Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

ΓΙΑ ΤΟΝ π.ΦΙΛΑΡΕΤΟ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ


ΓΙΑ ΤΟΝ π.ΦΙΛΑΡΕΤΟ
ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ 


      Ο πατήρ Παχώμιος Κωνσταμονίτης διηγήθηκε τα εξής:
     «Όταν είδα για πρώτη φορά τον π.Φιλάρετο (1890–1963· κατά κόσμον Αντώνιος Μάστορας, του Γεωργίου Μάστορα και της Αικατερίνης Στεργίου, από το χωριό Φυτιά Νομού Βεροίας της Μακεδονίας), όταν είδα τον Ηγούμενο του Κωνσταμονίτου, μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση από όλους τους άλλους σαράντα μοναχούς που είχε το Μοναστήρι. Έλαμπε το πρόσωπό του τόσο πολύ, που μου φάνηκε σαν άγγελος!
     »Εγώ ήμουν βουρδουνάρης στην Μονή (“Βουρδουνάρης”, λέγεται ο μοναχός που επιμελείται και φροντίζει τα ζώα της εκάστοτε Μονής). Κάποτε, σε ώρα Ακολουθίας, με έβαλαν και έψαλα ένα τροπάριο. Το έψαλα ωραία κι όλοι τους ευχαριστήθηκαν. Τότε, ο π.Φιλάρετος, ο Ηγούμενος, με κάλεσε ιδιαίτερα και μου πρότεινε να γίνω μοναχός. Μου είπε για την ματαιότητα της ζωής κ.λπ. Εγώ του είπα ότι “θα το σκεφθώ”. Δεν ήθελα όμως να γίνω μοναχός και τον κορόϊδευα τον Ηγούμενο. Αλλά η προσευχή αυτού του ανθρώπου είχε μεγάλη δύναμη, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων. Με ρωτούσε “πώς πάω”, “αν άλλαξε κάτι μέσα μου προς την μοναχική ζωή” κι εγώ τον κορόϊδευα. Αλλά, σιγά–σιγά, πράγματι, γινόταν μία αλλαγή μέσα μου. Μετά από τρισήμισι μήνες είχα τέτοια αλλαγή, ώστε ένα πρωΐ πήγα στον π.Φιλάρετο και του είπα ότι “αποφάσισα να γίνω μοναχός”. Τότε εκείνος μου έδειξε το κομποσχοίνι του και μου είπε: “Παιδί μου! Νά ’ξερες πόσα κομποσχοίνια έκανα για νά ’ρθεις αυτήν την στιγμή να μου πεις αυτόν τον λόγο! Ήξερα ότι εσύ με κορόϊδευες, αλλά εγώ προσευχόμουν συνεχώς. Ν’ αποκτήσεις ακτημοσύνη και τελεία υπακοή. Να μάθεις και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και να τους λες όπου κι αν βρίσκεσαι”. 


      »Όποτε πήγαινε ο π.Φιλάρετος με τα άγια Λείψανα ή με κάποια Εικόνα έξω στον κόσμο για προσκύνηση, πάντοτε γινόταν ένα–δυο θαύματα. Όταν γύριζε στο Μοναστήρι, μας έλεγε για τα θαύματα που γίνονταν.
      »Ήρθε κάποτε ένας ιερέας να εξομολογηθεί στον π.Φιλάρετο. Του ανέφερε ότι κινδυνεύει να πέσει σε πορνεία, γιατί η γυναίκα του Αστυνόμου του επιτίθονταν συνεχώς. Τον παρακαλούσε ο ιερεύς τον π.Φιλάρετο να τον βοηθήσει. “Καλά”, του απάντησε, “πήγαινε και ό,τι μπορέσω, θα σε βοηθήσω!”. Όταν ο ιερεύς επέστρεψε πίσω στο χωριό του, ήρθε η σύζυγος του Αστυνόμου και του είπε: “Κρίμα· φεύγουμε απ’ εδώ! Ήρθε ένα επείγον τηλεγράφημα από το Αρχηγείο της Χωροφυλακής για να φύγουμε απ’ εδώ. Ήρθα να σε αποχαιρετήσω”. Το θαύμα της προσευχής του π.Φιλάρετου, συντελέσθηκε! 


      »Είχε πολλή μεγάλη ταπείνωση. Κάποτε, μου είχε απαγορεύσει να πάω σε μία πανήγυρη. Σκανδαλίστηκα και στεναχωρήθηκα πολύ. Τότε, ήμουν στο αρχονταρίκι. Ήρθε και χτύπησε την πόρτα. Εγώ κατάλαβα ότι ήταν ο Γέροντας και δεν απάντησα καθόλου. Έφυγε, χωρίς ν’ ανοίξει την πόρτα. Την επομένη, ξανάρχεται. Μόλις χτύπησε, λέω “εμπρός!”· ανοίγει και μπαίνει μέσα. Μόλις μπήκε, τον βλέπω κλαίγοντας να μου βάζει τρεις μετάνοιες και να μου ζητάει συγχώρεση που δεν μ’ άφησε να πάω στην πανήγυρη. “Παιδί μου, συγχώρεσέ με! Με μάλωσε ο Πρωτομάρτυς Στέφανος που δεν σ’ άφησα να πας στο πανηγύρι. Συγχώρεσέ με!...”». 


      Η σχέση του π.Φιλαρέτου με τον Πρωτομάρτυρα Άγιο Στέφανο, ήταν απερίγραπτα ζωντανή. Νέος μοναχός όταν ήταν ο π.Φιλάρετος, δεχόταν τις πιέσεις του αδελφού του, του Θωμά (βλ. ο εικονιζόμενος στην κάτω φωτογραφία, από αριστερά και δίπλα στον Γέροντα Φιλάρετο που ευλογεί), ο οποίος, αν και ερχόταν δυο–τρεις φορές τον χρόνο να τον επισκεφθεί, τον πίεζε να σπάσει τον όρο της ιερής ξενιτείας με τον οποίον ζούσε ο π.Φιλάρετος. Αυτό γινόταν ακόμη και με «δεξιές» αφορμές. Μια φορά που ήρθε και τον επισκέφτηκε του λέει: «Δεν έρχεσαι μια φορά στο χωριό να μας λειτουργήσεις; Μας απαρνήθηκες πια εντελώς!». Σκοπός του, πίσω από αυτήν την «αδελφική πρόσκληση», ήταν να τον κρατήσουν με το ζόρι ως ιερέα του χωριού, μόλις ο ανυποψίαστος π.Φιλάρετος θα κατέφθανε εκεί. Την νύκτα που κοιμόταν ο Θωμάς στο Μοναστήρι, εμφανίζεται στον ύπνο του ο προστάτης και πραγματικός φύλακας της Μονής του Κωνσταμονίτου, ο Πρωτομάρτυς Στέφανος, αυστηρός και αμείλικτος. Γυρίζει και λέει στον Θωμά:
     –Αχάριστε! Δεν σου φτάνει που ήρθες να δεις τον αδελφό σου, θέλεις να τον πάρεις και στο χωριό;
     Έντρομος σηκώθηκε ο Θωμάς. Η εμφάνιση του Αγίου τού έκανε φοβερή εντύπωση. Από τότε, πού να τολμήσει να ξανασκεφτεί τέτοια σχέδια; 


      Ο π.Παχώμιος που διετέλεσε επί είκοσι χρόνια συνέχεια αρχοντάρης, είχε κουρασθεί στα πρώτα πέντε χρόνια και παρακάλεσε τον π.Φιλάρετο να τον αλλάξει από το διακόνημα αυτό. Αλλά ο Γέροντας, του είπε:
     –Παιδί μου, αν κάνεις υπομονή, θα φιλοξενήσεις Αγγέλους.
     Και του διηγήθηκε κάποιο προσωπικό του περιστατικό, θαυμαστό και ανεξήγητο για τους πολλούς:
     Ένα χρονικό διάστημα χρημάτισε ο παπα–Φιλάρετος αρχοντάρης του Μοναστηριού. Ετοίμαζε λοιπόν κάποτε την τράπεζα. Οι πόρτες όλες ήσαν κλειστές. Ξαφνικά, βλέπει έναν ωραίο νέο να μπαίνει μέσα και να λέει:
     –Ευλογείτε! Είμαι πολύ πεινασμένος.
     Έκπληκτος ο παπα–Φιλάρετος απάντησε μηχανικά με όλη την φιλόξενη ευγένεια και καταδεκτικότητα που τον διέκρινε:
     –Ορίστε, καθίστε! Πώς λέγεσθε;
     –Μιχάλης, είπε ο νέος.
     Κι ενώ δεν πρόλαβε καλά–καλά να τον τραπεζώσει, εκείνος εξαφανίσθηκε! Είχε την πεποίθηση ότι ήταν Άγγελος Κυρίου. Θυμόταν με ιδιαίτερη συγκίνηση την φιλοξενία του Αβραάμ, και τον συγκλόνιζε η φιλοξενία του Πατριάρχου, που φιλοξένησε την Ίδια την Αγία Τριάδα με τρίμορφο αγγελικό σχήμα (Γέν. ιη΄ 1–8). 


      Ο π.Παχώμιος, πέρασε με τον πατέρα του από το Μοναστήρι του Κωνσταμονίτου το 1931, σε ηλικία 15 ετών, κατά την Β΄ Εβδομάδα των Νηστειών. Παρέμειναν στο Απόδειπνο στην λιτή του Καθολικού. Όταν έβγαιναν οι πατέρες, αντίκρισε για πρώτη φορά τον, απλό ιερέα τότε, παπα–Φιλάρετο. Τον είδε με αγγελική μορφή και με πρόσωπο εντελώς διαφορετικό από τις συνηθισμένες όψεις των άλλων πατέρων· φωτεινό σαν φεγγάρι!
     Μοναχός πλέον ο π.Παχώμιος, στο τέλος μιας αγρυπνίας καθώς επέστρεφε μαζί με τον Ηγούμενο π.Φιλάρετο στα κελλιά τους, γυρίζει και του λέει ο Γέροντας:
     –Είμαι σε θέση να βγάλω άλλη μια πολύωρη αγρυπνία. Απόψε μάλιστα με τυλίξανε ένα σμήνος…
     –Τί;… Τί;… ρώτησε με απορία ο π.Παχώμιος.
     –Άγγελοι του Ουρανού! απάντησε ο καθαρός και ευλαβής Λειτουργός του Υψίστου.
     Και συνεχίζει ο π.Παχώμιος την διήγησή του:
     «Κάποτε, μου αποκάλυψε ιδιαιτέρως, και δεν γνωρίζω αν το έχει πει και σε άλλον, ότι, πολλές φορές κατά την Θεία Λειτουργία, άκουσε ψαλμωδίες αγγέλων και αισθάνθηκε άρρητη ευωδία. 


      »Κατά το έτος 1948, ήρθε κάποιος και παρακαλούσε τον π.Φιλάρετο να σώσει το παιδί του που το είχαν πάρει οι αντάρτες με το ζόρι, το έντυσαν, του έδωσαν και όπλο. Αυτό, όμως, μετά από μέρες δραπέτευσε και πήγε σπίτι του. Τότε τον ξανάπιασαν και αποφάσισαν να τον εκτελέσουν γιατί λιποτάκτησε. Οι προσευχές που έκανε ο π.Φιλάρετος για το παιδί του χωρικού, έκαναν το θαύμα τους. Είχαν αποφασίσει να τον εκτελέσουν αμέσως μόλις φθάσουν στην έδρα τους. Όταν έφθασαν, είπε ένας από αυτούς: “Ας περιμένουμε τον υπαρχηγό καλύτερα και κατόπιν τον τουφεκίζουμε”. Όταν έφθασε ο υπαρχηγός τού ανέφεραν το περιστατικό. Αυτός, σκέφθηκε για λίγο και ύστερα είπε: “Ντύστε τον και δώστε του όπλο”. Κατόπιν, του ξαναείπε: “Πήγαινε τώρα και φέρε μας νερό, για να πεισθούμε ότι είσαι πιστός και δεν θα ξαναλιποτακτήσεις”. Το παιδί πήγε για νερό και, βρίσκοντας την θεόσδοτη ευκαιρία, πάλι λιποτάκτησε. Έφθασε στην Ιερισσό και παραδόθηκε στον Στρατό.


     »Είχε το διορατικό χάρισμα ο καλός Γέροντας του Θεού. Όταν εξομολογούσε, ενίοτε, έλεγε: “Ναι, καλά· αλλά εκείνο που πήρες, να το επιστρέψεις. Εκείνο που έκανες, δεν σκεφτόσουν να το εξομολογηθείς”. Πολλούς που έρχονταν για πρώτη φορά, τους αποκαλούσε με τα ονόματά τους. Επίσης, είχε καλλιεργήσει και την νοερά προσευχή.


     »Όταν είχε γεράσει και δεν μπορούσε να ανέβει τις σκάλες, περίμενε στο πρώτο σκαλοπάτι και κατόπιν σαν πουλί ανέβαινε επάνω. Ο φύλακάς του Άγγελος τον ανέβαζε. Ένα βράδυ που συνέβη το ίδιο, τον άκουσα να λέει: “Σε κουράζω κι εσένα, Άγγελέ μου!”. 


     » Όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, προτού πεθάνει, μου είπε:
     –Πάντα να “κρατάς πισινή”, παιδί μου!
     –Τί εννοείς, Γέροντα; τον ρώτησα.
     –Όταν μεγαλώσεις, θα το καταλάβεις!
     »Πράγματι, έπαθα πολλές ζημιές, διότι εξαντλούσα όλες μου τις δυνάμεις σε διάφορα έργα και υποθέσεις και τότε κατάλαβα αυτό που εννοούσε ο Γέροντας. 


      »Ήταν ημέρα Τετάρτη και μου είπε:
     –Μέχρι την Κυριακή θα πεθάνω, παιδί μου!
     –Πού το ξέρεις, Γέροντα; τον ρώτησα.
     –Μου το είπε ο Άγγελός μου, απάντησε.
     Πράγματι, εκοιμήθη Σάββατο βράδυ, στις 22 Ιανουαρίου 1963». 


      Κατά την νύκτα της οσιακής κοιμήσεως του Γέροντος Φιλαρέτου, Καθηγουμένου της Μονής του Κωνσταμονίτου, η προ πολλών ετών ήδη κεκοιμημένη μητέρα του, εμφανίσθηκε στον ύπνο της νύφης της και της είπε: «Πενήντα ένα ολόκληρα χρόνια, τον περίμενα να έλθει και, απόψε τα μεσάνυχτα, μου τον στείλατε!». Ας σημειωθεί, ότι, εκτός από μία φορά (και αυτό, κατόπιν πιέσεως και υπακοής και για λόγους υγείας), ποτέ άλλοτε δεν βγήκε από το Άγιον Όρος ο ευλογημένος π.Φιλάρετος. 


      Ο σεβαστός Προηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, παπα–Γαβριήλ (1886–1983), Ηγούμενος τότε, διαμαρτυρήθηκε έντονα που δεν τον ειδοποίησαν εγκαίρως να προσέλθει στην κηδεία του. Όταν αργότερα επισκέφθηκε την Μονή του Κωνσταμονίτου, γονάτισε στον τάφο του π.Φιλαρέτου, έκανε Τρισάγιο, και σ’ ένα καθαρό μαντήλι του πήρε λίγο χώμα, για να το έχει σαν φυλαχτό. Η κίνηση αυτή, φανερώνει εκτός από την ευλάβεια που έτρεφε ο σοφός Ηγούμενος της Διονυσίου προς τον π.Φιλάρετο, επιπλέον και την βαθειά και ακλόνητη πεποίθηση που είχε ο π.Γαβριήλ για την αγιότητα της ζωής του Γέροντος Φιλαρέτου, Καθηγουμένου της Κωνσταμονίτου. 
     Την μεγάλη, πατρική του ευχή, να έχουμε μαζί μας όλοι!
     Αμήν.  



[(1) «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 3ο μέρος («Αποφθέγματα»), σελ. 650–654, Άγιον Όρος 2011. (2) Αρχιμ. Χειρουβείμ (Καράμπελα· 1920–1979): «Φιλάρετος Κωνσταμονίτης – Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές Νο 9», σελ. 17, 40–41, 47–48, 76, 79–80, 82–83, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1995. (3) Φωτογραφίες, από: «ΆγιονόροςΝετ», «Αμάγαλμα Παραμυθείας», «Διακόνημα», «Πανοράμιο» (του: Κουτούδη Γρηγόρη), «Πεμπτουσία», «Τριβώνιο» και ένας ρώσικος ιστότοπος «Triafona».]


«ΠΕΤΑΞΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ!»

«ΠΕΤΑΞΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ!»


«Βρε, παιδί! 
Πέταξε τον εαυτό σου! 
Αν πετάξεις τον εαυτό σου, 
μετά θα πετάς! 
Τί, τον κρατάς τον εαυτό σου, 
για τον εαυτό σου;

     Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχεις για τους άλλους.

     Όσο μπορείς, να βγάζεις τον εαυτό σου έξω από τις ενέργειές σου και να βάζεις μέσα σου τους άλλους. Προσπάθησε αυτό που θέλεις για τον εαυτό σου, να το δίνεις στους άλλους. Να δίνεις–να δίνεις, χωρίς να υπολογίζεις τον εαυτό σου. Κι όσο θα δίνεις, τόσο θα παίρνεις. Γιατί ο Θεός θα σου δίνει άφθονη την Χάρη Του και την αγάπη Του· θα σε αγαπάει πολύ, καθώς κι εσύ πολύ θα Τον αγαπάς. Γιατί θα πάψεις να αγαπάς τον εαυτό σου, ο οποίος σου ζητάει να τρέφεσαι από τον εγωισμό και την υπερηφάνεια, και όχι από την Χάρη του Θεού που δίνει όλες τις βιταμίνες στην ψυχή και την θεία αλλοίωση στην σάρκα, και κάνει τον άνθρωπο να ακτινοβολεί. Εύχομαι πολύ γρήγορα να τα νιώσεις όλα αυτά, για να απαλλαγείς από το βάσανο της φιλαυτίας.

     Δες· πώς αγωνίζεσαι; 
     Τον πετάς τον εαυτό σου;…»

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)


[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: «Λόγοι», Τομ. Ε΄, «Πάθη και αρετές», ενότ. 1η, μέρος 1ο, κεφ. 2ο, σελ. 54–55, Α΄ έκδοση, Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Δεκέμβριος 2006.]

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ 


     «Είδατε οι Καθολικοί πού έφθασαν; Θυμάμαι πριν από χρόνια, όταν ήμουν στην Μονή Στομίου, στην Κόνιτσα, μου έφερε κάποιος ένα απόκομμα από μια εφημερίδα που έγραφε την παρακάτω είδηση: “Τριακόσιες καλογριές διαμαρτυρήθηκαν, γιατί να μην παρακολουθήσουν ένα κινηματογραφικό έργο, γιατί τα φορέματά τους να είναι μέχρι κάτω και όχι μέχρι το γόνατο”. Τόσο αγανάκτησα όταν το διάβασα, που είπα: “Μα, γιατί να γίνετε εσείς καλόγριες, τέλος πάντων;”. Και, τελικά, έγραφε ότι τα πέταξαν τα ράσα. Αν και έτσι που σκέφτονταν, πεταμένα τα είχαν και από πριν. Μια άλλη φορά πάλι, είδα μια καθολική καλόγρια που δεν διέφερε καθόλου από μια κοσμικιά. Έκανε δήθεν “έργο ιεραποστολικό” και ήταν τελείως…, όπως μερικές πολύ κοσμικές κοπέλες.
     Όταν ο μοναχός αποδυναμώνεται πνευματικά, με τί θα συγκινήσει τον κοσμικό; Το οινόπνευμα, αν αφήσουμε ανοιχτό το μπουκάλι, χάνει όλη την σπιρτάδα. Ούτε τα μικρόβια σκοτώνει ούτε φλόγα μπορεί να βγάλει, αν το ανάψεις. Και αν το βάλεις στο καμινέτο, θα χαλάσει και το φυτίλι.
     Έτσι, και ο μοναχός· αν δεν προσέξει, διώχνει την θεία Χάρη και μετά έχει μόνο το σχήμα. Είναι σαν το οινόπνευμα που έχασε την σπιρτάδα του. Δεν μπορεί να καυτηριάσει τον διάβολο. “Φῶς μοναχοῖς Ἄγγελοι, φῶς κοσμικοῖς, μοναχοί!” (Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, “Κλῖμαξ”: Λόγος Κστ΄, §23). Ούτε φως είναι μετά. Το κοσμικό φρόνημα, ξέρετε πόσο καταστρέφει; Αν φύγει αυτό το πνευματικό από τον Μοναχισμό, δεν μένει τίποτε. Γιατί “ἂν τὸ ἅλας μωρανθῇ” (Ματθ. ε΄ 13), δεν κάνει ούτε για κοπριά. Ενώ τα σκουπίδια γίνονται κοπριά, το αλάτι δεν γίνεται κοπριά.
     Όσο μπορούμε, να μην παρασυρθούμε από αυτό το ρεύμα και μας πάρει σβάρνα αυτό το κανάλι. Τα έξυπνα ψάρια δεν πιάνονται στο αγκίστρι. Βλέπουν το δόλωμα, καταλαβαίνουν ότι είναι δόλωμα και φεύγουν από ’κει και γλυτώνουν. Ενώ τα άλλα βλέπουν το δόλωμα, τρέχουν εκεί να φάνει και, τακ, πιάνονται! Έτσι δηλαδή και ο κόσμος· έχει το δόλωμα και πιάνει τους ανθρώπους. Έλκονται οι άνθρωποι από το κοσμικό πνεύμα και πιάνονται μετά από αυτό.
     Σήμερα είναι μια εποχή, που πρέπει να λάμπει ο Μοναχισμός. Σ’ αυτήν την σαπίλα είναι που χρειάζεται το “αλάτι”. Αν τα Μοναστήρια δεν έχουν κοσμικό φρόνημα και έχουν πνευματική κατάσταση, αυτό θα είναι η μεγαλύτερη προσφορά τους στην κοινωνία. Δεν θα χρειάζεται ούτε να μιλούν ούτε να κάνουν τίποτε άλλο, γιατί θα μιλούν με την ζωή τους. Από αυτό έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος.
     Να μην επιτρέψουμε να μπει και σ’ εμάς αυτό το πνεύμα το ευρωπαϊκό· να μη φθάσουμε και εμείς εκεί. Το σπουδαιότερο σήμερα είναι να μην προσαρμοσθεί κανείς με αυτό το κοσμικό πνεύμα. Είναι μια μαρτυρία!...». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)

[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: «Λόγοι», Τόμ. Α΄, «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», μέρος 1ο, κεφ. 3ο («Το κοσμικό πνεύμα»), σελ. 81–84, Α΄ έκδοση, Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 1999.]

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

ΓΙΑ ΤΗ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ

ΓΙΑ ΤΗ ΨΥΧΗ
ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ


       Ένας Γέροντας μιλώντας για τη ψυχή που θέλει να μετανοήσει, μας είπε την εξής ιστορία:

     «Σε κάποια πόλη ζούσε μια πολύ όμορφη πόρνη που είχε πολλούς φίλους–πελάτες.
     Ένας μεγάλος άρχοντας εκείνης της πόλης πήγε σ’ αυτήν την πόρνη και της κάνει την ακόλουθη πρόταση:
     –Αν μου υποσχεθείς πως από ’δω κι εμπρός θα ζήσεις με σωφροσύνη και μακριά από την πορνεία, εγώ θα σε κάνω γυναίκα μου.
     Εκείνη, του το υποσχέθηκε.
     Εκείνος τότε την πήρε στο σπίτι, σα σύζυγό του.

     Ωστόσο, οι παλιοί φίλοι της που την αναζητούσαν άρχισαν να κάνουν περίεργα σχέδια λέγοντας μεταξύ τους: 
     –Ο δείνα πλούσιος άρχοντας την πήρε στο σπίτι του και την έκαμε σύζυγό του. Αν τολμήσουμε να πάμε μπροστά στην πόρτα του και το μάθει, θα μας κυνηγήσει και θα μας τιμωρήσει. Καλύτερα μάλλον θα είναι, αν θα πάμε στο πίσω μέρος του σπιτιού και της σφυρίξουμε να κατέβει· εκείνη, γνωρίζοντας το σφύριγμά μας, θα κατέβει από μόνη της κι έτσι εμείς δεν θα έχουμε καμιά ευθύνη γι’ αυτό!
 
     Έτσι, έκαναν οι αναίσχυντοι φίλοι. Αλλά όταν εκείνη άκουσε το σφύριγμα, έκλεισε γερά τ’ αυτιά της και μπήκε στα ενδότερα του σπιτιού της, κλείνοντας καλά όλες τις θύρες».

     Και ο Γέροντας πρόσθεσε στο τέλος και τα εξής: «Και η ψυχή μοιάζει μ’ αυτή την πόρνη· οι φίλοι της είναι τα πάθη και οι άνθρωποι. Και όλοι αυτοί που την περιτριγυρίζουν με τα σφυρίγματα είναι οι πονηροί δαίμονες. Ωστόσο εκείνη καταφεύγει, πάντα και με κάθε τρόπο, προς τον Κύριο και Σωτήρα της».



[Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της ερήμου
Μικρό Γεροντικό Γ΄»,
κεφ. Πβ΄, σελ. 229,
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
Αθήνα, Απρίλιος 1995.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΧΑΡΟΙ, ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ, ΑΜΕΤΟΧΟΙ, ΜΟΝΟΙ!

ΑΧΑΡΟΙ, ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ,
ΑΜΕΤΟΧΟΙ, ΜΟΝΟΙ! 


«Εἴμαστε στὸν Ναὸ μόνο σωματικά.
Ἡ Λειτουργία, δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ καθόλου.
Κι’ ὅταν αὐτὴ τελειώσει,
βγαίνουμε χωρὶς νὰ εἴμαστε ἀνανεωμένοι.
Χωρὶς νὰ εἴμαστε πλημμυρισμένοι ἀπὸ χαρά. 
Δὲν ἀγαποῦμε τὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ.
Ἀργοῦμε στὶς ἀκολουθίες,
φεύγουμε ὅ,τι ὥρα θέλουμε,
εἴμαστε ἀδιάφοροι καὶ ἀμέτοχοι…».


ΣΤΑΡΕΤΣ
ΣΑΜΨΩΝ ΣΙΒΕΡΣ (1898–1974)



ΣΤΟ ΠΡΩΤΑΤΟΝ

ΣΤΟ ΠΡΩΤΑΤΟΝ 


      Ο «δίκην σελήνης λάμψας» Πανσέληνος παραμένει ένας από τους πιο εκφραστικούς αγιογράφους της Ορθοδοξίας, ο οποίος «ὑπερηκόντισε καὶ κατεκάλυψε μὲ τὴν θαυμαστὴν τέχνην του ὅλους τοὺς παλαιοὺς καὶ νέους ζωγράφους» (Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ). Τα έργα του κοσμούν το εσωτερικό του ναού του Πρωτάτου. Εισερχόμενος στον ιστορικό Ναό, ατενίζεις πρόσωπα περιβλημένα το αριστοκρατικό ήθος, την απόκοσμη επισημότητα, τη στοχαστική και απροσποίητη ευγένεια. Τα σώματα διαγράφονται ανάλαφρα με άϋλη φωτεινότητα· δεν είναι «σάρκες» αλλά ουσία σωματική εξαγιασμένη. Οι μορφές του δεν έρχονται από τον κόσμο των ιδεών, αλλά από τον κόσμο του πνεύματος. Και χωρίς να είναι λιπόσαρκες –μάλιστα στο κέντρο της μοναστηριούπολης– εκφράζουν, με υποβλητική δύναμη και συμπυκνωμένη εκφραστικότητα, την πνευματική ευωχία, το θείο όλβο, τη θεωρητική πανδαισία. Στα πρόσωπά τους εξεικονίζεται η μέθεξη θείων ενεργειών· οι στάσεις τους ιστορούν, με δυναμικό και ρωμαλέο τρόπο, δονούμενο το επικό μεγαλείο, την αφηγηματική ένταση, τη θεωρητική έξαρση. Είναι «οἱ κεκλημένοι εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. ιθ΄ 19). Ο διάλογος του σκιόφωτος γίνεται μυσταγωγία, ενέργεια μυσταγωγική, που αντανακλάται με πνευματικής φύσεως κραδασμούς στις πτυχώσεις των ενδυμάτων και τα πρόσωπα, όπου τα φώτα, ο προπλασμός, κι ένα ερύθημα των παρειών δίνονται σε αμέτρητες χρωματικές μεταβάσεις με πινελιές αυθόρμητες, τονίζοντας τη διαφάνεια και την ευαισθησία των μορφών. Κι αυτοί οι πολύχρωμοι παλμοί, αυτή η δυναμική του χρώματος και του σχεδίου και οι δημιουργούμενες αντιθέσεις των μαλακών χρωμάτων, σε χώρους απλωμένους, δημιουργούν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ουράνιο τόξο, αντανακλώμενο της πνευματικότητας του πρώιμου ησυχασμού· έτσι το έργο, από την άποψη αυτή, με τη μοναδικότητά του, αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Η πλούσια χρωματική γκάμα του Μανουήλ, κυρίως η μετάβαση του πράσινου σε ρόδινο, προμηνά τον εμπρεσσιονισμό, αιώνες πριν. 


      Ο ένθρονος Χριστός στο δεξιό χωρό του Πρωτάτου. Πρόσωπο–αρχέτυπο που εκφράζει τη θεανδρική υπόσταση με επιβλητική μεγαλοπρέπεια, όχι όμως απρόσιτη στον πιστό. Ο Χριστός «εὐόφθαλμος καὶ ἐπίρρις» (Νικηφ. Κάλλιστος), σε μετωπική θέση, κάθεται επιβλητικά σε θρόνο. Με το δεξί χέρι ευλογεί και με το αριστερό κρατά το ιερό Ευαγγέλιο ανοιχτό: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷος εἰμι…». Η ελαφρά, ανεπαίσθητη σχεδόν, προς τα δεξιά κλίση του σώματός Του μειώνει την αυστηρότητα, δημιουργώντας κλίμα οικειότητας και παρρησίας. Στην αρμονική αυτή σύνθεση, παρασταίνεται με περιγραφική λιτότητα μια μορφή βαθύτατα εκφραστική.


     Τα μάτια του Κυρίου, δύο στίγματα μαύρα, ατενίζουν διεισδυτικά, όχι όμως και χωρίς μειλιχιότητα, ενώ τονίζουν με δύναμη τα βαθιά αισθήματα του θείου Προσώπου. Κόμη αρρενωπή, μέτωπο ευρύ, γένι λεπτό. Η όλη μορφή, γεμάτη κυριαρχική εξουσία, μαρτυρεί ακριβώς τον «ἐξουσίαν ἔχοντα» Κύριο (Λουκ. ιβ΄ 5), τον Κριτή του παντός, αλλά, ταυτόχρονα, και τον «καλὸν ποιμένα» (Ιω. ι΄ 11), τον Σωτήρα του κόσμου. Αναλογιζόμενος τη θεία Παντοκρατορία, αναρωτιέσαι, την ώρα που η φαντασία αδρανεί και ο νους βρίσκεται σε εκστατική κατάσταση: «Ὁ ἀχώρητος παντὶ πῶς ἐχωρήθη» στα πλαίσια μιας τοιχογραφίας; 


      Αξίζει να αναφερθεί και το κλασικό έργο του Μανουήλ, «ὁ Ἀναπεσών». Το θέμα που έχει για βάση την προφητική ευχή του Ιακώβ προς τον γιο του Ιούδα. Όπως είναι γνωστό, η προφητεία αυτή έχει αναφορά στο πρόσωπο του Κυρίου, και όχι σε κοινό θνητό: «σκύμνος λέοντος Ἰούδα· ἐκ βλαστοῦ, υἱέ μου, ἀνέβης· ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος· τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» (Γεν. μθ΄ 9). Στο έργο αυτό ιστορείται ένα νήπιο να αναπαύεται με πολλή χάρη και ευγένεια. Το βαθύ και μεγάλο κεφάλι του «ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι» (Κολ. β΄ 3) στηρίζει με το δεξί του χέρι. Το ευρύ μέτωπό του, εκφράζει την παντοδυναμία· οι ροδαλές παρειές του, τη βασιλική καταγωγή του και την ισχυρή θέλησή του· το τονισμένο πηγούνι του, τη μεγάλη δύναμή του. Τα μάτια του, όπου μέσα τους αποτυπώνεται το πλήρωμα της συνέσεως (πρβλ. Λουκ. β΄ 47), μας βεβαιώνουν, ότι το Παιδίον μάς γνωρίζει καλά και δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να κρυφτούμε από την εποπτεία των οφθαλμών Του. 


      Γενικά, όλες οι μορφές, στον πρωτατινό διάκοσμο, εκφράζουν την ορμή και την κινητικότητα: οι άγιοι Μάρτυρες, έτοιμοι να ριχτούν στη μάχη· οι Όσιοι, να παλεύουν όχι «πρὸς αἷμα καὶ σάρκα», αλλά «πρὸς τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας» (Εφ. στ΄ 12)· οι Άγγελοι, να συγχορεύουν με τους πιστούς ευαγγελιζόμενοι· οι Ιεράρχες, να πορεύονται δυναμικά προς τον γνόφο της αποφατικής θεολογίας και γνώσης. Οι πτυχές των ενδυμάτων τονίζουν πόδια δυνατά, που πατούν στη γη με βεβαιότητα και σιγουριά, ενώ στο πρόσωπο αποτυπώνεται η μακαριότητα του «εὐρόντος». 


[Δωροθέου Μοναχού: «Το Άγιον Όρος (Μύηση στην Ιστορία και τη ζωή του)», τόμ. Α΄, μέρος 3ο, κεφ. VIIIΗ αγιογραφία»), σελ. 487–490 και 496–497, εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 1987.] 






Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ: ΑΝΤΑΞΙΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ: ΑΝΤΑΞΙΟΣ
ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 


      «Ἀπ’ ὅλα τὰ δημιουργήματα, ὁ Θεὸς ἀκούει μόνο τὸν ἄνθρωπο· μόνο στὸν ἄνθρωπο φανερώνεται. Φιλάνθρωπος εἶναι ὁ Θεὸς ὅπου καὶ ἂν εἶναι καὶ φέρεται πάντοτε ὡς Θεός. Μόνον ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀντάξιος προσκυνητὴς τοῦ Θεοῦ. Γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου ὁ Θεὸς μεταμορφώνεται.
     Ὁ Θεὸς γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου ἔπλασε τὰ πάντα· τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ οὐράνια σώματα ποὺ τὸν στολίζουν, ὅπως καὶ τὴν γῆ ποὺ οἱ ἄνθρωποι καλλιεργοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν αἰσθάνονται τὴν τόσο μεγάλη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀνόητοι.
     Στὴν γῆ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γέννηση καὶ θάνατος, ἐνῷ στὸν οὐρανὸ ἡ πρόνοια καὶ τὸ ἀμετάβλητο. Καὶ ὅλα ἔγιναν γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου καὶ γιὰ τὴν σωτηρία του. Γιατὶ ὁ Θεός, ἐνῷ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε, δημιούργησε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, προσπαθῶντας νὰ τοὺς ἐξασφαλίσει μὲ αὐτὰ τὴν ἀπόλαυση κάθε ἀγαθοῦ.
     Τὰ θνητὰ εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὰ ἀθάνατα. Ἀλλὰ τὰ ἀθάνατα ὑπηρετοῦν τὰ θνητά· μὲ ἄλλα λόγια, τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως ἔγιναν γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐξαιτίας τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς φυσικῆς ἀγαθότητας τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ.
     Ὁ Θεός, ὡς ἀγαθὸς καὶ πλουσιόδωρος, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερία νὰ κάνει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό. Τοῦ ἔδωσε ἀκόμη καὶ γνώση γιὰ νὰ παρατηρεῖ τὸν κόσμο καὶ τὰ δημιουργήματα καὶ νὰ γνωρίσει Ἐκεῖνον ποὺ ὅλα τὰ δημιούργησε γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Στὸν βέβηλο ὅμως καὶ ἀσεβῆ ἄνθρωπο, ἐπιτρέπεται νὰ θέλει καὶ νὰ μὴν ἐννοεῖ τὸν Θεό. Μπορεῖ δηλαδὴ καὶ νὰ ἀπιστεῖ καὶ νὰ μὴν κατορθώνει νὰ μάθει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ φρονεῖ ἀντίθετα πρὸς αυτήν. Τόση ἐξουσία, ἔχει ὁ ἄνθρωπος πάνω στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό!».


ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν», Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου: «Συμβουλὲς γιὰ τὸ ἦθος τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή, σὲ 170 κεφάλαια», μετάφραση Αντ. Γαλίτη (†), τόμ. Α΄, σελ. 46–48, §125, §132–133, §136, Δ΄ έκδ., «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσ/νίκη 1993.] 





Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ 


     Ο Μέγας Αρσένιος (354–444) είχε πολύ μεγάλη μόρφωση· και κοσμική και χριστιανική. Και ξεπερνούσε, μπορούμε να πούμε, όλους τους ανθρώπους της εποχής του στην πολυμάθεια και την αρετή, γι’ αυτό και από όλους διάλεξε αυτόν ο βασιλιάς Θεοδόσιος για παιδαγωγό των γιων του, του Ονωρίου και του Αρκαδίου. Η μόρφωσή του και η αρετή του είχαν επιβληθεί ευρύτερα στον χώρο των ανακτόρων, ώστε όχι μόνον τον άκουγαν όλοι και τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα, αλλά τον αποκαλούσαν «βασιλοπάτορα».
     Ο Όσιος έλαβε από τον Θεό σπάνια και ιδιαίτερη πληροφορία για την αναχωρητική ζωή. Μια φορά που προσευχόταν παρακαλώντας τον Θεό να πραγματοποιηθεί ο πόθος του για ησυχία λέγοντας: «Κύριε, οδήγησέ πώς να σωθώ;», ακούστηκε από ψηλά κάποια φωνή που του έλεγε: «Αρσένιε, φεύγε τους θορύβους και θα σωθείς!». Αφού έφυγε από τον κόσμο και έγινε μοναχός, πάλι προσευχήθηκε λέγοντας τα ίδια λόγια. Και άκουσε ξανά την ίδια φωνή να του λέει: «Αρσένιε! Να φεύγεις, να σιωπάς και να ησυχάζεις· γιατί αυτές είναι οι ρίζες της αναμαρτησίας». Εκείνος, όταν το άκουσε αυτό, πήγε στην Σκήτη (περίπου το 394) και συγκαταριθμήθηκε σαν ένας από τους ασκητές της, τους οποίους και, πολύ σύντομα, τους ξεπέρασε πραγματικά, αφού έλαβε τα πνευματικά πρωτεία και όλοι τον θεωρούσαν δάσκαλο και ο καθένας τον ρωτούσε για ό,τι είχε ανάγκη και δεχόταν πρόθυμα τα λόγια του. Η διαμονή του στην Σκήτη κράτησε ως το 434. Ενδιάμεσα, με την λεηλασία της Σκήτης από βαρβάρους το 407, έφυγε για λίγο διάστημα στον Κάνωπο της Αλεξανδρείας. Και το 434 φεύγει πάλι εξαιτίας νέας επιδρομής βαρβάρων και πηγαίνει στην Τρώα (ή, Τρύη) όπου μένει μέχρι το 444.

     Ο αββάς Αρσένιος συνήθιζε να επαναλαμβάνει συνεχώς στον εαυτό του την φράση: «Ἀρσένιε, μέμνησο διὸ ἐξῆλθες». Δηλαδή: Θυμήσου τον σκοπό για τον οποίο απομακρύνθηκες από τον κόσμο. Και ποιός είναι αυτός; Οπωσδήποτε το να γίνεις αρεστός στον Θεό κάνοντας εκείνα που αρέσουν σε Αυτόν.
     Εκτός από αυτό, κάτι άλλο που συνήθιζε να επαναλαμβάνει συνεχώς, ήταν το εξής: «Πολλές φορές μετάνιωσα γιατί μίλησα· ποτέ, όμως, γιατί σιώπησα». Γι’ αυτόν τον λόγο και απέφευγε τις συναναστροφές με τους ανθρώπους, εκτός βέβαια αν έκρινε ότι η συνάντηση ήταν αναγκαία και θεάρεστη.
     Στην ερώτηση του αββά Μάρκου «Γιατί μας αποφεύγεις;… (αφού) μας ωφελείς σε μεγάλο βαθμό!...», αυτός αποκρίθηκε: «Ο Θεός γνωρίζει ότι σας αγαπώ και μάλιστα πάρα πολύ. Αλλά, τί να κάνω; Δεν μπορώ να μοιράσω τον εαυτό μου στον Θεό και στους ανθρώπους, γιατί είναι πιο εύκολο να είμαι αρεστός σε Αυτόν, παρά σε εκείνους. Οι χιλιάδες και οι μυριάδες των Αγγέλων, έχουν ένα σκοπό και ένα θέλημα: να υμνούν τον Θεό και να υπηρετούν τα προστάγματά Του. Ενώ οι άνθρωποι έχουν, ο καθένας τους, άλλα θελήματα και διαφορετικούς σκοπούς. Γι’ αυτό και είναι πιο δύσκολο να γίνεσαι αρεστός σε αυτούς, απ’ ό,τι στον Θεό».
     Ωστόσο, αν και ήταν τόσο μορφωμένος, έχοντας ασκητεύσει πολύν καιρό στη Σκήτη και έχοντας αποκτήσει άφθονη θεϊκή γνώση, είχε μέσα του τόση ταπείνωση, ώστε δεν ντρεπόταν να ρωτά και τους πιο άξεστους και να ωφελείται όσο γινόταν από αυτούς.
     Κάποτε τον είδε κάποιος να ρωτά έναν Αιγύπτιο μοναχό και να τον συμβουλεύεται σχετικά με το θέμα των λογισμών. Αυτό, του φάνηκε πολύ παράξενο και ζήτησε να μάθει την αιτία. Ο Αρσένιος αποκρίθηκε: «Δεν το αρνούμαι ότι έχω αξιόλογη μόρφωση. Ομολογώ όμως ότι την “αλφαβήτα” αυτού του 
άξεστου δεν την έμαθα ακόμη!». Με αυτό που είπε, εννοούσε την θεάρεστη πράξη και γνώση.

     Όταν έγινε βασιλιάς ο Αρκάδιος που είχε μικρός παιδαγωγό τον Μέγα Αρσένιο, έστειλε μία επιστολή προς τον περιβόητο αββά, γραμμένη με πολύ σεβασμό και μετριοφροσύνη, με την οποία τον χαιρετούσε και του ζητούσε να τον βοηθά με τις προσευχές του στην άσκηση της εξουσίας, ώστε να κυβερνά όπως θέλει ο Θεός. Επιπλέον, του πρότεινε και μια πλουσιοπάροχη δωρεά: να του δώσει όλους τους φόρους της Αιγύπτου για να τους μοιράσει αυτός σε φτωχούς και σε ιερά μοναστήρια που είχαν ανάγκη. Ο Μέγας Αρσένιος, όταν πήρε αυτήν επιστολή, προτίμησε να μην γράψει απαντητική επιστολή, αλλά μονάχα μήνυσε προφορικά στον βασιλιά λέγοντας: «Εμένα, δεν μου ταιριάζει καθόλου να μοιράζω χρήματα, αφού πλέον έχω πεθάνει για τον κόσμο· και ο νεκρός, δεν μπορεί να “κάνει” τίποτε!».
     Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν ένας μαγιστριανός τού έφερε από την Ρώμη την διαθήκη ενός συγγενή του συγκλητικού, ο οποίος, πεθαίνοντας, του άφησε μια πολύ μεγάλη κληρονομιά. Ο αββάς πήρε την διαθήκη και μόλις την διάβασε, πήγε να την σχίσει λέγοντας: «Εγώ πέθανα πριν από εκείνον και τώρα με τραβούν να κληρονομήσω αυτόν που πέθανε πριν από λίγο;». Και, με τα λόγια αυτά, έστειλε πίσω την διαθήκη χωρίς να δεχτεί τίποτε από αυτήν.
     Τόσο πολύ αποστράφηκε τα πράγματα του κόσμου και τα θεωρούσε ότι δεν είναι τίποτε απολύτως, ώστε δεν ανεχόταν να βλέπει κάτι από τα κοσμικά. Ή μάλλον, για να ξεπληρώσει και να αντισταθμίσει την πολυτέλεια της προηγούμενης ζωής του και τις στολές που φορούσε όταν έμενε στο παλάτι, χρησιμοποιούσε πολύ φτωχικά ρούχα, τόσο που καθόλου δεν ξεχώριζε, ως προς αυτά, από έναν πάμφτωχο χωρικό που φορά σχισμένα και σάπια κουρέλια. Εκείνον όμως αυτά, τα φτωχικά και για πέταμα ενδύματα, τον ευχαριστούσαν περισσότερο και καμάρωνε με αυτά, επειδή φρόντιζε συνεχώς για τον εσωτερικό και κρυφό στολισμό και επειδή ήθελε πιο πολύ να στολίζει την ψυχή του παρά το σώμα του.

     Κάποια άλλη φορά ο αξιοθαύμαστος Αρσένιος, πήγε στον ποταμό για να ταξιδέψει με το πλοίο, και κάποια Αιθιόπισσα τον έπιασε από την μηλωτή του. Αυτός την μάλωσε πολύ αυστηρά, και εκείνη του απάντησε: «Αν είσαι μοναχός, Αρσένιε, τότε, να πας στο βουνό!». Αυτά της τα λόγια, φάνηκαν ωφέλιμα στον Αρσένιο.
     Διηγούνταν οι Γέροντες ότι δόθηκαν κάποτε στην Σκήτη λίγα ξηρά σύκα για διανομή, και επειδή θεώρησαν ότι αυτά ήταν κάτι «μηδαμινό», δεν έστειλαν από αυτά στον αββά Αρσένιο, για να μην το θεωρήσει «προσβολή». Ο Γέροντας το έμαθε και δεν πήγε στην εκκλησία, λέγοντας: «Με χωρίσατε από εσάς με το να μη μου δώσετε από την ευλογία που έστειλε ο Θεός στους αδελφούς, την οποία δεν ήμουν άξιος να λάβω». Όταν το άκουσαν αυτό, όλοι ωφελήθηκαν από την ταπείνωση του Γέροντα. Πήγε τότε ο ιερέας της Σκήτης, του έδωσε από τα σύκα και τον έφερε στην εκκλησία με χαρά.

     Λεγόταν για τον αββά Αρσένιο αλλά και μαζί με αυτόν και για τον αββά Θεόδωρο της Φέρμης, ότι μισούσε την ανθρώπινη δόξα όσο κανένας άλλος. Γι’ αυτό και δεν συναντούσε εύκολα άνθρωπο.
     Όσοι έμεναν κοντά του, ήθελαν πολύ να τον βλέπουν και ωφελούσε πολύ αυτούς που τον επισκέπτονταν. Εκτός όμως από αυτούς, έρχονταν πολλοί από μακριά με την σφοδρή επιθυμία να αντικρίσουν το πρόσωπό του και να τραφούν πνευματικά με τα λόγια του. Η φήμη της αρετής του είχε απλωθεί παντού και την είχαν ακούσει όλοι. Για τον λόγο αυτό, πήγαιναν και πολλοί από την Αλεξάνδρεια, σε σημείο που και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος να το θεωρήσει αυτό πολύ σημαντικό και να αψηφήσει τους κόπους του ταξιδιού, προκειμένου να πάει μαζί με τον άρχοντα της πόλης και να του ζητήσει την ωφέλιμη διδασκαλία του.
     Ο άγιος, μετά από λίγη σιωπή, τους ρώτησε: «Αν σας πω κάτι, μου υπόσχεστε ότι θα το τηρήσετε;». Εκείνοι αμέσως συμφώνησαν, και αυτός συνέχισε: «Να τηρήσετε το εξής: να μη θελήσετε ποτέ να πάτε εκεί, όπου ακούσετε να βρίσκεται ο Αρσένιος!». Ωστόσο αυτός του ο λόγος δεν τους λύπησε, αλλά μάλλον τους ευχαρίστησε πολύ, γιατί από αυτόν κατάλαβαν όλη του την μετριοφροσύνη και την αγάπη του για την ησυχία. Μετά από αυτό το γεγονός ο αρχιεπίσκοπος θέλησε, μια άλλη φορά, να τον επισκεφθεί. Τον ρώτησε λοιπόν με κάποιον, αν θα του ανοίξει, σε περίπτωση που πάει. Ο άγιος, απάντησε: «Αν έρθεις, θα σου ανοίξω. Αν όμως ανοίξω σ’ εσένα, είναι φανερό ότι θα ανοίξω και σε πολλούς άλλους. Αυτό λοιπόν που μένει τότε για μένα, είναι να φύγω μακριά από εδώ». Όταν το άκουσε αυτό ο αρχιεπίσκοπος, δεν του ξαναζήτησε ποτέ κάτι τέτοιο.

     Πάλι ο αββάς Μάρκος πήγε και ρώτησε τον αββά Αρσένιο: «Γιατί υπάρχουν κάποιοι καλοί άνθρωποι που, πεθαίνοντας, χωρίζονται από το σώμα με πολλή ταλαιπωρία και μεγάλους σωματικούς πόνους;». Ο Γέροντας, απάντησε: «Για να “αλατιστούν”, θα λέγαμε, εδώ και να πάνε καθαροί εκεί».
     Έλεγε χαρακτηριστικά: «Αν ζητήσουμε τον Θεό, θα μας εμφανιστεί· και αν Τον κρατήσουμε, θα μείνει μαζί μας».
     Ο αββάς Δανιήλ διηγούνταν σχετικά με τον αββά Αρσένιο και έλεγε: «Τόσα χρόνια έμενε μαζί μας ο αββάς και του δίναμε μόνο ένα καλάθι σιτάρι για τις ανάγκες όλες της χρονιάς. Και όταν τον επισκεπτόμασταν, τρώγαμε και εμείς από εκείνο». Είπε άλλοτε πάλι ο αββάς Δανιήλ: «Με κάλεσε κάποτε ο αββάς Αρσένιος και μου είπε: “Ανάπαυσε τον πατέρα σου ώστε, όταν φύγει προς τον Κύριο, να τον παρακαλέσει για χάρη σου, και να βρεις καλό”».
     Σύμφωνα πάλι με τον αββά Δανιήλ, «ο αββάς Αρσένιος, ποτέ δεν ήθελε να μιλήσει για κάποιο θέμα από την Γραφή, παρά το ότι είχε την μοναδική ικανότητα να μιλήσει, αν ήθελε· αλλά ούτε και επιστολή έγραφε εύκολα. Και όταν ερχόταν στην εκκλησία κατά διαστήματα, καθόταν πίσω από τον στύλο, για να μην δει κανείς το πρόσωπό του, ούτε και ο ίδιος να δει άλλον».
     Κάποτε επιτέθηκαν οι δαίμονες στον αββά Αρσένιο μέσα στο κελλί του και τον ταλαιπωρούσαν. Όταν ήρθαν οι διακονητές του και στάθηκαν έξω από το κελλί, τον άκουσαν να κράζει δυνατά στον Θεό και να λέει: «Θεέ μου, μη με αφήνεις! Κανένα καλό δεν έκανα μπροστά σου· βοήθησέ με, όμως, σύμφωνα με την καλωσύνη σου να βάλω αρχή μετανοίας».
     Μια άλλη φορά, κάποιος αδελφός πήγε στο κελλί του και κοιτώντας από το παράθυρο είδε τον αββά όρθιο να προσεύχεται και να είναι όλος σαν την φωτιά –ήταν βέβαια και ο αδελφός άξιος να δει κάτι τέτοιο. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε έξω ο αββάς, ο οποίος, βλέποντας τον αδελφό κατάπληκτο, τον ρώτησε: «Έχεις πολλή ώρα που χτυπάς την πόρτα; Μην τυχόν είδες τίποτα;». «Όχι», απάντησε εκείνος. Και ο αββάς, αφού του μίλησε, τον έστειλε στο καλό.

     Κάποτε ο αββάς αρρώστησε στην Σκήτη και του χρειαζόταν λυχνάρι. Καθώς δεν είχε τρόπο να το αγοράσει, δέχτηκε από κάποιον ελεημοσύνη και είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, γιατί με αξίωσες να λάβω ελεημοσύνη για το όνομά σου!».
Επίσης, τότε που αρρώστησε, ο πρεσβύτερος της Σκήτης τον έβαλε να ξαπλώσει σε ένα στρωσίδι με ένα μικρό μαξιλάρι στο κεφάλι. Εκεί, ήρθε κάποιος από τους γέροντες να τον επισκεφθεί και μόλις τον είδε πλαγιασμένο στο στρωσίδι και με μαξιλάρι στο κεφάλι, σκανδαλίστηκε μέσα του και είπε ειρωνικά: «Αυτός λοιπόν είναι ο “αββάς Αρσένιος” και πλαγιάζει (επάνω) σε τέτοια (στρωσίδια);!». Ο πρεσβύτερος της Σκήτης τον πήρε ιδιαιτέρως και του είπε: «Τί δουλειά έκανες στο χωριό σου;». «Ήμουν βοσκός», απάντησε. «Πώς περνούσες την ζωή σου;», τον ρώτησε πάλι. «Με πολύ κόπο», είπε εκείνος. Και ο πρεσβύτερος, συνέχισε: «Και τώρα, πώς περνάς στο κελλί σου;». «Μάλλον, με ανάπαυση», απάντησε ο ευσκανδάλιστος γέροντας. Του είπε, τότε, ο συνετός πρεσβύτερος: «Βλέπεις αυτόν τον αββά Αρσένιο; Αυτός, όταν κάποτε ζούσε στον κόσμο, ήταν παιδαγωγός βασιλιάδων· είχε στην υπηρεσία του χίλιους δούλους με χρυσές ζώνες και μεταξωτές στολές και κοιμόταν επάνω σε πολύτιμα στρώματα. Εσύ, καθώς ήσουν βοσκός, δεν είχες στον κόσμο την ανάπαυση που έχεις τώρα· ενώ αυτός την καλοπέραση που είχε στον κόσμο, εδώ πέρα στην έρημο, δεν την έχει πια. Όπως βλέπεις, εσύ αναπαύεσαι και αυτός ταλαιπωρείται!». Ακούγοντας αυτά τα τόσο ακριβοδίκαια λόγια ο γέροντας, ένιωσε μέσα του κατάνυξη και έβαλε μετάνοια, λέγοντας: «Συγχώρεσέ με, αββά, αμάρτησα! Πραγματικά, αυτός είναι ο αληθινός δρόμος (του Θεού)! Γιατί αυτός ήρθε με ταπείνωση, εδώ· ενώ, εγώ, ήρθα σε ανάπαυση».

     Κατά την ώρα του θανάτου του ο Μεγάλος Αρσένιος έδωσε την πιο καινοφανή εντολή στους μαθητές του: «Μην φροντίσετε να κάνετε ελεημοσύνη για χάρη μου! Γιατί, αν έκανα εγώ για τον εαυτό μου κανένα έργο αγάπης, αυτό και θα βρω (πηγαίνοντας τώρα στο Κριτήριο του Θεού)». Βλέποντας οι μαθητές του ότι σε λίγο θα πεθάνει, ταράχτηκαν (από την λύπη τους). Αυτός όμως τους είπε: «Δεν ήρθε ακόμη η ώρα· όταν έρθει, θα σας το πω!». Ακόμη και τότε, την ύστατη ώρα, η ακενοδοξία του ή μάλλον η μισοδοξία του ήταν αμείωτη και χαρακτήριζε την μεγάλη φιλοθεΐα του, καθώς και το βαθύ ασκητικό του φρόνημα: «Να ξέρετε ότι θα αντιδικήσω μ’ εσάς μπροστά στον Χριστό την ώρα του φοβερού δικαστηρίου, αν δώσετε σε κανέναν το λείψανό μου!», τους είπε. «Και, τί λοιπόν να κάνουμε αββά, που δεν ξέρουμε πώς γίνεται η ταφή (με σένα);» τον ρώτησαν εκείνοι. Και αυτός, απάντησε: «Μα, δεν ξέρετε να δέσετε ένα σχοινί στο πόδι μου και να με σύρετε πέρα στο βουνό;».

     Όταν ο αββάς Αρσένιος ήταν πια στα τελευταία του και κατέφθασε οριστικά η ώρα του θανάτου του, τον είδαν οι παρακαθήμενοι αδελφοί να κλαίει και τον ρώτησαν: «Κι εσύ φοβάσαι, πάτερ;!». Και εκείνος, απάντησε: «Αλήθεια σας λέω· αυτός ο φόβος που έχω και νιώθω τώρα, ποτέ δεν με άφησε! Και είναι μέσα μου από τότε που έγινα μοναχός». Και λέγοντας αυτόν τον εξαίσιο λόγο, ξεψύχησε.
Έλεγαν για τον Μέγα Αρσένιο, ότι «κανείς δεν μπόρεσε να φτάσει τον τρόπο της ασκητικής του ζωής». Ακριβώς, γιατί αυτός ήταν όντως «Μέγας»!...
Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Μαΐου.

[(1) «Ευεργετινός»: Τόμ. Α΄, υπόθ. ε΄, λη΄, λθ΄, με΄, μθ΄, σελ. 61, 355–356, 362, 464–465, 429, Θεσ/νίκη 2001· Τόμ. Β΄, υπόθ. β΄, ιστ΄, σελ. 41, 141, Θεσ/νίκη 2003· Τόμ. Γ΄, υπόθ. ιθ΄, κστ΄, κζ΄, σελ. 155–156, 196, 201–202, Θεσ/νίκη 2006· Τόμ. Δ΄, υπόθ. α΄, ε΄, ι΄, ιζ΄, κδ΄, λζ΄, μστ΄, σελ. 23, 59–63, 67, 152, 189, 253, 335–336, 388–389, Θεσ/νίκη 2010. (2) «Το Γεροντικό (Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων)», τόμ. Α΄, §2 και §45, σελ. 29 και 45, Θεσ/νίκη 2013· Εκδόσεις: «Το Περιβόλι της Παναγίας». (3) «Το Μέγα Γεροντικόν», τόμ. Α΄, Βιογραφικά Σημειώματα, σελ. 443–444, Α΄ έκδοση, Ιερού Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσ/νίκης, Μάρτιος 1994.]