού μήκους
του Νεριτάν Ζιντζιρία: «Χαμομήλι».]

   



ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΧΑΡΙΤΟΣ ΑΡΧΟΝΤΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΧΑΡΙΤΟΣ
ΑΡΧΟΝΤΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ 


     «Δεν χρειάζεται να μιλάμε για όλα, απλώς γιατί δεν εκφράζουμε όλους και γιατί στα περισσότερα οι άνθρωποι δεν μας έχουν δώσει ρόλο και δεν μας αναγνωρίζουν δικαίωμα παρεμβολών και διεμβολών. Πρέπει να μάθουμε και να σιωπούμε. Μόνο με την σιωπή επιτρέπουμε μερικές, τουλάχιστον, φορές, να ακούνε οι άνθρωποι την φωνή του Θεού. Αλλά και όταν μας ζητούν να έχουμε λόγο και μας ζητούν να ομιλούμε, πρέπει έλλογα να διερωτώμεθα “γιατί;”.
     Η Εκκλησία, δεν είναι φωνασκούσα εξουσία, αλλά σιωπώσα διακονία· δεν έχει “πάθος για εξουσία, αλλά είναι η εξουσία του πάθους”! Έπειτα, οι άνθρωποι κουράστηκαν απ’ όσους μιλούν ανέξοδα· έχουν περισσότερο ανάγκη να τους προσέχουν, να τους ακούνε, να τους καταλαβαίνουν και να τους αγαπούν. “Ποιμαντική”, είναι η βίωση και η έκφραση της αγαπώσης τον Θεό καρδίας.
     Πρέπει να καταλάβουμε ότι η κανονική παράδοση της Εκκλησίας δεν σταματά. Και ότι στην πορεία προς τα έσχατα η Εκκλησία οφείλει να ανοίγει δρόμους πλατύτερους, με φιλάνθρωπο τρόπο, χωρίς να θίγεται το δόγμα.
     Με τρομάζει η έχθρα των λεγομένων “θρησκευόμενων ανθρώπων”. Αυτοί γνωρίζουν την τεχνική του μίσους και δεν συγχωρούν. Αυτοί, είναι και ο μόνος κίνδυνος για την Εκκλησία που είναι Σώμα Χριστού».

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΣΕΤΑΚΗΣ (1930–2014) 



Δόγμα.gr» / «Ενυπόγραφα» / Άρθρο Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ.Ιεροθέου Βλάχου: «Μια ανθρώπινη μαρτυρία: Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων κυρός Θεόκλητος» / Παρασκευή 25/4/2014.]

«ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΜΕ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ; ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ!»

«ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΜΕ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ;
ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ!»


     Δεν γνωρίζω αν, άλλη χριστιανική χώρα, όπως η Ελλάδα μας, έχει τόσα εξωκκλήσια. Εξωκκλήσια, είναι τα εκκλησιδάκια που βρίσκονται έξω από πόλεις και χωριά (ή και μέσα σ’ αυτά). Αυτά τα εκκλησάκια, ήταν σημεία ευλαβικής αναφοράς και παρηγοριάς για τον άνθρωπο της υπαίθρου.
     Είχαν αγιάσματα με ιαματικά ύδατα. Είχαν άγιες εικόνες που δάκρυζαν, που χτυπούσαν, που μιλούσαν, που ενεργούσαν θαύματα. Ήταν αποκούμπια του πονεμένου και κουρασμένου ανθρώπου. Αυτά ήταν γι’ αυτούς τα νοσοκομεία, τα καταφύγια στον πόνο και τις στεναχώριες της πικρής ζωής. Ήταν κτίσματα έπειτα από κάποιο όνειρο, κάποια οπτασία ή κάποιο τάμα. Οικοδομήθηκαν από φτωχούς χειρώνακτες, τις περισσότερες φορές με τους δικούς τους κόπους. Αρχιτέκτων ήταν η βαθειά τους ευλάβεια, γι’ αυτό και ήσαν όμορφα, γουστόζικα. Η κάθε γωνιά και η κάθε πέτρα έχει τοποθετηθεί με μεράκι. Και οι άνθρωποι που τα συντηρούν και ανάβουν τα κανδηλάκια και τα ευτρεπίζουνε στο διάβα του χρόνου είναι όμορφοι, ευλαβείς, προσηνείς άνθρωποι. 
     Διηγιόταν ο γερ’–Αργύρης από το Αγιονέρι Κοζάνης πως ο Άγιος Αθανάσιος έχει αγίασμα και πολλές ιάσεις επιτελεί. Ένας νέος, που στα μικρά του χρόνια άναβε με την μητέρα του τα καντήλια του Αγίου Αθανασίου, πήγε στην Αμερική για μια καλύτερη τύχη. Εκεί παρέλυσαν τα κάτω άκρα του. Οι γιατροί καμμιά βοήθεια δεν του πρόσφεραν. Μια ευλογημένη νύχτα βλέπει στον ύπνο του έναν αρχιερέα με κατάλευκα γένια.
     –Παιδί μου, με γνωρίζεις; Είμαι ο Άγιος Αθανάσιος από το Αγιονέρι. Έλα και σ’ εμένα κι εγώ θα σε γιατρέψω!  
     Πράγματι, επέστρεψε στην Ελλάδα, έκανε Λειτουργία στον Άγιο Αθανάσιο, κρέμασε τις πατερίτσες του στην εικόνα κι από τότε βαδίζει χωρίς καμιά δυσκολία.



     Ο ίδιος, διηγιόταν ακόμη:
     –Πήγα κάποτε ν’ ανάψω τα καντήλια του Αγίου. Όταν έφθασα με το γαϊδουράκι μου στην πόρτα, ψάχτηκα και διαπίστωσα πώς ξέχασα τα κλειδιά. Η πόρτα βαρειά, ξύλινη με γύφτικους μεντεσέδες. Τί να έκανα; Το πήγαιν’–έλα από το χωριό δεν ήταν εύκολο. Την ώρα που πήγα να κρεμάσω το λαδικό στο καρφί του τοίχου της εκκλησίας ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Άνοιξε η πόρτα! Όταν τελείωσα τις προσευχές μου και την αποστολή μου, με τον ίδιο τρόπο έκλεισαν οι πόρτες κι έφυγα για το σπίτι μου, κρατώντας αναμμένη την δάδα της πίστεως. Το φως (αυτής της πίστεως), το πήρα από το καντηλάκι του Αγίου Αθανασίου, γι’ αυτό δεν μου έσβησε ποτέ (μέσα μου).
     Αυτή η επίσκεψη στο ’ξωκκλήσι του Αγίου Αθανασίου, παρ’ όλο που δεν συναντούσε μήτε ψάλτη μήτε παπά μήτε ιεροκήρυκα, καλλιέργησε την ψυχή μου, τράνεψε την πίστη του και του προσέδωσε βαθειά ευλάβεια.
     Στον πόλεμο του ’40 πολέμησε στην πρώτη γραμμή. Ο βασιλιάς Παύλος τον παρασημοφόρησε. Έχασε όμως όλη του την πτέρνα. Όταν ησύχασαν τα πράγματα, τον προέτρεπαν να περάσει επιτροπή για σύνταξη και απαντούσε ο άνθρωπος του Θεού:
     –Αν πάρω χρήματα, θα χάσω ό,τι κέρδισα: Εγώ, παιδιά μου, έβλεπα την Παναγία. Σώθηκα από βέβαιο θάνατο. Δεν λύγισα. Δεν φοβήθηκα. Αυτά είναι τα παράσημά μου.
     Απ’ ό,τι κάνει κανείς για τον Θεό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Ο άνθρωπος δεν χαριτώνεται μόνον με την διδαχή, αλλά και με κάθε ευσέβεια που δεν καταντά ευσεβισμός. Και το καντήλι και το κερί και το λιβάνι και το πρόσφορο και ο άρτος γίνονται μάννα ουράνιο που θρέφει την ψυχή. Μακάρι να μη λείψουν από κανένα ορθόδοξο σπίτι. Αμήν.



ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΖΟΥΜΗΣ 
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ



[(1) Αρχιμ. Γρηγορίου Ζουμή:
«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται
στο σκάμμα της Εκκλησίας»,
σελ. 44–46,
Έκδοση Ιεράς Μονής Δοχειαρίου,
Άγιον Όρος, Σεπτέμβριος 20101.
Α΄ δημοσίευση:
Παρασκευή 2 Μαΐου 2014.
(2) Η φωτογραφία μέσα στο κείμενο:
φιλικότατο «δάνειο» του 
εξαίρετου και ζηλωτή φωτογράφου 
εκκλησιών, μοναστηριών και μνημείων 
της Ελληνικής υπαίθρου,
του Κώστα Χουλιαρά, 
τον οποίο και ευχαριστώ θερμά.]




Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ 


     «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα της ανωτερότητας για την αρετή του, όσο και το αίσθημα της κατωτερότητας για την αμαρτωλότητά του. Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση. Άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια. Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, “δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία”.
     Του απάντησα: 
     “Παραδέχομαι ότι μερικοί χριστιανοί, από σφάλματα δικά τους ή από σφάλματα άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών. Αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια: την υπερηφάνεια. Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών που ζουν μακρυά από τον Χριστό, δεν φεύγει!”. 
     Σας έχω πει και άλλη φορά: Όταν ο χριστιανός παραδώσει τον εαυτό του με εμπιστοσύνη στον Κύριο, Εκείνος ειρηνεύει τον εσωτερικό οργανισμό του ανθρώπου, με αποτέλεσμα την κανονική λειτουργία των οργάνων και των αδένων, έχοντας ως επακόλουθο πάλι την υγεία, απαλλαγμένη από ενοχλήματα. Διότι η αμαρτία, η ταραχή, ο εγωισμός, φέρνουν πότε αύξηση και πότε ελάττωση της κανονικής λειτουργίας, με επακόλουθο την ασθένεια. “Ξέρει” ο οργανισμός το κανονικό, την μέση οδό, και εκκρίνει με γαλήνη και ηρεμία. Π.χ. όταν είχα το έλκος, μου έδωσε ο γιατρός ένα φάρμακο. Μου το έδειξε, ήταν το “Zantac”. Μόλις το πήρα, αμέσως πέρασαν οι πόνοι. “Αα!”, λέω, “Δεν είναι καλό αυτό! Κάποια άλλη ζημιά θα κάνει στον οργανισμό!”. Και δεν το ξαναπήρα. Προτίμησα να υποφέρω στον πόνο.
     Όταν σου κάνει κλοιό ο σατανάς και σε πιέζει, μη μένεις ακίνητος, όπως μερικοί που μελαγχολούν και σκέπτονται επί ώρες σαν να τους απασχολούν πολύ σοβαρά προβλήματα, ενώ δεν συμβαίνει τίποτε απ’ αυτά· απλώς τους έχει καθηλώσει ο σατανάς. Να έχεις ετοιμότητα αντίδρασης, να αντιστέκεσαι, να αποκρούεις την πολιορκία του σατανά. Όπως ένας άνθρωπος που τον πιάνουν κάποιοι κακοποιοί και τον καθηλώνουν και τότε εκείνος κάνει μια απότομη κίνηση και, τινάζοντας τα χέρια του, τους πετά από ’δω κι από ’κει, και ξεφεύγει το σφίξιμό τους στρεφόμενος προς άλλη κατεύθυνση· προς τον Χριστό, που τον ελευθερώνει.
     Κι όταν αμαρτάνεις, να μην απελπίζεσαι! Με θάρρος και ελπίδα προς τον Θεό να μετανοείς και να πηγαίνεις στον Πνευματικό. Μόνον έτσι θα σωθείς! Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία, είναι παγίδα του διαβόλου που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια. Ενώ η αληθινή ταπείνωση, φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Θεού».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (1906–1991)