Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΖΩΗ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΖΩΗ

Αφήγηση του παπα–Χαράλαμπου του Διονυσιάτου
για την πικρή αιχμαλωσία και την θαυμαστή του διάσωση 
από τον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο


     Βρισκόμαστε στο 1941. Ζούμε στους χρόνους της μαύρης εποχής του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται κάτω από την μπότα των Γερμανών. Ιδιαίτερα η Μακεδονία μας, ζει ζοφερές μέρες· μέρες της πιο στυγνής δουλείας που έχει ποτέ γνωρίσει στο διάβα της ένδοξης ιστορίας της. Κατακτητής εδώ, είναι ο γείτονας ομόδοξος Βούλγαρος λαός. Πολλοί, αιτιάζουν την απηνή σκληρότητα μόνο στους Βούλγαρους. Για χάρη της αλήθειας όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε και να ομολογήσουμε, από παθόντες αυτόπτες μάρτυρες ότι, φοβερά δεινά υπέστησαν οι Μακεδόνες αδελφοί μας και από τους δικούς μας. Από εξωμότες δηλαδή και αρνησιπάτριδες Έλληνες, οι οποίοι κατετάγησαν στο αντίθετο στράτευμα. Αλλά επίσης και από κρυφοβούλγαρους που ζούσαν διάσπαρτοι και εγκαταστημένοι σε Ελληνικά χωριά.


     Ένας απ’ αυτούς, ήταν και ο Θανάσης. Ο οποίος Θανάσης, ήταν υφιστάμενος του τριαντάχρονου τότε Χαράλαμπου Γαλανόπουλου. Του «Χαράλαμπου», ποιού «Χαράλαμπου»; Του μακαριστού Γέροντος παπα–Χαράλαμπου, Προηγουμένου της Μονής Διονυσίου Αγίου Όρους (1910–2001). Του πρώην Μπουραζερίτου. Του διαλεκτού τέκνου του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού και Σπηλαιώτου (1897–1959). Του και συνέκδημου, συνοδοιπόρου και συνασκητού, του Γέροντος Αρσενίου του Σπηλαιώτου (1886–1983). Ο Θανάσης λοιπόν, ήταν υφιστάμενος του νεαρού λαϊκού Χαράλαμπου, όταν ήταν αυτός δεκανέας στον Στρατό. Μάλιστα, πολλές ήταν οι φορές που ο Θανάσης ευεργετήθηκε από τον Χαράλαμπο πριν σπάσει το μέτωπο από τους Γερμανούς.


     Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα του 1941. Ξαφνικά, ακούγονται στα βουνά, στην πόλη, στους δρόμους, κραυγές και πόνος. Τι συμβαίνει; Κατέβηκαν οι Κομιτατζήδες. Αιφνιδιαστικά πετσοκόβουν όσους βρίσκουν μπροστά τους. Το μακελειό, απερίγραπτο. Χιλιάδες οι νεκροί, κατακρεουργημένοι εδώ κι εκεί.
     Την εποχή εκείνη, έλαμπε παντού η φήμη του γνωστού χαρισματούχου Γέροντος της Σίψας και, τώρα πια, Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη (1901–1959). Ο Άγιος, πρόλαβε να κρύψει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων στο Ησυχαστήριό του. Συγχρόνως, για τέσσερις μέρες εξασφάλιζε σ’ αυτούς και το σιτηρέσιο. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων, συγκαταλέγεται και ο λαϊκός Χαράλαμπος, μαζί με ένα από τα δίδυμα αδελφάκια του, τον τότε δεκαεξάχρονο περίπου, Δαμιανό Γαλανόπουλο. Μετά από αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, κόπασαν οι ιαχές των όπλων. «Επιτέλους», λένε, «φύγανε! Καιρός λοιπόν, να πορευθεί ο καθένας στην δουλειά του».
     Παίρνει ο Χαράλαμπος την άμαξα με τα ζώα και βγαίνει στο δάσος για να μαζέψει τα απαραίτητα ξύλα. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι. Κι όμως! Δεν περνά πολλή ώρα και διαπιστώνουν ότι είχανε πέσει θύματα ενέδρας.
     Ακούγεται δυνατά μια φωνή:
     –Αλτ! Ψηλά τα χέρια!
     Σε λίγο, όλοι εκείνοι οι βιοπαλαιστές βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των Κομιτατζήδων.
     –Κακούργοι, σας πιάσαμε! Όλοι κατάσκοποι είσαστε!
     Όποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθεί, έπαιρνε σαν απάντηση ένα γερό χτύπημα με το γκλοπ.


     Πολύ γλαφυρά και πολύ παραστατικά, μας διηγείται όλη την αγωνιώδη αλλά ωφέλιμη ιστορία, ο ήδη μακαριστός, σεπτός Γέροντας Χαράλαμπος:
     «Περνά από κοντά μας ο κομιτατζής.
     Μ’ αρχίζει:
     –Κακούργε!... κατάσκοπε!...
     Του λέω:
     –Βρε, κοίταξε μπροστά σου· ο αδελφός μου, ακόμα ανήλικος είναι. “Κατάσκοποι”, είμαστε; Προς Θεού!
     “Φλάπ! – Φλάπ!”, με το γκλοπ.
     Τι, να πω; Αν μπορείς, βρες δίκαιο. Το βούλωσα. Μας οδήγησαν σε στρατόπεδο έξω από την Δράμα. Αφού μας έφεραν στη φυλακή, μας έκλεισαν όλους σε μια μεγάλη αίθουσα, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, για μια βδομάδα. Κάθε μέρα, πρωί–βράδυ, περνούσαν μερικοί στρατιώτες. Άλλος μας κλωτσούσε με σιδερένιες μπότες, άλλος κτυπούσε με γκλοπ, άλλος μπουνιές, άλλος ξύλο, κλπ. Εν τω μεταξύ, πεινούσαμε κιόλας. Φαγητό, τίποτε! Ένας από την παρέα, φωνάζει απελπισμένος: “Πεινώ!”. Απάντηση: “Φλάπ!”, ξύλο. “Να, φαγητό!”. Άλλος ένας, φωνάζει απελπισμένος: “Νερό, νερό! Καίγομαι!”. Του απαντά ο κομιτατζής: “Νερό, δεν έχει. Έχει όμως ούρο!”. Και ο διψασμένος, καμένος όπως ήταν: “Φέρε· ας είναι και ούρο!”. 


     Για μια στιγμή, σαν ήμουν στη φυλακή, βλέπω έναν στρατιώτη, γνωστό μου. Κοιτάω καλά· ο Θανάσης! Λέω: “Δόξα τω Θεώ! Σωθήκαμε! Φίλος μου, είναι!”. Τον πλησιάζω με θάρρος: “Θανάση, Θανάση! Τι γίνεσαι;”. Με πλησιάζει ο “φίλος” μου ο Θανάσης με το γκλοπ και, σαν απάντηση, “φλάπ! – φλάπ!”, μ’ έκανε σαπούνι! Σε αυτήν την κατάσταση με τα κλωτσοκοπήματα παραμείναμε έξι μέρες. Την έβδομη μέρα, καταφτάνει και το θλιβερότερο μήνυμα: “Καταδίκη σε θάνατο”! Τελειωτικό κλωτσοκόπημα μέχρις εξαντλήσεως. Όλοι, πάγωσαν. Όσο για μένα, τι μεσολάβησε;  


     Τότε ήλθα σε μια πολύ μεγάλη περισυλλογή. Σκέφτηκα μέσα μου: “Αχ, πόσο μάταιη είναι αυτή η ζωή! Ήθελες, Χαράλαμπε, να παντρευτείς για να γίνεις παπάς και να σώσεις τον κόσμο! Σώσε, λοιπόν, τώρα τον εαυτό σου!”. Στη συνέχεια, γονάτισα κάτω και με πύρινα δάκρυα, φώναξα: “Άγιε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, μεγάλε Στρατιώτη του Χριστού, σώσε μας! Και σου υπόσχομαι ν’ αφιερώσω εξ ολοκλήρου τη ζωή μου στον Θεό!”. Μόλις τελειώνω την προσευχή, να και ακούω ένα κρότο από πάνω μας. “Γκλακ! – Γκλακ!”, καλπασμός αλόγου. Στρέφω ψηλά το βλέμμα· ένα άλογο κάλπαζε ψηλά στον αέρα από πάνω μας! Καβαλλάρη, όμως, δεν είδα. Κατάλαβα, όμως. “Βρε”, λέω, “ο Άη–Γιώργης είναι, σίγουρα! Μόνο που είμαι ανάξιος να δω εγώ τον ίδιο. Αλλά, ας είναι και το άλογο. Αυτό σημαίνει ότι μας άκουσε”.
     Από την άλλη παρέα, κανένας δεν είδε τίποτε. Ωστόσο, με υψωμένο το ηθικό, παρηγορούσα όλους τους πονεμένους συντρόφους μου: “Θάρρος, παιδιά! Θα γλιτώσουμε! Ο Άη–Γιώργης θα μας σώσει!”. 


    “Θάρρος”, αλλά, τί “θάρρος”; Η κατάσταση, επιδεινώνεται. Αποκορύφωμα, η τελευταία απόφαση. Ήδη, την έβδομη μέρα, πρωί–πρωί, μπαίνουν μέσα οι δήμιοι να μας αποτελειώσουν. Και να, που δεν προλαβαίνουν να δώσουν τα πρώτα χτυπήματα.
     Ξαφνικά, ανοίγει διάπλατα η πόρτα της φυλακής. Ένας γεροδεμένος, εντελώς άγνωστος σ εμάς νέος, μπαίνει μέσα με άγριες φωνές: “Σταματάτε, κακούργοι, αμέσως! Ει δ’ άλλως, θα σας καθαρίσω όλους! Αφήστε τους αθώους αυτούς ανθρώπους να πάνε πίσω στα σπίτια τους!”. Εν ριπή οφθαλμού, άλλαξε το όλο σκηνικό του θανάτου. Το τι έγινε, δεν περιγράφεται! Χαρές, φιλιά, κλάματα, συγκινήσεις.
     Τους είπα:
     –Δεν σας τό ’λεγα ότι θα μας σώσει ο Άη–Γιώργης; Αν θέλετε, να σας πω και τι του έταξα· θα αφιερωθώ στον Θεό.
     Συμπληρώνει μετά και ο έφηβος αδελφός του, ο Δαμιανός:
     –Εγώ έταξα, όσο ζω, το καντήλι του να καίει ακοίμητο στο σπίτι μας.
     Έπειτα, ακούγεται κι ένας ξάδελφος Βασίλης:
     –Κι εγώ έταξα να του αφιερώσω το άλογό μου.


     Ωστόσο, η απορία, θα παραμένει για πάντα απορία: ποιος να ήταν ο άγνωστος ευεργέτης; Ο ένας έλεγε ότι ήταν παλλικάρι. Ο άλλος, ότι ήταν μεσήλικας. Ο άλλος, έλεγε: “άκουσα φωνή, μα πρόσωπο δεν είδα”. Άλλος, αυτή τη φωνή την άκουσε στα ελληνικά, άλλος στα βουλγαρικά.
     Παραμένουμε αιχμάλωτοι με αυτές τις εντυπώσεις. Όμως οι φυλακές, κλεισμένες. Ήδη μερικοί, αρχίζουν πάλι να μεμψιμοιρούν: “Μήπως… Μήπως…”. Αρχίζω ξανά εγώ να τους ενθαρρύνω: “Θάρρος, αδέλφια! Τελειώσαν όλα! Λίγη υπομονή…”.
     Πράγματι, δεν περνά πολλή ώρα, ξανανοίγουν οι πύλες. Επίσημη ανακοίνωση από τον βασιλιά Βόρι (1918–1944): “Επειδή σήμερα η βασίλισσα γέννησε τον διάδοχό μου, απονέμω χάρη σ’ όλους τους αιχμαλώτους· απ’ αυτή τη στιγμή, είσαστε όλοι ελεύθεροι!”.
     Μόλις ανοίγουν οι φυλακές, από τη χαρά μας, παρόλη την πείνα και την εξάντληση που είχαμε, σε λίγη ώρα βρεθήκαμε πίσω στα σπίτια μας.
     Η μόνη απορία που έμεινε στους αιχμαλώτους, ήταν το ποιος να ήταν αυτός ο άγνωστος ευεργέτης μας. Άγγελος; Άγιος; Άνθρωπος; Όπως και νά ’χει, είναι γεγονός ότι ήταν σταλμένος από τον Θεό, την πιο κρίσιμη ώρα. Δηλαδή, στο παρά πέντε. Αλλιώς, μέχρι νά ’φτανε το βασιλικό μήνυμα, θα ήταν πια πολύ αργά. Θα ήμασταν ήδη τελειωμένοι. 



     Μόλις καταφθάσαμε με το αδελφάκι μου (τον Δαμιανό) στο σπίτι, έτρεξα κατευθείαν πρώτα στο μικρό μας εικονοστάσι για να ευχαριστήσω τον Θεό και τον Άη–Γιώργη. Εκείνη τη στιγμή, βλέπω γονατιστό τον πατέρα μου –τον Λεωνίδα Γαλανόπουλο– με βουρκωμένα μάτια.
     –Μπαμπά! Μπαμπά! Γυρίσαμε! Μας έσωσε ο Άη–Γιώργης!
     –Δόξα σοι ο Θεός, παιδί μου!
     Και μας αγκάλιασε.
     –Θέλεις, πατέρα, να σου αναφέρω και κάτι σοβαρό;
     –Ναι, παιδί μου.
     –Υποσχέθηκα στον Άη–Γιώργη, αν μας σώσει, ν’ αφιερωθώ στον Θεό.
     Και ο άγιος εκείνος πατέρας, είπε:
     –Την καλύτερη δουλειά θα κάνεις, παιδί μου! Σου δίνω την ευχή μου, μ όλη μου την ψυχή. Αλλά, θέλεις να σου πω κι εγώ κάτι;
     –Ναι, μπαμπά.
     –Την ημέρα που σας πιάσανε, γύρισαν τα άλογα μόνα τους με την άμαξα στο σπίτι. Κατάλαβα. “Πάει! Τους πιάσανε!”, λέω. Από ’κείνη τη μέρα, ούτε έφαγα, ούτε ήπια, ούτε ξεκόλλησα απ’ αυτό το εικονοστάσι, μέχρι αυτή τη στιγμή που με βρήκες. Τώρα, καιρός όλοι να τονωθούμε. Πάμε για φαγητό!...».
     Αυτός, ήταν ο ευλογημένος και άγιος πατέρας του ευλογημένου και αγίου Γέροντα Χαράλαμπου, του Διονυσιάτου Προηγούμενου! 
     «Ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται!» (Ματθ. ιβ΄ 33). 




ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ (1910–2001)


[Ιωσήφ Μοναχού Διονυσιάτου:
«Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης
Ο διδάσκαλος της νοεράς προσευχής»,
μέρος 1ο, κεφ. 1ο, σελ. 41–47,
Α΄ έκδοση, 2002.]
































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου