Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ Η ΚΛΗΣΗ

 ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ Η ΚΛΗΣΗ

Ο μουσουλμάνος Joseph Fadelle από την Βαγδάτη γνώρισε τον Χριστό και ένοιωσε την Θεία Χάρη να χτυπά την πόρτα της ζωής του με έναν αναπάντεχο και συγκλονιστικό τρόπο. Ήταν 23 χρονών όταν υπηρετούσε για τρία χρόνια την θητεία του τον Ιανουάριο του 1987, σε ένα Σύνταγμα Πεζικού στην Βασόρα, καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μακρυά από τον ποταμό Σατάλ–Αλ–Αράμπ ο οποίος οριοθετούσε τα σύνορα του Ιράκ με το Ιράν. Εκεί, μέσα στις συνθήκες του στρατώνα, θέλοντας και μη, γνωρίζεται και σχετίζεται με έναν καλοκάγαθο συστρατιώτη, τον Masoud –γεωργό στο επάγγελμα και Χριστιανό στο θρήσκευμα– με τον οποίο, πολύ σύντομα γίνεται αχώριστος φίλος. Αργότερα, ο Joseph, για την βαθειά καρδιακή του αγάπη και πίστη του προς τον Χριστό, έχασε προσωπική ελευθερία, πατρίδα, οικογένεια, συγγενείς, αδέσμευτη κοινωνική δράση, εργασιακή δυνατότητα και οικονομική αυτονομία. Με μια λέξη: τα πάντα! 
     Μέσα από την καθηλωτική αυτοβιογραφία του «Το Τίμημα», τα αλλεπάλληλα βάσανα και οι απίστευτες περιπέτειές του γίνονται ολοένα και περισσότερο γνωστές σ’ εμάς και πραγματικά συγκλονίζουν. Επιπλέον, αφυπνίζουν και διδάσκουν όλους εμάς που, παρά την ιστορικά παραδοσιακή και «προνομιακή» μας θέση στον Χριστιανισμό, παρουσιάζουμε, –προς έλεγχο και εντροπή μας– εμφανή πλέον τα σημάδια της αλλοτρίωσης από την υλόφρονη υπεράνεση και «ελευθερία» του δυτικού τρόπου σκέψης και ζωής που ακολουθήσαμε πιστά. 
     Στην συνέχεια, παραθέτουμε αυτούσια την μεγάλη ώρα της κλήσης του Joseph Fadelle –έτσι όπως την θυμάται και την περιγράφει ο ίδιος τόσο γλαφυρά– η οποία κλήση, ήρθε τελείως αιφνίδια και απρόσμενα γι’ αυτόν, μέσα από ένα θεόσταλτο μήνυμα, μέσα σε ένα πρωτόγνωρο όνειρο.
     Τελικά, είναι πραγματικά μυστήριοι, εξαίσιοι και απρόβλεπτοι οι τρόποι με τους οποίους προσεγγίζει, κάθε φορά – όλες τις φορές, η θεία αγάπη τον άνθρωπο· τον κάθε άνθρωπο!...
     Μάϊος 1987. Εκείνο το πρωί ξύπνησα με μια παράξενα καλή διάθεση, σαν να είχα αναρρώσει από μια μακρά ασθένεια. Ανέπνευσα με χαρά τον ανοιξιάτικο αέρα που ταίριαζε με την εύθυμη διάθεση της στιγμής. Αν και πλησίαζαν οι ξερές ζέστες του καλοκαιριού, ήταν απόλυτα υποφερτές προς το παρόν.
     Εκείνο που με είχε ξελαφρώσει τόσο, ήταν πως για πρώτη φορά στη ζωή μου, θυμόμουν ένα από τα όνειρά μου. Ήταν κάτι που δεν μου είχε συμβεί ποτέ από τα παιδικά μου χρόνια και γι’ αυτό ζήλευα πάρα πολύ τους αδελφούς και τις αδελφές μου, που όλοι τους διηγούνταν τα πιο αλλόκοτα όνειρά τους το πρωί. Όλοι τα ακούγαμε λαίμαργα, κρεμασμένοι από τα χείλια τους και μαγεμένοι από τα θαύματα της φαντασίας, αλλά εγώ δεν μπορούσα να συμμετέχω σε αυτές τις απίθανες περιπέτειες. 
     Ένοιωθα τόσο απογοητευμένος, που πήγα να συμβουλευτώ έναν γιατρό, προκειμένου να με διαβεβαιώσει πως δεν είχα τίποτα το αφύσικο! 
     Εκείνο το πρωί, πήρα επιτέλους την εκδίκησή μου για όλα αυτά τα χρόνια της αδελφικής ταπείνωσης: να, που έγινα όπως όλος ο κόσμος, ικανός να διηγηθώ ένα όνειρο και, μάλιστα, όχι το οποιοδήποτε! Πόσο θα ήθελα να ήταν τα αδέλφια μου εκεί, μπροστά σε αυτό το εξαιρετικό γεγονός. 
     Σε εκείνο το όνειρο λοιπόν –το θυμόμουν πολύ καλά–, βρισκόμουν στην όχθη ενός ρυακιού που δεν ήταν πολύ πλατύ, μόλις ενός μέτρου. Στην άλλη όχθη, ήταν ένας άντρας κάπου σαράντα χρόνων, αρκετά μεγαλόσωμος και ντυμένος με ένα μονοκόμματο μπεζ, ανατολίτικο ρούχο, χωρίς γιακά. Αισθανόμουν να με σπρώχνει μια ακαταμάχητη δύναμη προς αυτόν τον άντρα, μαζί με την επιθυμία να περάσω στην άλλη όχθη και να τον συναντήσω.
     Ξεκίνησα λοιπόν να δρασκελίζω το ρυάκι και, για κάποια λεπτά, που εμένα μου φάνηκαν μια αιωνιότητα, βρέθηκα να αιωρούμαι πάνω από το έδαφος. Φοβήθηκα έντονα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να ξανακατέβω στη γη.
     Καθώς εκείνος αισθάνθηκε τη δυσφορία μου, μου άπλωσε το χέρι όπως ήταν απέναντί μου, για να με βοηθήσει να περάσω το νερό και με προσγείωσε στη δική του όχθη. Εκείνη τη στιγμή, μπόρεσα να παρατηρήσω ευκολότερα το πρόσωπό του: είχε γαλάζια μάτια, ένα αραιό γένι και κάπως μακριά μαλλιά. Εντυπωσιάστηκα από την ομορφιά του.
     Με ένα πολύ γλυκό βλέμμα, ο άντρας μού απηύθυνε αργά μια μόνο αινιγματική πρόταση, με μια καθησυχαστική και παρακλητική χροιά στη φωνή του: 
     «Για να περάσεις το ρυάκι, πρέπει να φας τον Άρτο της Ζωής».
     Όταν ξύπνησα την επομένη, αυτή η ακατανίκητη φράση μού είχε μείνει ακόμη καθαρά χαραγμένη στο μυαλό μου, αν και η μαγεία του νυχτερινού ονείρου είχε αρχίσει να ξεθωριάζει σιγά–σιγά. Αισθανόμουν πολύ χαρούμενος, με το χαμόγελο στα χείλη, με μια χαρά σχεδόν παιδική, που είχα επιτέλους ένα δικό μου όνειρο, και δεν ένιωθα την ανάγκη να ψάξω να καταλάβω τη σημασία αυτών των μυστήριων λέξεων. Αυτό το όνειρο ήταν ο θησαυρός μου και, από μόνο του, μου έφτανε για τη χαρά μου. Δεν είχα λοιπόν καμμιά επιθυμία να γνωρίσω την πραγματική του σημασία.

     Όταν άνοιξα τα μάτια μου, δεν ήμουν πια μόνος μου. Ο φίλος μου ο Μασούντ είχε επιστρέψει από την άδειά του και με χαιρετούσε ήρεμα κοιτάζοντάς με και χαμογελώντας.
     Τότε μου έδωσε ένα βιβλίο με το σκληραγωγημένο χέρι του, το χέρι του αγρότη: «Ορίστε, το Ευαγγέλιο!», μου είπε απλά. Τελικά, με είχε σκεφτεί πέντε μήνες μετά από την παράκλησή μου (να μου δώσει να διαβάσω το Βιβλίο των Χριστιανών). Και πρόσθεσε αμέσως για να προλάβει την κριτική μου:
     –Μην ανησυχείς που υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές εκδοχές για τη ζωή του Χριστού. Αυτά τα τέσσερα Ευαγγέλια περιγράφουν το ίδιο γεγονός με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους.
     Πράγματι, για έναν ανενημέρωτο, όπως ήμουν εγώ, και επιπλέον για έναν μουσουλμάνο και συνηθισμένο στη «μοναδικότητα» του Κορανίου, έμοιαζε σαν παραλογισμός να υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές (γραπτές) εκδοχές (για τον Θεό). Αλλά, εκείνο το πρωί, η διάθεσή μου ήταν πολύ παρορμητική για να επιμείνω και να σταματήσω σε αυτή τη λεπτομέρεια. Εξάλλου, το Κοράνι είχε χάσει την αξιοπιστία του στα μάτια μου. Άνοιξα λοιπόν με ανυπομονησία το Βιβλίο των Χριστιανών και έπεσα πάνω στο «κεφάλαιο» με τον τίτλο «Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο».
     –Καλύτερα να ξεκινήσεις από ένα άλλο μέρος, από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου για παράδειγμα. Είναι πιο εύκολο για αρχή, με συμβούλεψε ο Μασούντ πάνω από τον ώμο μου.

     Από ποιό μυστηριώδες σχέδιο δεν ακολούθησα τη συμβουλή του, όταν πήρα το Βιβλίο των Χριστιανών στο στρώμα μου; Πρόκληση, πείσμα, επιθυμία να μην υποταχθώ απολύτως στις προσταγές ενός Χριστιανού, ειδικά σε ένα θρησκευτικό θέμα; Επιμένοντας στην άποψή μου, ξεκίνησα εκ νέου την ανάγνωσή μου από την τελευταία «εκδοχή», αυτή του ονομαζόμενου «Ιωάννη». Είχα απορροφηθεί τόσο πολύ από το βιβλίο μου, που δεν καταλάβαινα πώς περνούσαν οι ώρες, ενώ ξέχασα και να φάω.
     Φτάνοντας στο Κεφάλαιο 6, σταμάτησα ξαφνικά την ανάγνωσή μου στη μέση μιας φράσης· είχα μείνει άναυδος! Το μυαλό μου ήταν σε έξαψη. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ήμουν θύμα μιας παραίσθησης και βύθισα ξανά τα μάτια μου στο βιβλίο, στο σημείο ακριβώς που είχα σταματήσει. Δεν είχα κάνει λάθος, σίγουρα.
     Από κάποιο ανεξήγητο θαύμα, μόλις είχα διαβάσει αυτές ακριβώς τις λέξεις «ἄρτος ζωῆς»: εκείνες τις ίδιες που είχα ακούσει πριν από μερικές ώρες στο όνειρό μου!
     Για να σιγουρευτώ, ξαναδιάβασα αργά το χωρίο, στο οποίο ο Χριστός απευθύνεται στους μαθητές Του, αφού πρώτα έχει πολλαπλασιάσει τους άρτους για το πλήθος και λέει στους μαθητές: 
     «Ἐγὼ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός Με, οὐ μὴ πεινάσῃ».
     Μου συνέβαινε κάτι το εκπληκτικό, σαν μια βίαιη έκρηξη που παρέσερνε τα πάντα στο πέρασμά της, μαζί με μια αίσθηση ευφορίας και θαλπωρής.
     Σαν ξαφνικά ένα λαμπερό φως να είχε φωτίσει τη ζωή μου με έναν εντελώς καινούργιο τρόπο, δίνοντάς της όλης της το νόημα. Ήταν σαν να με είχε χτυπήσει κεραυνός ή κάτι περισσότερο και από αυτό!
     Είχα την εντύπωση πως ήμουν μεθυσμένος, σαν να ανέβαινε στην καρδιά μου ένα συναίσθημα μια απίστευτης δύναμης, ενός πάθους σχεδόν βίαιου και αγαπητικού για Εκείνον τον Ιησού Χριστό, για τον Οποίον μιλούσαν τα Ευαγγέλια.
     Την ίδια στιγμή, κατάλαβα πως το νυχτερινό μου όνειρο ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό όνειρο: υπήρχε εκεί, το καταλάβαινα τώρα πολύ καθαρά, κάτι σαν μια κλήση ή ένα προσωπικό μήνυμα που μου είχε απευθυνθεί μέσω αυτών των λέξεων. Αν και δεν ήξερα από ποιόν ακριβώς, καθώς ήμουν ανίκανος να πω τι αντιπροσώπευε για μένα αυτός ο άντρας, αλλά ούτε και ποιό ήταν το νόημα όλων αυτών.
     Το μόνο που ήξερα, ήταν η χαρά που μου προκαλούσε αυτό το γεγονός. Ήμουν βέβαιος, πως τώρα πια η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια!
     Μέσα στη σκέψη μου ανακατεύονταν όλα εκείνα που μου είχαν εντυπωθεί από το Ισλάμ και που μου είχαν σημαδέψει την προσωπικότητα και τις σκέψεις μου με αυτόν τον καινούργιο για μένα τρόπο θεώρησης της πίστης, ο οποίος, πρέπει να το παραδεχτώ, με σαγήνευε πάρα πολύ.
     Είχα ακόμη στο μυαλό μου όλα τα επίθετα του Θεού που αναφέρονταν στο Κοράνι. Ήταν γνωστά ενενήντα εννιά: Αιώνιος, Αγέννητος, Μοναδικός, Απρόσιτος, Αυστηρός, Ένδοξος, Σοφός, Καλοπροαίρετος, Ελεήμων, αλλά και Εκδικητής.
     Υπήρχε όμως και ένα ακόμη το εκατοστό επίθετο που δεν γνώριζε κανένας. Είχα την εντύπωση, πως εκείνη τη μέρα ανακάλυψα αυτό το Μυστήριο και άγνωστο εκατοστό Όνομα του Θεού, που ήταν η Αγάπη… 




ΕΠΙΛΟΓΟΣ
     Εκείνη την ημέρα της Βαπτίσεώς μου (Σάββατο 22 Ιουλίου 2000), άρχιζε για μένα ένας νέος κύκλος στη ζωή μου. Μπορούσα επιτέλους να απαντήσω στην κλήση Εκείνου του Ανθρώπου που με είχε καλέσει κάποτε σε εκείνο το όραμα, του οποίου την ανάμνηση διατηρούσα ακόμη πεντακάθαρη, δεκατρία χρόνια μετά.
     Εκείνος ο Άνθρωπος, του Οποίου η καλωσύνη και η ακτινοβολία με είχαν τραβήξει τόσο, ήταν ο Χριστός για τον Οποίον είχα νοιώσει από την αρχή ένα αληθινό πάθος και τον Οποίον από τότε λάτρευα κάθε μέρα και πιο πολύ. Ακόμη και στις πιο σκοτεινές ώρες, δεν μου είχε περάσει, ούτε μια στιγμή πειρασμός να Τον εγκαταλείψω για να επιστρέψω στη «χρυσή» ζωή που ζούσα πριν.
     Τώρα πια, μπορούσα να γευτώ τη ζωή Του, την υπόσχεση της αιωνιότητας που μου πρόσφερε σαν Υιός του Θεού. Θα ήθελα να μπορώ να κοινωνώ κάθε μέρα αυτόν τον Άρτο των Αγγέλων, αν μου ήταν δυνατόν, για να παίρνω δύναμη και χαρά από Αυτόν…


     (Παρ’ όλ’ αυτά, αισθάνομαι ότι), χρειάζομαι χρόνο· περισσότερο χρόνο, για να μπορέσω να συγχωρήσω την οικογένειά μου για όλα όσα με έχει κάνει να υποφέρω: τη φυλακή, το βασανιστήριο, την έλλειψη χρημάτων… Πόσες φορές δεν είχα επαναλάβει, σε κάθε καινούργια δοκιμασία μου, πως όλα αυτά ήταν από δικό τους φταίξιμο.
     Δεν είναι εξαιτίας του Χριστού, που έχω υποφέρει, αλλά στην πραγματικότητα από την έλλειψη ελευθερίας που θέτει η μουσουλμανική κοινωνία και από την οποία η οικογένειά μου δεν τολμά να απαλλαγεί από υπερηφάνεια και από έγνοια για την αξιοπρέπειά της.
     Αντιθέτως, ο Χριστός με βοήθησε να περάσω μέσα από αυτές τις δυσκολίες. Η αγάπη Του δεν με διέψευσε ούτε για μια μέρα, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών. Εκείνος μου έδινε πάντα το κουράγιο και την υπομονή να προχωρώ, χωρίς να απελπίζομαι.
     Και πιο πολύ, ήμουν περήφανος που είχα μπορέσει να δώσω μαρτυρία για τη χριστιανική μου πίστη, μέσα από τους διωγμούς που με χτυπούσαν δυνατά και ειδικά με την απόπειρα δολοφονίας από τους δικούς μου. Είχα προσπαθήσει, τουλάχιστον, να δείξω στα αδέλφια μου τη ματαιότητα της πίστης τους.
     Πόσο εύχομαι να γνωρίσουν το Φως του Χριστού, αλλά χωρίς τα βάσανα που έζησα εγώ. Βέβαια, η αφορμή όλων των δοκιμασιών μου ήταν, ακριβώς, η οικογένειά μου. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο να το δεχτώ.
     Κάθε μέρα παλεύω ενάντια σ’ αυτή τη μνησικακία, η οποία, ξέρω σαφώς πως δεν είναι χριστιανική. Αυτή θα είναι σίγουρα η δυσκολότερη μάχη από όσες έχω δώσει μέχρι σήμερα. Στο περιβάλλον μου, έχω ζητήσει από τους φίλους μου και από τους ιερείς που συναντώ, να προσεύχονται για μένα για να μπορέσω πραγματικά να βρω τη θέληση να συγχωρέσω.
     Χωρίς καμμιά αμφιβολία, σήμερα ο Χριστός μού ζητά το πιο δύσκολο πράγμα· να αγαπώ τους εχθρούς μου! Όταν κάποιος δεν έχει εχθρούς (Σημ.: Και ποιός άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει εχθρούς στην ζωή του; Και ποιός άνθρωπος είναι αυτός που, πρωτίστως, δεν είναι αυτός ο ίδιος εχθρός έναντι του αδελφού του εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και των πτώσεών του;), αυτό μπορεί να φαίνεται εύκολο. Αλλά όταν απέναντί του έχει ανθρώπους που έχουν σημαδέψει το σώμα του, τότε είναι που παίζεται η στιγμή της αλήθειας για τον πιστό· από αυτό φαίνεται αν είναι πραγματικά χριστιανός.
     Είναι ένα αληθινό βάσανο να νοιώθω πως έχω ακόμη αυτό το μίσος μέσα μου· σαν ένα αγκάθι μέσα στην πίστη μου. Αλλά, με αυτό το τίμημα εκτιμώ τώρα πια το γεγονός πως ανήκω στη θρησκεία που έχω ελεύθερα διαλέξει να ακολουθήσω.
     Γι’ αυτή τη θρησκεία, έχω ήδη εγκαταλείψει μεγάλο μέρος από τον εαυτό μου. Σκέπτομαι πως, αφού πλήρωσα το αντίτιμό της, που ήταν και πολύ ακριβό, άξιζε να βαπτιστώ. Αν είμαι χριστιανός σήμερα, δεν είναι επειδή το κληρονόμησα από τους γονείς μου.
     Τώρα πια, αν θέλω να κατορθώσω να συναντήσω ολοκληρωτικά τον Χριστό –τώρα ξέρω, πως είναι Εκείνος που είχα δει εκείνη την περιβόητη νύχτα πριν από είκοσι οχτώ χρόνια– πρέπει να φέρω εις πέρας ένα ακόμη βήμα, το πιο σημαντικό σίγουρα, γιατί τώρα πρέπει να παλέψω ενάντια στον ίδιο μου τον εαυτό... 



[Joseph Fadelle: «Το Τίμημα»,
κεφ. 1ο, σελ. 44–49, 196 και 259–261,
Εκδόσεις «Πορφύρα», Ιούνιος 20142 .]

























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου