Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ


     Ας έρθουμε στην εποχή μας. Μια εποχή ανερμάτιστη, γεμάτη υποκειμενικές ερμηνείες. Από τη μία, η Εκκλησία του Χριστού, η Κιβωτός της Σωτηρίας. Η διδασκαλία Της, είναι γεμάτη από «μὴ» και «οὐ». Κρατάει μια ψαλίδα και κλαδεύει πάθη. Από την άλλη, ο κόσμος της αμαρτίας με μια άλλη, πιο σύγχρονη ονομασία: «καταναλωτική κοινωνία». Νέα θρησκεία· χωρίς «μὴ» και «οὐ». Χωρίς φραγμούς και κανόνες. Κάνε ό,τι θέλεις, ικανοποίησε τις επιθυμίες σου, ξερίζωσε τις ενοχές σου.
     Και ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγέθη, οι «χλιαροί» (Αποκ. γ΄ 16). Και είναι πολλοί, αυτοί. Και, όσο περνούν τα χρόνια και ψυχραίνει η αγάπη των πολλών, το «ζέον» (το ζεστό, το θερμό, το πύρινο) φρόνημα γίνεται χλιαρό, για να γίνει στο τέλος μπούζι. 
     Είναι πολλοί αυτοί που λένε: «Παραείναι αυστηρή, η Εκκλησία! Όχι τούτο, όχι εκείνο. Όχι στις προγαμιαίες σχέσεις, ασκητική έξω από τον γάμο, ασκητική μέσα στον γάμο, νηστείες μακρινές κι ατελείωτες, ακολουθίες ατέρμονες (μέχρι που κουνάς το ρολόι σου μήπως σταμάτησε!). Βάλτε λίγο νερό στο κρασί! Δεν ακούτε τον Κοραή και τους “διαφωτιστάς” της Δύσεως; Ακόμη στο μεσαίωνα θα ζούμε;!...», και τα εξής. 
     Να την, λοιπόν και η εκκοσμίκευση
     Να πάει η Εκκλησία προς τον κόσμο· όχι ο κόσμος προς την Εκκλησία. Να κατεβούμε· όχι, να ανεβούμε. Από κόσμος–στολίδι, να γίνουμε υπόκοσμος–δυσωδία.
     Σκοπός: ν’ ανοίξουν οι πόρτες της Μάνδρας που είναι απάτητη στους λύκους και να μπουν μέσα κάθε είδους θηρία. Μπάτε χίλιοι αλέστε, και αλεστικά μη δώσετε! Κι όποιος γλυτώσει! Αυτά τα σχέδια «αλώσεως» του εκκλησιαστικού φρονήματος και της εκκλησιαστικής ζωής ξεκινούν, βεβαίως, απ’ τον Κοραή και την ανεκδιήγητη θεωρία της «μετακενώσεως», μπαίνουν στον ελληνικό διαφωτισμό (γράφε: «σκοταδισμό»!) και φθάνουν μέχρι τις μέρες μας.
     Κι έχουν πετύχει πολλά. Για τα όσα πέτυχαν στις ενορίες, ας γράψουν άλλοι που είναι περισσότερο ειδικοί από μένα. Εγώ θα γράψω γι’ αυτά που γνωρίζω καλά· για την εκκοσμίκευση του φρονήματος πολλών μοναχών.
     Θα νόμιζε κανείς ότι μέσα σ’ αυτόν τον αναβρασμό, μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, θα έμεναν τα Μοναστήρια μας ανέπαφα. 
     Δυστυχώς, δεν έμειναν! 


     Ο μοναχός, είναι από τη φύση του συντηρητικός. Πρέπει να είναι. Όχι, φανατικός· συντηρητικός. Και δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτό. «Συντηρητικός», είναι αυτός που έχει σύνεση. Αυτός που, δέκα φορές μετράει και μία κόβει. Συνεχίζει την ζωή των μαρτύρων, ζει το μαρτύριο της συνειδήσεως, γίνεται μάρτυρας με την προαίρεσή του. Προσπαθεί να ζήσει ζωή αγγελική («φῶς γὰρ μοναχοῖς ἄγγελοι»). Αντιδιαστέλλεται με οξύτητα σε κάθε τι το κοσμικό. Το Μοναστήρι είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος προσευχής και άσκησης. Η προσευχή του μοναχού γίνεται μοχλός που ακόμη και την γη μπορεί να κινήσει. Ο Μέγας Αντώνιος, «τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν εὐχαῖς αὐτοῦ». Ακόμη και βασιλείς πίστευαν (και είχαν δίκαιο!) πως οι προσευχές των μοναχών βοηθούν όλο το Κράτος (Ιουστινιανού Νεαρά 135, κεφ. 5). 



     Στα νειάτα μου πήγαινα τακτικά στο Άγιον Όρος. Πήγαινα για να διδαχθώ και πράγματι έμαθα πολλά. Δάσκαλός μου, ήταν ο Γέρων της Αδελφότητας των Δανιηλαίων, στα Κατουνάκια, ο μοναχός Γερόντιος (18911973). Σοφός καλόγηρος, με πλατειές αντιλήψεις, χωρίς φανατισμούς και παρωπίδες. Από αυτόν έμαθα να διακρίνω το εκκλησιαστικό από το κοσμικό φρόνημα.
     Αυτός με έμαθε να συντονίζω το βήμα μου με το βήμα της Εκκλησίας, να μετρώ με τα μέτρα της Εκκλησίας, να σταθμίζω τα πράγματα με το νήμα της στάθμης της Εκκλησίας. Αιωνία του η μνήμη! 


     Μου έλεγε, λοιπόν: 
     «Ποτέ, πάτερ μου, μη κατακρίνεις μοναχό ή κληρικό για ηθικά παραπτώματα. Γιατί, την ώρα που εσύ τον κατακρίνεις, αυτός μπορεί να έχει μετανοήσει και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Και ενώ αυτός σώζεται, εσύ όμως κατακρίνεσαι. Όμως, να είσαι αυστηρός με κληρικούς ή μοναχούς που «αἴρουν ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Αυτοί οι νεωτεριστές με το κοσμικό φρόνημα, κάνουν μεγάλο κακό στην Εκκλησία. Όποιον νεωτερισμό και αν εισάγουν, γίνεται κακή παράδοση και δε διορθώνεται με τίποτα!».
     Μου έλεγε και άλλα πολλά. Ήταν μία ζωντανή ιστορία του Αγίου Όρους. 


     «Το κοσμικό φρόνημα (δηλαδή η εκκοσμίκευση) ήλθε, πάτερ μου, από τους Ρώσους στο Άγιον Όρος. Οι χθεσινοί στρατιώτες του Τσάρου, γίνονται σήμερα καλόγηροι. Ο Τσάρος ήθελε να μεταβάλει το Άγιο Όρος σε προωθημένο φυλάκιο του πανσλαβισμού στο Αιγαίο. Αυτοί έφεραν την πολυτέλεια, τα μεταξωτά ράσα και τα αραχνοΰφαντα κουκούλια και τις σκληρές σκούφιες. Τότε ήλθαν οι συχνές–πυκνές καταλύσεις νηστειών χάριν υποτιθέμενων αργιών. Τότε μοίραζαν τις λίρες με το σακκούλι και το χαβιάρι με το φτυάρι».
     Για όλα αυτά, μου έφερνε και παραδείγματα σοβαρά και φαιδρά, που όμως δεν χωρούν σ’ ένα άρθρο.
     Ευτυχώς που ο Γέρων Γερόντιος εκοιμήθη και δεν βλέπει με τα σωματικά του μάτια αυτά που γίνονται σήμερα.
     Περικοπές ιερών Ακολουθιών, εκκοσμίκευση του Τυπικού, εισαγωγή νέων ύμνων (του τύπου «Αγνή Παρθένε…») είναι πια κάτι το συνηθισμένο. Ακούγονται διαταγές ηγουμένης, σαν και αυτή: «Απόψε θα κάνουμε δύο(!) “Χαιρετισμούς”· έναν στις τέσσερις και έναν στις έξι, γιατί θα έρθουν τέσσερα πούλμαν!». 


     Σε ερώτησή μου σε γυναικείο Μοναστήρι με πάνω από πενήντα καλόγριες, μετά τον Εσπερινό: «γιατί παραλείψατε το Ψαλτήρι;», η απάντηση ήταν ξερή: «γιατί περιμένουμε κόσμο!». Οπότε το Μοναστήρι μεταβάλλεται σε κατάστημα πώλησης εργόχειρων και τα πάντα προσαρμόζονται πάνω στην βάση ενός και μόνου σκοπού: «Να έρχεται κόσμος»! Το Μοναστήρι, τότε, μεταβάλλεται σε ενορία. Πράγμα που, εκκλησιαστικά, είναι ανεπίτρεπτο. Και αυτό επιφέρει μία σύγχυση που δεν είναι καθόλου τυχαία. Και γι’ αυτό υπεύθυνοι είμαστε εμείς οι μοναχοί. Αντί να διδάσκουμε τους χριστιανούς να έχουν ζωντανή σχέση με την ενορία τους, τους διδάσκουμε να έρχονται σ’ εμάς. Γιατί, εδώ σ’ εμάς, υπάρχει «αγιότητα», υπάρχει «κατάνυξη», υπάρχει «μισοσκόταδο»


     Κι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί στις μέρες μας η καλογερική θεωρείται ως η αφρόκρεμα (η «ελίτ») της κοινωνίας. Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας ο μοναχός είναι κάτω απ’ όλους. Γι’ αυτό και σύμφωνα με την αρχαία πράξη ο μοναχός ποτέ δεν αποσχηματιζόταν. Ο,τιδήποτε κι αν διέπραττε.
     Τώρα πια, στον τύπο του σύγχρονου μοναχού δεν ταιριάζει το «πολύθυρον τριβώνιον», το τρύπιο ράσο δηλαδή, ούτε τα χονδροπάπουτσα, ούτε οι «μαλλίνες» (=οι άσπρες μάλλινες φανέλες τις οποίες φορά κατάσαρκα ο υποψήφιος μοναχός καθώς προσάγεται για την μοναχική κουρά του), ούτε τα «τσουράπια» (=άσπρες μάλλινες κάλτσες που πρωτοφοριούνται στην μοναχική κουρά), ούτε ο τορβάς.
     Τώρα τον λόγο τον έχουν τα πτυχία, οι γνώσεις, οι δημόσιες σχέσεις. Και, κυρίως, ο «κοινωνικός μοναχισμός». Λίγη προσευχή (κι αυτή σε ζεστό ή δροσερό περιβάλλον, ανάλογα την εποχή!) και πολύ «δράση». Πολλή φιλοσοφία και ελάχιστη θεολογία, δηλαδή ελάχιστη πνευματική ζωή. Πολλή κριτική εναντίον πάντων και καθόλου αυτοκριτική. Απαντήσεις για όλα τα θέματα (από αντισύλληψη μέχρι σύλληψη!). Και, παρακαλώ, όχι αντιρρήσεις. Ράσο ατσαλάκωτο αρίστης ποιότητος και κουκούλι για νεράιδες. Και, κυρίως, όχι ζόρι. Και έτσι, με την παραχώρηση του Θεού, φθάσαμε σε μοναχούς «ροκάδες» που τραγουδούν λικνιζόμενοι στους αισθησιακούς ρυθμούς της rock μουσικής, παίζοντας ηλεκτρική κιθάρα «για το καλό μας» και για το «καλό» της νεολαίας. Πώς αλλιώς άλλωστε θα γνωρίσει αυτή τον Χριστό; 


     Ήμουν είκοσι ετών. Πριν από 54 χρόνια, όταν ήμουν λαϊκός ακόμη. Ξεκινώ απ’ τη Μονή Καρακάλου για τη Μεγίστη Λαύρα. Σύνολο πεζοπορίας, ώρες πέντε (τώρα, βέβαια, άλλαξαν τα πράγματα!). Κουρασμένος και διψασμένος, σταματώ στο Αγίασμα του Αγίου Αθανασίου, στο μέσον περίπου της πορείας. Πίνω απ’ το Αγίασμα. Βγαίνω έξω και κάθομαι σ’ ένα ξύλινο παγκάκι.
     Ξαφνικά, παρουσιάζεται μπροστά μου ένας καλόγερος. Υπέργηρος, αλλά στητός και γεροδεμένος. Στα λευκά του μαλλιά και στη μακριά του γενειάδα, ζήτημα αν είχε εισχωρήσει χτένα ποτέ. Ήταν μονοχίτων. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο, χιλιομπαλωμένο ζωστικό, ακαθορίστου χρώματος. Μια μάλλινη χοντρή σκούφια κάλυπτε το κεφάλι του. Το λάσιον (=τριχωτό) στήθος του στόλιζε ένας παλιός ξύλινος σταυρός. Ήταν ξυπόλητος. Εντυπωσιάστηκα. Είχα ακούσει από διηγήσεις Αγιορειτών ότι υπήρχαν ασκητές μέσα στο δάσος, χωρίς καλύβη, χωρίς μόνιμη κατοικία, οι οποίοι δεν εμφανίζονταν στους ανθρώπους. 


     «Θα είναι ένας απ’ αυτούς!», σκέφτηκα αστραπιαία. Σηκώνομαι αμέσως. Προσπαθώ να του φιλήσω το χέρι. Δεν δέχθηκε. «Δεν είμαι παπάς», λέγει, «καλόγηρος είμαι!». Καθίσαμε. Πιάσαμε κουβέντα.
     –Πόσα χρόνια έχετε στο Όρος; ρωτώ.
     –Ογδόντα, μου απαντά.
     Εκπλήσσομαι.
     –Και πόσο ετών ήσασταν όταν ήρθατε;
     –Δεκαπέντε.
     –Βγήκατε ποτέ έξω; ρωτώ και πάλι.
     –Όχι, ποτέ.
     –Αυτοκίνητο είδατε ποτέ;
     –Όχι, γιατί όταν ήλθα δεν υπήρχαν στον κόσμο.
     Τότε μου ξεφεύγει μια ερώτηση για την οποία ακόμη ντρέπομαι:
     –Θυμάστε πώς είναι οι γυναίκες;
     Δεν θυμώνει. Μου απαντά με πολλή καλοσύνη:
     –Όχι. Βλέπω την Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και συμπεραίνω πώς πρέπει να είναι!
     Δεν συνεχίσαμε. Χαιρετισθήκαμε. Εξαφανίσθηκε μέσα στο δάσος, έτσι ξαφνικά όπως και ξαφνικά εμφανίσθηκε. Δεν εξαφανίσθηκε, όμως, ποτέ απ’ τη μνήμη μου. Όσο ζω θα θυμάμαι εκείνη την τραχειά μορφή αλλά και την τόσο ήρεμη, την γνήσια, την ατόφια. Που λες και βγήκε από κάποια τοιχογραφία της πάλαι ποτέ Μονής των Αμαλφηνών.
     Είχα συναντήσει τον ΚΑΛΟΓΗΡΟ!
     Σ’ ευχαριστώ, Κύριέ μου!...


ΑΡΧΙΜ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΣ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΤΑΡΝΗΣ


[Συλλογική Έκδοση: «Εκκλησία και Εκκοσμίκευση»,
κεφ. 8ο, σελ. 154–161, Εκδόσεις «Μυριόβιβλος»,
Αθήνα, Νοέμβριος 20031.]





























1 σχόλιο:

  1. Σας ευχαριστω. Το αρθρο με ανεπαυσε ψυχικα και με παρηγορησε πολυ. Αχ Πατερες ευλογημενοι...να ειστε καλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή